Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΖΑ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ ΖΑΡΑΡΗ «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ» ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ ΤΗΣ ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΗΝ 31Η ΜΑΙΟΥ 2013.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Σήμερα θα επιχειρήσουμε μια λογοτεχνική ανάλυση του βιβλίου του Λάσκαρη Ζαράρη «Η Θάλασσα που μας ενώνει».
Πρόκειται για μια συλλογή πεζογραφημάτων, μέσα από τα οποία αναδεικνύονται διάφορες μικρές ιστορίες και μέσα σε πολλές από αυτές, ακόμη και σαν πλαίσιο, αυτή η ίδια η ιστορία. Αν τώρα κανείς στα παραπάνω προσθέσει και τα λαογραφικά, ηθογραφικά και κοινωνικά στοιχεία που είναι σκορπισμένα στα κείμενα, αλλά και την παράθεση αυτούσιων χρονικών, θα καταλήξει σίγουρα στο συμπέρασμα, ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή συγγραφική προσπάθεια, που ξεπερνάει τα όρια μιας απλής συλλογής διηγημάτων. Και οπωσδήποτε απαιτεί αφ’ ενός μεν μια δυνατή πένα, που αναμφίβολα διαθέτει ο συγγραφέας, και αφ’ ετέρου μια βαθειά γνώση των θεμάτων τα οποία πραγματεύεται. Δικαιολογημένα, λοιπόν, πολλά από τα πεζογραφήματα αυτά έχουν τιμηθεί με διακρίσεις σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Με τις θερμότερες ευχές μου, το βιβλίο του Λάσκαρη Ζαράρη να βρει από το αναγνωστικό κοινό την ανταπόκριση που του αξίζει, προχωρώ αμέσως στην παρουσίασή του.

 


          Υπάρχει μια θάλασσα που μας ενώνει όλους εμάς τους Έλληνες. Μια θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει. Και άλλοτε σαν είναι ταραγμένη, φαίνεται να κουβαλάει πονεμένες φωνές για πληγές αγιάτρευτες, Θρήνους και μοιρολόϊα, γι' αυτά που χάθηκαν και δεν ήταν να χαθούν. Άλλοτε πάλι, σαν είναι χαρούμενη, θαρρείς και παίρνει όλα αυτά που έμειναν και τα θεριεύει, τα ενώνει, ψυχή τους δίνει και τους  φοράει σχήμα τραγουδιού απ’ τον δικό της φλοίσβο χαρισμένο. Τα κάνει έτσι κτήμα των Ελλήνων ες αεί, κληρονομιά για να 'χουν. Να θυμούνται τι έχασαν, τι έχουν και τι πρέπει να διαφυλάξουν με κάθε τρόπο σαν εύθραυστη αξία.
          Να,  αυτή η μάνα θάλασσα  η πιο μεγάλη, όταν πιάνει μελτεμάκι είναι σαν να μιλά στους ποιητές. Να διηγείται για δόξες αθάνατες, για τόπους σμιλεμένους στον βράχο και ποτισμένους απ’ το αλάτι. Ελλήνων τόπους. Κι έπειτα να φωνάζει στους ήρωες  να δώσουν κάτι ακόμα. Κι ύστερα, κάτι ακόμα. Χωρίς τελειωμό, χωρίς ανάπαυση. Κάποτε, μάλιστα, ακόμη και χωρίς πρόδηλο σκοπό. Γιατί έτσι είναι ο ήρωας. Δυναμωμένος από τον θείο Έρωτα που έχει σταλάξει στην ψυχή του, γνωρίζει καλά του χρέους τον δρόμο και τον ακολουθεί ως το τέλος. Με κάθε θυσία.
          Αυτή τη θάλασσα πασχίζουν να αφουγκραστούν όσων δονείται η ψυχή τους από συγκινήσεις λεπτοφυείς και υψηλές ιδέες, για να ανιχνεύσουν, σαν άλλοι ιχνηλάτες, σημάδια μυστικά, δρόμους χαμένους και τρόπους αλλοκαιρινούς. Να επανασυνδέσουν έτσι τον ιστό μ’ όλους τους τόπους και τους χρόνους που είναι Ελλάδα.
          Σ’ αυτήν ξανοίχτηκε κι ο συγγραφέας και περιηγήθηκε στους τόπους των Ελλήνων. Κι αφού στάθηκε για λίγο στα «Θλιμμένα βράχια» της Ανατολικής Ρωμυλίας με το «Αλμυρότερο δάκρυ» για κληρονομιά, έφυγε για μακριά, έχοντας την πικρή αίσθηση που δίνει «Μια χαμένη σελίδα από το παρελθόν μας».  Παρ’ όλα αυτά κράτησε βαθιά μες στην καρδιά του «Το παραμύθι … που γλύτωσε απ’ τις φλόγες». Γιατί είναι  αυτό που πάντα μένει και θα μένει σαν οδοδείκτης, για να  ψηλαφούμε τον δρόμο μας σαν παίρνουν να πυκνώνουν τα σκοτάδια.   
          Κι ο συγγραφέας δεν σταμάτησε ν’ ακολουθεί τους δρόμους της φωτιάς. Μες στα χαλάσματα της Σμύρνης ανακάλυψε «Το μεγάλο μυστικό» και με «Ένα κλωνί βασιλικό» στο χέρι κρατημένο, σαν σκυτάλη θαρρείς, κατευθύνθηκε  σε  «Ένα λουλούδι ευωδιαστό στον κήπο της Μεσογείου», την Κύπρο. Κι εκεί, για να ξορκίσει το σκοτάδι, είπε πως «Ήταν μια γλυκειά καλοκαιρινή νύχτα» και  άφησε να ζωντανέψουν στην ψυχή του «Οι κύκλοι του φωτός και της ελευθερίας». Μέχρι και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έφτασε για να διδαχτεί από τους Φιλικούς «Μαθήματα πίστης και ηρωισμού».
          Μα εκεί δεν έμεινε πολύ. Οι Τόποι των Ελλήνων τον καλούσαν χαρούμενα τώρα. Κι αφού «Κάτω απ’ την αψίδα του Γαλερίου» άκουσε για την απελευθέρωση της Σαλονίκης, στάθηκε «Κάτω απ’ τον ήλιο» σε ένα ολόφωτο Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Κι αγνάντεψε τα παιχνιδιάρικα νερά ως εκεί στο βάθος. Και τα 'νοιωσε  σα  νάταν το αίμα στις φλέβες τούτης της πατρίδας. Κι έτσι καθώς το βλέμμα του ακολουθούσε τα ίχνη του ορίζοντα, αντίκρισε τη Μούσα, την τόσο προσφιλή του Λόρδου Μπάυρον. «Η Μούσα επιστρέφει πάλι» μονολόγησε. Υπάρχει ελπίδα. Όσο θα υπάρχει ο ήλιος να προσφέρει και η θάλασσα να δέχεται και να μετουσιώνει, θα υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχει «Μια γυναίκα, μια πατρίδα, μια κληρονομιά». Κι αν η γυναίκα έπεσε, θα ξανασηκωθεί. Κι αν η κληρονομιά είναι από κάποιους ή ίσως και πολλούς χαμένη, και πάλι θα ξαναβρεθεί. Πάντα θα ξαναβρίσκεται στους δίσεκτους καιρούς. Και η Πατρίδα, όσο θα βρίσκονται Έλληνες να νοιάζονται γι' αυτήν, θα συνεχίσει να υπάρχει. Γιατί κάτι παύει να υπάρχει μόνο όταν λείψουν οι άνθρωποι που εύχονται γι αυτό.
Κι ο συγγραφέας μας, με νέα απαντοχή δυναμωμένος, αφέθηκε σε ιστορίες ανθρώπινες απλές. Γιατί κι εκεί υπάρχουν ήρωες, έστω και εις μικρόν γενναίοι, καθώς θα έλεγε κι ο ποιητής. Και χάρισε στον ήρωα-άνθρωπο τον ρόλο του συνομιλητή. Και συνομίλησε μαζί του. Κι έτσι, καθώς η εικόνα μάκραινε, διαφωνούσαν, συμφωνούσαν, σκέφτονταν, συνοδοιπόροι στο χθες, στο σήμερα, στο αύριο. Το δημιούργημα και ο Δημιουργός. «Ο ήρωας νικά» μονολογεί ο συγγραφέας, και σαν συμβεί αυτό ξέρει ότι νίκησε κι αυτός. Γιατί υπάρχει ήρωας. Μπόρεσε και του χάρισε υπόσταση. Τον ενδυνάμωσε με αξίες, μνήμες, παραδόσεις, και τον άφησε να πολεμήσει ενάντια στην απαξία, στην λήθη και στην κενότητα.
Χρειάζεται στ’ αλήθεια δυνατή πένα σε τέτοιο ταξίδι για να ξανοιχτείς. Σαν νάταν αυτή κατάρτι και το λευκό χαρτί, το ανεμοδαρμένο του πανί. Και οι εικόνες να εναλλάσσονται, πολύχρωμες και ζωντανές. Και ο λόγος γλαφυρός, άλλοτε να σιγοψιθυρίζει παρέα με τον φλοίσβο και άλλοτε να αντιμάχεται τα μανιασμένα κύματα. Και να έρχεται να ποτίσει σαν το γάργαρο νερό την Ελληνική ψυχή, μ’ όλα αυτά που αποτελούν την κληρονομιά της. Να προσπαθεί να διασώσει, έτσι, από την λήθη και την παραγραφή, όσα πρέπει να σωθούν και να τα καταστήσει κτήμα Ελλήνων ες αεί.
Είχε πια φτάσει η ώρα τα εξώφυλλα να διπλωθούν νωχελικά. Ο συγγραφέας είχε ξετυλίξει πια τελείως της ψυχής του το κουβάρι, και είχε πλάσει ιστορίες που ήταν κομμάτια του εαυτού του. Όλες, μα όλες, τους τις χάρισε. Μαζί τους και τις μεγάλες ώρες ή τις όμορφες στιγμές. Δικό του χάρισμα, η έξαρση κι η έκταση. Των δυο μαζί; Κάτι σαν  σκοινί που το κρατάν από τις δύο άκρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου