Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

"Η περγαμηνή" του Λάσκαρη Π. Ζαράρη.


   «Ο γίγαντας τεντώθηκε και τα μακριά του χέρια έφτασαν ως τ’ αστέρια. Η νύχτα μοσχομύριζε με το φως του ουρανού πλεγμένο στα μαλλιά της. Ύστερα, λες και ταράχτηκε ο γίγαντας απ’ την ομορφιά της, ούρλιαξε με τη βροντερή φωνή του τραντάζοντας το σύμπαν, ενώ μια πηγή έτρεχε κρυστάλλινο νερό πάνω στο πρόσωπό του. Και τότε, ένα άγνωστο πλάσμα που τα χαρακτηριστικά του ήταν ανύπαρκτα, εξαϋλωμένη μορφή, που τα κόκαλά της ξεχώριζαν στο άσαρκο σώμα πέταξε μέχρι τη γη, όπου ο γίγαντας ακουμπούσε την πλάτη του σ’ ένα σκιερό δέντρο. Δεν δίστασε να του συστηθεί: «Ονομάζομαι «Πείνα» του είπε και συνέχισε εξηγώντας: «Είμαι η φίλη των Ονείρων και η αδελφή της Σοφίας!». Κρατούσε κάτι στη μασχάλη της, ήταν μια περγαμηνή που άρχιζε να την ξεδιπλώνει κι ο γίγαντας προσπαθούσε να δει καθαρά τις λέξεις με τους καλλιγραφικούς χαρακτήρες…».
   Ο ήρωάς μας ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα και αμέσως άρχισε να καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για να εξηγήσει το παράξενο όνειρο που είδε πριν από λίγο, και μάλιστα χωρίς να ξεδιπλωθεί εντελώς η περγαμηνή. Αν και η σκέψη του είχε ατονήσει τώρα τελευταία και τα εγκεφαλικά του κύτταρα έμοιαζαν περισσότερο μ’ έναν μπερδεμένο λαβύρινθο, προσπαθούσε να βρει την έξοδο και να καταλήξει σ’ ένα βέβαιο συμπέρασμα. Η περιέργεια άρχισε να μεγαλώνει, να πλαταίνει τα φτερά της σαν την ενοχλητική μύγα μέσα στη μονοτονία του μεσημεριού. Υποψιαζόταν βάσιμα πως εκείνη η περγαμηνή έμοιαζε καταπληκτικά με τη λίστα για τα αναγκαία ψώνια που είχε παρατημένη πάνω στο τραπεζάκι, και που όλο ανέβαλε να τα προμηθευτεί από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς.
   Καταλάβαινες εύκολα με την πρώτη ματιά πως η άσαρκη γυναίκα, η «Πείνα» είχε γίνει αχώριστος σύντροφος στη ζωή του εδώ και πολύ καιρό, όταν το αφεντικό του τού ανακοίνωσε, χωρίς ίχνη ευαισθησίας, την απόλυση από την επιχείρηση που εργαζόταν. Τα μάγουλά του είχαν τραβηχτεί μέσα, το βλέμμα του είχε κάτι το τρομαχτικό κι εκεί που κάποτε βρισκόταν θρονιασμένο το χαμόγελο, τώρα μια κρυμμένη νάρκη περίμενε έτοιμη να εκραγεί με την πρώτη ευκαιρία. Παρακολουθούσε συνεχώς στην τηλεόραση τα σκληρά και ανέκφραστα πρόσωπα των οικονομικών επιτελών που ανακοίνωναν ξανά και ξανά τα νέα έκτακτα οικονομικά μέτρα αλλά και δια στόματος πρωθυπουργού και υπουργών.
   Προσπαθούσε να αναλύσει τα λόγια της «Πείνας» στο παράξενο όνειρο, μα τα έβρισκε άστοχα και υπερβολικά. «Σε λίγες μέρες, όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις μου θα έχουν στερέψει και τα όνειρα που είχα κάνει θα έχουν γκρεμιστεί και τσακιστεί! Και άραγε, τι θα μπορούσα να κερδίσω σε γνώση με την παρουσία ενός φρικτού ξόανου;» σκέφτηκε. Μια θεόσταλτη σκέψη, χαρούμενη ακτίνα που του ξεθόλωσε τη σύγχυση, του θύμισε πως κάτω απ’ το στρώμα του κρεβατιού του είχε κρύψει κάποτε πενήντα ευρώ τα οποία και δεν είχε ξοδέψει ποτέ. Ήταν το δώρο της μάνας του για τα γενέθλιά του, που είχε γλιτώσει απ’ τον καταστροφικό οικονομικό ανεμοστρόβιλο, χάρις στην αναποφασιστικότητα του νεαρού. Μετεωριζόταν για αρκετό χρόνο για το τι ακριβώς είχε απόλυτη ανάγκη: ένα πουκάμισο, ένα παντελόνι ή μερικά εσώρουχα; Κρατούσε απλωμένο το χαρτονόμισμα και το παρατηρούσε με μια απερίγραπτη λαχτάρα. Η φαντασία του έτρεχε στα ράφια, εκεί που τα τρόφιμα τού προκαλούσαν την όραση και τη γεύση.
   Σηκώθηκε με δυσκολία και ντύθηκε με τα φθαρμένα ρούχα του. Οι κλειδώσεις του είχαν πιαστεί καθώς αναγκαζόταν να κάθεται ή να ξαπλώνει σχεδόν όλη τη μέρα στο κρεβάτι, για να κάνει οικονομία θερμίδων και δυνάμεων. Η πόλη έξω στους δρόμους βρυχιόταν σαν θηρίο, οι φωνές των περαστικών και τα κορναρίσματα των αυτοκίνητων, τον επανέφεραν σε μια όμορφη αταξία που είχε νοσταλγήσει. Μόλις πέρασε την είσοδο του καταστήματος, άρχισαν να τρέχουν τα σάλια του και να γουργουρίζει η κοιλιά του. Όμως, το ψωμί τού φάνηκε σαν τον γείτονά του τον κύριο Πολύκαρπο, με τις κοιλιές του και τα διπλοσάγονα, που δεν του καίγονταν καρφί για τη δυστυχία των γύρων του. Το ζαμπόν ήταν σαν μια ιδρωμένη γυναίκα που έκανε έρωτα επί πληρωμή. Το γάλα μια άσπρη λίμνη όπου κολυμπούσαν σκαθάρια. Το κοτόπουλο σαν μια μεγάλη κούπα με ουίσκι που το έπινε ο φίλος μας για να γλυκάνει τον πόνο του. Τα σουβλάκια έμοιαζαν με τις σύριγγες που καρφώνονται σε νεανικές φλέβες και μεταγγίζουν έναν φτιαχτό, ιδανικό κόσμο. Και τα όνειρα που φυλακίστηκαν σ’ ένα κάστρο ασυδοσίας και διαφθοράς, πότε θα ξεμυτίσουν και θα πετάξουν; Αυτή τη στιγμή, σαν άπειρα σκουλήκια σε μια κονσέρβα βοδινού, δεν αναπνέουν, καταδικάζουν παιδικές, νεανικές ελπίδες και επιθυμίες, ρίχνοντας βράχους στους δρόμους της ευτυχίας.
   Τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αγγίξει τελικά απ’ όλα αυτά τα δελεαστικά καλά του κόσμου! Κοίταξε με απέχθεια και μίσος τα τρόφιμα και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, ένας πιτσιρικάς είχε σχεδόν χωθεί μέσα σ’ έναν κάδο σκουπιδιών μήπως και βρει κάτι να φάει. Στην προσπάθειά του αυτή, γλίστρησε και έπεσε με το κεφάλι μέσα. Όταν συνήλθε από το γεγονός, φώναζε και καλούσε σε βοήθεια. Ο ήρωάς μας έτρεξε προς το μέρος του και τον προέτρεψε να κρατηθεί απ’ τα χέρια του για να καταφέρει να βγει έξω στον καθαρό αέρα. Τα μάτια του μικρού φώτισαν από χαρά:
   «Με σώσατε!» φώναξε ενθουσιασμένος.
   Εκείνος τον ρώτησε αν χτύπησε κάπου κι έψαχνε στο κεφάλι του να δει κάποια κοκκινίλα ή ένα καρούμπαλο.
   «Όχι, δεν χτύπησα! Έπεσα στα μαλακά!».
   «Δεν μου λες; Τι έψαχνες μέσα στα σκουπίδια;».
   Η απάντηση ήρθε φυσιολογικά και αναμενόμενα:
   «Πεινάω! Έψαχνα κάτι να φάω…».
   Αυτή η λέξη ήχησε σαν πυροβολισμός και η σφαίρα έφερνε πόνο καθώς φυτεύονταν στην καρδιά του ήρωά μας.
   «Δεν είναι δυνατόν… Να υπάρχει τέτοια δυστυχία στον κόσμο» τραύλισε από απελπισία και έβαλε τα κλάματα.
   Το παιδί ξαφνιάστηκε απ’ την αντίδρασή του:
   «Τι πάθατε;».
   «Πού είναι οι γονείς σου;».
   «Μακριά… πολύ μακριά!».
   «Σε άλλη χώρα;».
   «Όχι εδώ, αλλά μ’ εγκατέλειψαν…».
   «Δεν ρωτώ, γιατί θα ξύσω παλιές πληγές. Ο παππούς σου, η γιαγιά σου;».
   «Δεν ζουν, κύριε».
   «Κι εσύ πού μένεις, πού κοιμάσαι;».
   «Έξω στον δρόμο!».
   «Δεν κρυώνεις τον χειμώνα;».
   «Μπαίνω μέσα σε χαρτοκιβώτια και ζεσταίνομαι!».
   «Μα δεν υπάρχει Θεός;».
   «Κι όμως υπάρχει… Διαβάστε αυτό!».
   Του έδωσε ένα φύλλο τετραδίου.  
   «Τι είναι;»
   «Η προσευχή μου… Διαβάστε!».
   Με μια πρώτη ματιά, ο νεαρός διαπίστωσε τα ορθογραφικά λάθη του μικρού αλλά δεν τα έδωσε μεγάλη σημασία.
   Άρχισε να διαβάζει φωναχτά:
   «Θεέ μου, θα ήθελα να τεντώνω τα χέρια μου από τη γη και να φτάνουν μέχρι τον ουρανό, αλλά δεν γίνεται αυτό, το ξέρω καλά… δεν είμαι γίγαντας, είμαι παιδάκι.
   Θεέ μου, θα ήθελα να μεγαλώσω και να γίνω ένας άνθρωπος που θα ωφελήσει τον κόσμο, αλλά δεν γίνεται αυτό, το ξέρω καλά… από τη δυστυχία και τη φτώχεια πώς να ξεφύγεις;            
   Ξέρω όμως καλά… πως μου έδωσες τη φτώχεια για να με κάνεις δυνατό κι εγώ σ’ ευγνωμονώ γι’ αυτό. Όσο μεγαλύτερες δυστυχίες και ατυχίες στη ζωή μου φέρνεις, τόσο πιο πολύ ωφελούμαι και γίνομαι καλύτερος».
   Ο ήρωάς μας κοιτούσε αποσβολωμένος το παιδί και δεν ήξερε τι να κάνει. Μονάχα έβγαλε απ’ τη τσέπη του το χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ και είπε στο παιδί:
   «Πήγαινε στο σούπερ μάρκετ να αγοράσεις ό,τι ποθεί η ψυχή σου!».
   Εκείνο δίστασε: «Μήπως θα έπρεπε να μου δώσετε ένα μικρότερο χαρτονόμισμα;».
   «Όχι, Πάρε αυτό και πήγαινε! Θα σε περιμένω εδώ. Τελικά, άκουσε την προσευχή σου ο Θεός και σου έστειλε εμένα. Σκέφτηκα λοιπόν, να σε φιλοξενήσω στο σπίτι μου όσο καιρό θέλεις!».
   «Αλήθεια το λέτε;».
   «Αλήθεια, ίσως στο μέλλον γίνουν καλύτερα τα πράγματα για όλους μας!».
   Το παιδί απομακρύνθηκε τρέχοντας με μια ανεμελιά, παρόμοια μ’ εκείνη που είχε όταν έμενε στο παρελθόν με τους γονείς του. Έμοιαζε με φτερωτό άγγελο που ’χε λαμπερό βλέμμα και γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο καθώς δρασκέλιζε με χαρά τους καλλωπιστικούς θάμνους του πεζοδρομίου, για να φτάσει τελικά στην είσοδο του σούπερ μάρκετ, δηλαδή στην δική του παραδεισένια πύλη.

15/09/2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου