Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Η Επιστροφή.


   Περνούν τα καλοκαίρια τόσο βιαστικά κι όσο και αν προσπαθούν οι μνήμες να συγκρατήσουν κάποιες ευχάριστες στιγμές, τόσο ενισχύουν την εντύπωση πως τα βλέμματα και οι ψυχές ραγίζουν σαν εύθραυστα αντικείμενα στο πέρασμα του χρόνου.
   Ήταν ένα όνειρο βουλιαγμένο στη σιωπή κι άνοιγε διστακτικά τα φτερά του να πετάξει μακριά από τη ζεστή φωλιά. Εδώ σ’ αυτή τη θάλασσα γεννήθηκε η Μαρίζα, ευνοημένη του Θεού, μορφή που παλικάρια  με ευκολία παρέσερνε σ’ ανοιχτούς ορίζοντες.
   Ένας ρυτιδωμένος άνθρωπος, με ποτισμένα μάτια από τη θλίψη, πάνω στο βράχο σκυφτός, τ’ άγνωστα πέλαγα βάδιζε με τη ματιά του. Και το κρύο τού διαπερνούσε την ψυχή, το κρύο του πόνου τον έλιωνε σαν κερί! Το αναπότρεπτο· αυτή η λέξη που φοβίζει, μα γλυκαίνει καθώς με κάθε καινούργια ανάγνωση της ζωής, οι σελίδες που γυρνούν προσθέτουν ακόμη μία γνώση για έναν κόσμο που χάθηκε.
   Ο πόνος αντί να πληγώσει, μπολιάζει τις θύμησες μ’ ελπίδα. Κι ο ήχος που διαιωνίζει τον εφιάλτη «βοήθεια, βοήθεια»… κρύβεται μες στην πονεμένη, τη ματωμένη, την ανήσυχη ψυχή· φωλιά ερπετών που συχνά δηλητηριάζουν τη ζωή με τυχόν άστοχες ενέργειες.
   Τυφλωμένος από μίσος εκείνος, απόμαχος ζωής, άφηνε τα πόδια του να τα χαϊδεύει το κύμα και το πρόσωπό του να το ξεραίνει ο αέρας, ψελλίζοντας ακατανόητα πράγματα μέσα από τα μαυρισμένα και σαπισμένα δόντια του. Αγωνίζονταν ν’ αρθρώσει λέξεις καθαρές, ν’ ακουστούν παντού και να δημιουργήσουν αυτόνομες προτάσεις, με βαθύ νοηματικό πεδίο. Δεν τα κατάφερνε όμως! Μια ξαφνική σπίθα του μυαλού του να πιαστεί από ένα νόημα που θα τον καθησυχάσει, να παραμείνει αρκετές ώρες μετέωρος στο αμείλιχτο ρολόι του χρόνου, μέχρι να ενδώσει τελικά στην αίσθηση της ματαίωσης.
   Τα δράματα που παίζονται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων δύσκολα μπορεί κάποιος αμέτοχος της ιστορίας να γνωρίζει, μονάχα να υποθέτει μπορεί. Τη στιγμή που ο Στέφανος, ο γκριζομάλλης άντρας, στρογγυλοκάθισε στο βράχο του, το φεγγάρι λες και δάκρυσε. Μερικά κίτρινα κομμάτια της λάμψης του χύθηκαν στην επιφάνεια της σκοτεινής θάλασσας και έμοιαζε το φως με γάλα που επέπλεε, παίρνοντας μαζί με τους απαλούς κυματισμούς διάφορες μορφές.
   Απέναντι, στην άκρη του Παγασητικού κόλπου που έκλεινε σαν μια μεγάλη αγκαλιά σφιχτά τη θάλασσα, κοντά στο Τρίκερι, ένας φάρος δε σταματούσε να του γελά, κάνοντάς του εναλλασσόμενα σινιάλα. Έμοιαζε σαν να του ’λεγε: «πρόσεχε άνθρωπε, μη χαθείς!».
   Όσες φορές και αν εξομολογήθηκε το βάσανό του, ποιος στ’ αλήθεια τον άκουσε; Για τους ανθρώπους του χωριού ήταν ο δολοφόνος, ο υπαίτιος της μεγάλης καταστροφής! Η Μαρίζα· το κλεισμένο άνθος του τριαντάφυλλου χάθηκε και δεν πρόλαβε ν’ ανοίξει τα πέταλά του προς τον ουρανό και να τρελάνει τον ήλιο με την ομορφιά της. Η παλιά εικόνα πλημμύρισε ξανά την καρδιά του Στέφανου, γέμισε με παράπονο το στέρνο του και ξεφύσηξε δυνατά. Η μοναξιά του ξεγυμνώθηκε τη νύχτα αυτή. Οι αστερισμοί του, η ύπαρξή του και η Μαρίζα να τον καταδιώκει στη σκέψη του.
   Στην αρχή ένιωσε μια αύρα παράξενη, μια δροσιά που χρόνια είχε να νιώσει. Άκουσε τη φωνή της μέσα από τους φλοίσβους της θάλασσας, είδε και το αίμα που κοκκίνιζε τη θάλασσα. Τα μαλλιά της λυτά, το μέτωπό της άστρο φωτεινό, τα μάτια της ανοιγόκλειναν με χάρη στα καλέσματα του έρωτα. Όλοι οι αέρηδες μαζεύτηκαν στο λυγερό της σώμα και περήφανη αντίκριζε την αυγή. Του έδινε το χέρι ικετευτικά, τεντώνονταν μέσα από το βυθό να πιάσει το χέρι του, το ματωμένο, και το βλέμμα της διατηρούσε ένα μεγάλο ερωτηματικό.
   «Γιατί μπαμπά, γιατί να μην με καταλάβεις ποτέ; Τι ήμουν εγώ; Ένα μικρό χελιδόνι ήμουν που λαχταρούσε μια διαφορετική ζωή κι ήθελα να πετάξω μακριά από τη ζεστή φωλιά του σπιτιού. Μα εσύ θύμωσες και πάνω στα νεύρα σου με χτύπησες και πήρες μαχαίρι, να μου καρφώσεις στην καρδιά… Κάτω στην άμμο ξάπλωσες και τον αγαπημένο μου, εκείνον τον άντρα που «τόλμησε» να μ’ ερωτευθεί και να με πάρει από κοντά σου…».
   Οι φλοίσβοι με τη ρυθμική συχνότητά τους σκορπούσανε μια μουσική και η  ησυχία έσπαγε σαν γυαλί στην αμμουδιά. Μ’ αυτό τον τρόπο τα ριγωτά κύματα προσπαθούσανε να σβήσουνε τον πόνο από την ψυχή, την πίκρα απ’ τα χείλη όταν εκείνα ξεστομίζανε τη λέξη «καταραμένη» και το αβάσταχτο βάρος από τα χέρια που κρατήσανε τότε το κοφτερό μαχαίρι.
   «Τόσα χρόνια που έκανες στη φυλακή, δεν έμαθες ακόμη να διαβάζεις τη φύση, τη θάλασσα, το σύμπαν ολόκληρο! Η αγάπη δεν είναι κτήμα δικό σου, κανενός δεν είναι κτήμα! Υπάρχει διάχυτη στην ατμόσφαιρα, ελεύθερη χωρίς περιορισμούς κι εκβιασμούς, να φωτοβολεί σαν αστερισμός, να ανασταίνει γκρεμισμένες ζωές, να μιλάει πάντα με αλήθειες. Όταν με σκότωνες, ξέρω καλά πως πρώτα σκότωνες την ψυχή σου και ύστερα εμένα, κατέστρεφες πρώτα τον εαυτό σου και μετά εμένα. Έσπειρες με πολύ κόπο, η αγάπη φύτρωσε σαν λουλούδι και βάθαινε τις ρίζες της στο χώμα, μεγάλωνε… μα εσύ την ξερίζωσες μια μέρα αναίτια κι αδικαιολόγητα».
   Άπλωνε το χέρι της η Μαρίζα, τέντωνε τους ώμους της για να του δείξει πως δεν ήταν ένα θηρίο της θάλασσας, παρά ένα θηρίο του μυαλού, που γέννησαν οι τύψεις του πατέρα της· του πατροκτόνου. Εκείνος κουρασμένος και ταλαιπωρημένος, ρημαγμένος προσπαθούσε να σκύψει μέχρι κάτω και να χαϊδέψει τα κύματα, όπως χάιδευε κάποτε τα μαλλιά της κόρη του σε μικρή ηλικία. Κι εκείνη ένιωσε με χαρά το τελευταίο πατρικό χάδι που πόθησε πολύ κι ακούστηκε ο αναστεναγμός της μέσα  στην ησυχία της νύχτας που παραχωρούσε τη θέση της στην αυγή. Ο πατέρας της τρόμαξε με τον ολοκόκκινο ήλιο που έβγαινε μεγαλόπρεπος.
   «Όχι άλλο αίμα, όχι άλλο…», ξεστόμισε και τον πήραν τα κλάματα.
   Η κοπέλα τού μίλησε γλυκά, συμπονετικά: «Πάρε πατέρα αυτό το κουτί! Εδώ μέσα κρύφτηκε η ανάσα μου, κρύφτηκαν και τα όνειρά μου. Εδώ μέσα φυλακίστηκα εγώ· το πληγωμένο χελιδόνι απ’ τα χέρια σου. Εδώ μέσα μια σελίδα ελπίδας θάφτηκε στο χώμα και τα συναισθήματα μου σβήστηκαν με μιας, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Αυτές είναι οι μνήμες της σύντομης ζωή μου, σου ανήκουν δια παντός!».
   Και οι δυο τους ήθελαν να φύγει γρήγορα η νύχτα, να επικρατήσει το φως· ο πατέρας να κλείσει τα βλέφαρά του και να κοιμηθεί, να κοιμίσει ευτυχισμένος τη συνείδησή του, η κόρη να αποδράσει φοβισμένη από τη μέρα, οπτασία της νύχτας, πλάσμα φανταστικό της θάλασσας.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

2 σχόλια: