Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

«Μανχάταν» από τον Αντώνη Πυροβολάκη.



Σκοτάδι.
Σιωπή, γλυκιά σαν ξενιτιά,
σαν αποικία στο φεγγάρι, μακριά απ’ το βράχνιασμα των σαξοφώνων.
Να μ’ αγαπάς σαν ουράνιο τόξο και αφιόνι νηπενθές.
Δεν τα κατάφερα να ζήσω στις βουνοκορφές των ηδονών με τα χαμόγελα των εντελβάις
Τα χρυσαφένια στάχυα ορμήνεψαν το ηλιόφως πώς να με τρυγήσει.
Στις λασπουριές πέταξα τύχες και αστέρια τυχερά.
Γέμισα την ποδιά μου με αγκάθια και θηρίων υπογάστρια.
Τρέκλισα σε σοκάκια νηπτικών φυγών.
Ναι το έκανα, σαν Ιούδας, που δεν απαγχονίζεται μα ούτε μετανιώνει.
Άγγιξα τα βαριά τριχώματα των λέξεων.
Οι θάνατοι γλιστρούσαν στις τσουλήθρες, της παιδικής χαράς μου και της λύπης.
Τσούγκριζα το ποτήρι μου με τους χειμώνες.
''Εις υγείαν, σαν τα παλιά μας χιόνια ήρθες πάλι'',
μου μούγκριζαν με παγωμένη θυμηδία εκείνοι
οι σαλτιμπάγκοι των κυκλάμινων και οι χαραμοφάηδες των ρόδων.
Σκοτάδι.
Χάδι απατηλό στη στέπα των μαλλιών.
Να μ’ αγαπάς σαν ερημιά μενεξεδιά και σαν κατάρα.
Δεν τα κατάφερα να ξενυχτήσω τις νεκρές μου αυταπάτες.
Οι αθάνατοι με μειδιάματα στιλέτα στρώσανε της ζωής τις πίστες.
Γι’ αυτό κουτσαίνουν τ’ απογεύματα ενδεδυμένα πορφυρούς χιτώνες
έξω από την πόρτα της Μαγδαληνής.
Λούστηκα στο ηφαίστειο κι ήταν σαν έρωτας μεγάλος.
Σκοτάδι.
Σιωπή, γλυκιά σαν ξενιτιά,
σαν ένα ζεϊμπέκικο βουβό, μεσάνυχτα μες το Μανχάταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου