Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Το παιχνίδι


Γελούσε,
όταν τα ποιήματά του
κάπνιζαν μπροστά του
με μια αυθάδεια
για τα μουχλιασμένα νοήματά τους.
Κάπνιζαν τις μέρες και τις νύχτες
που τα συναισθήματα έκοβαν βαθιά
αδυνατώντας να σηκώσουν πάνω τους
όλη την ανθρωπότητα.
Κι η φωνή του ποιητή, ασθματική
τσακίζονταν στα βράχια
όπου παραμόνευε ο κίνδυνος
μην εθιστεί στις αυταπάτες.
Έτσι τον έπιανε το παράπονο
για ό,τι κατασκεύασε η μνήμη,
τ’ άτεχνα κενά καλύπτοντας με σκέψεις.
Το ασχημάτιστο έκρουε τη λέξη
ν’ ανοίξει αποκαλύπτοντας αλήθειες.

Μ’ ένα τεμαχισμένο ποίημα από καιρό
να προχωράει ανάπηρη η γλώσσα
μέσα στον ακόρεστο πειρασμό
μιας αναγέννησης που αργούσε
καθώς η τάξη συνεχώς τον αιφνιδίαζε
κι εκεί που πήγαινε στο άπειρο να υποκλιθεί
έπεφτε στην ένοχη στιγμή
περιπλανιόταν σαν παιδί
ψηλά στο φως
που κανένα σχήμα
δεν αντέχει στην εμφάνισή του.

13/07/2008

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου