Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Κριτική παρουσίαση του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για την ποιητική ανθολογία: «Μολοτροτάρω» (Ταξιδεύω δια θαλάσσης) του Κωνσταντίνου Παρδάλη, Ήρα Εκδοτική, 2014.




   Διαβάζοντας το ποιητικό βιβλίο: «Μολοτροτάρω» του φίλου και συμπατριώτη Κωνσταντίνου Παρδάλη, ένιωσα ανάμικτα και έντονα συναισθήματα, που ασφαλώς έχουν να κάνουν με την ικανότητα του δημιουργού να μεταβαίνει από τον ένα θεματικό άξονα στον άλλο στις πέντε ενότητες που συνθέτουν αυτήν την ποιητική ανθολογία και οι οποίες διαμορφώνουν έργο πρωτότυπο και ουσιαστικό. Ο ποιητικός του λόγος «αγγίζει» για τις ποιότητες που τον διακρίνουν, τα υλικά που χρησιμοποιεί ο ποιητής συμπλέκονται κατάλληλα ώστε να προκαλέσουν τη συγκίνηση του αναγνώστη, και αυτό δεν γίνεται αυτοσκοπός, αλλά η τέρψη επέρχεται ως αποτέλεσμα ενεργητικής μέθεξης με το ποιητικό του σύμπαν.

   Η επαγγελματική του ιδιότητα και εμπειρία, του δίνει την ευκαιρία να μιλήσει στην πρώτη ενότητα του βιβλίου με την περιθωριακή γλώσσα των «Καλιαρντών» και των τοξικομανών, φιλόδοξο εγχείρημα αφού η φύση του ιδιώματος αυτού ενέχει από μόνο του μεγάλες δυσκολίες στο να μετουσιωθεί σε στίχο και να μεταποιηθεί σε γόνιμη ποιητική εμπειρία, χωρίς άκομψες υπερβολές. Ο χαρισματικός ποιητής όμως φαίνεται πως τα καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη να προσλάβει με ευκολία αυτόν τον τόσο άγνωστο κόσμο του «υπογείου», χάρις στο επεξηγηματικό λεξιλόγιο που παρουσιάζει αντικριστά στη διπλανή σελίδα ή από κάτω στην ίδια σελίδα. Οι εικόνες του ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία του περιθωριακού ατόμου, την οποία πρέπει να έχει μελετήσει σε ψυχολογικό βάθος.

   Κατά την άποψή μου, ποιήματα που είναι οικοδομημένα συγκεντρώνοντας πληθώρα λέξεων από αυτό το παράξενο ιδίωμα είναι πιο δύσκολο να αφομοιωθούν, ενώ εκείνα που η εμφάνιση των λέξεων είναι πιο αραιή «ανασαίνουν» περισσότερο και ο στίχος κυλάει πιο γρήγορα. Ενδεικτικά, παρουσιάζω εδώ επιλεγμένες στροφές από μερικά ποιήματά του:



Απίσελτος κόσμος



Απίσελτος κόσμος γεννιέται τα βράδια

κανίφια ορίζουν τις μοίρες ολίγων

βότσες ακούγονται σε δίχτυα σκοτάδια

γκουέρης απάνεμος ζωή των κολίγων.



Λευκή σελίδα σε μαύρο φόντο



Το μυαλό σταματάει σαν η φλόγα στομώνει

τ’ αλουμίνι ιδρώνει μες τα χέρια μου λειώνει

και η ρούχλα κοχλάζει σαν νερό που κυλάει

και αρμενίζει στις φλέβες, σαν μωρά τις μιλάει.



Μπορείς ν’ αλλάξεις ζωή



Και ταξίδι καινούργιο να αρχίσεις βγαλμένο

απ’ της νιότης τα σπλάχνα σαν μωρό γεννημένο

και κουράγιο να δώσεις στον παλιό εαυτό σου

να ’χει πάντα το θάρρος να αγρυπνά για καλό σου.



(Ποίημα, που όπως πολύ εύστοχα σημειώνει στον επίλογο του βιβλίου η ποιήτρια Κατερίνα Βεργετάκη: «Φαίνεται η προτροπή του ποιητή, για το ξεκίνημα μιας νέας ζωής μακριά από τα ναρκωτικά. Μιλά για μια ζωή γεννημένη από τα σπλάχνα της νιότης! Με μια εξαιρετική προσωποποίηση της νιότης, σκιαγραφεί μια υπέροχη εικόνα»).



Το δάκρυ της μοίρας



Σε αλάνες και πιάτσες μια μορφή τριγυρνάει

το κορμί διαλυμένο μα ακόμα βαστάει

κι η ψυχή πεταμένη σ’ ένα σώμα που λιώνει

μια ελπίδα προσμένει και ζητά να τελειώνει.



   Το στενάχωρο κλίμα που δημιουργούν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παρδάλη, αποτελούν έναν νατουραλιστικό πίνακα του μικρόκοσμου των τοξικομανών, που συχνά πυκνά αποκτά ζωντανά χρώματα όταν πέφτει πάνω του η σωτήρια πινελιά της ελπίδας, ικανή να ισχυροποιήσει το άβουλο άτομο και να ακυρώσει τη δυσοίωνη μοίρα του.

   Στη δεύτερη ενότητα όπου ο ποιητής συγκεντρώνει τα ερωτικά του ποιήματα, ο στίχος του γίνεται πηγαίος, λυρικός, εκπέμποντας ρομαντισμό και μια ιδιαίτερη ευαισθησία, σε αντίθεση με το βιοποριστικό του επάγγελμα, που δεν αφήνει περιθώρια για ανάλογες αντιμετωπίσεις και ψυχικές επενδύσεις. Τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παρδάλη συνδιαλέγονται δημιουργικά με την παράδοση, κινούνται σε παρόμοιο χώρο μ’ εκείνον του δημοτικού τραγουδιού από πλευράς διαύγειας των στίχων,  προσωποποιήσεων και αλληγοριών. Τα ποιήματά του μπορούν να έχουν αντίκτυπο στην πλειοψηφία του λαού, γιατί τα νοήματά τους είναι απλά μα ταυτόχρονα σημαντικά και μεταδίδονται με εύληπτο τρόπο. Σε αυτό ευνοεί η σταυρωτή, πλεχτή και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία που μένει στη μνήμη και συνεισφέρει ώστε η ανάγνωση να γίνει μια ωφέλιμη κι ευχάριστη εμπειρία.

   Οι μοντέρνες τεχνικές και οι πειραματισμοί απουσιάζουν εντελώς, χαρακτηριστικό που ωφελεί τη διαδικασία σύνθεσης του ποιήματος, γιατί πολλές φορές εκείνες συμπιέζουν το περιεχόμενο του και αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του, «πληγώνοντας» τον αυθορμητισμό που πρέπει να διαχέεται ανεμπόδιστα, απαραίτητη προϋπόθεση για να χαρεί ο αναγνώστης το ποίημα.



Θα ήθελα να ήμουν



Ρούχο ζεστό κι αφόρετο, θα ήθελα να ήμουν

το σώμα σου να καρτερώ, γλυκά να το ζεστάνω

σαν ρόδο εκατόφυλλο στα χείλη σου επάνω

κρασί γλυκό σαν άναμμα, μεταλαβιά όταν πίνουν.



Ωδή στην καρδιά



Κατάλευκη νεράιδα μου

κι αστροστεφανωμένη

φεγγάρι μου και ήλιε μου,

Αγγέλων φιλημένη.



Όταν μου λείπεις καρτερώ

το γλυκοάγγιγμά σου

και όταν σ’ έχω δίπλα μου,

μου λείπουν τα φιλιά σου.



Γι’ αυτό και εγώ για πάντοτε

θα κλείσω την καρδιά σου

με την καρδιά μου φυλακή

ως τα γεράματά σου.



   Στην τρίτη ενότητα, ο ποιητής απομακρύνεται από την παραδοσιακή τεχνοτροπία για να επιδοθεί στον ελεύθερο στίχο, τα μυστικά του οποίου φαίνεται ότι κατακτά με σχετική άνεση, αφού πλέον η απουσία τής στιχοπλοκής τον απελευθερώνει και όλη η ποιητική ενέργεια παραμένει απερίσπαστη στο πεδίο των συλλογισμών, της φιλοσοφικής αποτίμησης της ζωής και μάλιστα με ενδοσκοπικό βλέμμα, που δεν μας έχει συνηθίσει ακόμη στα παραδοσιακής προέλευσης ποιήματα. Θα έλεγα ότι δημιουργεί ένα όμορφο ποιητικό μελέτημα και αγωνίζεται να δώσει λύσεις σε κοινωνικώς ευαίσθητα θέματα, όπως είναι η μάστιγα των ναρκωτικών. Διερευνά σε βάθος την ψυχή των εξαρτημένων από διάφορες ουσίες ατόμων, με το συναίσθημα και τη σκέψη του σε δραστηριότητα επιδρά ευεργετικά στον σχηματισμό μιας μορφής που παίρνει τη θέση του εκκρεμούς ανάμεσα στον πεζό και στον ποιητικό λόγο. Πιστεύω ότι εδώ ο ποιητής «κλείνει το μάτι» στον συγγραφέα.



Η επίγευση της λευκής σκουριάς



Ο εναρκτήριος μύθος ή η συντήρηση μιας αυταπάτης;

Πιθανόν και τα δύο.

Το πρώτο σαν αρχή μιας μίμησης ή μιας τρέλας άλλων,

πιθανόν και του ίδιου μας του εαυτού ή

μιας κουλτούρας εντέχνως υποκινούμενης και διαχειριζόμενης σαν ένα

μεγάλο ιδεολογικό παιχνίδι συμφερόντων και το δεύτερο,

μια αυταπάτη βασισμένη στην πραγματοποίηση της έλευσης

μιας ελπιδοφόρας λύτρωσης, ενός απεγκλωβισμού από το καθημερινό

γίγνεσθαι και ψάχνεσθαι.

Ό,τι και να είναι από τα δύο και τις δύο φορές κυνηγημένος

από τους θυελλώδεις ανέμους της αναζήτησης και εγκλωβισμένος

στους στενούς και κοντόφθαλμους ατραπούς ενός ασφυκτικού αδιεξόδου

η μόνη λύση είναι

η αυτοκάθαρση.



Ο ροδώνας των ονείρων



Αφήστε τις λέξεις να ερωτεύονται αντί για σας.

Ξέρετε οι λέξεις ερωτεύονται μεταξύ τους.

Αφήστε να μάχονται αντί για σας.

Ξέρετε οι λέξεις μάχονται μεταξύ τους.

Κι ύστερα.

Κι ύστερα αφήστε τις μόνες, ξέρουν να ερωτεύονται και να μάχονται.

Ξέρουν να χωρίζουν και να σμίγουν.

Ξέρετε οι λέξεις έχουν συναισθήματα.

Όλα τα συναισθήματα που έχουν οι Άνθρωποι.

Κι ύστερα.

Κι ύστερα, ξέρουν αυτές να λιγοστεύουν χωρίς εσάς.

Όπως γεννήθηκαν, έτσι πεθαίνουν.

Σώνεται το μελάνι τους.

Σιγά-σιγά.

Έτσι θα φεύγουν οι μέρες και οι νύχτες σας.

Μέχρι να μείνετε μόνοι.

Εσείς και οι λέξεις σας.

Μέχρι να σβήσουν κι αυτές.

Και εσείς;

Εσείς πια χωρίς αναμνήσεις, χωρίς σώμα.



Κανείς δεν θα σας θυμάται πια.

Κανείς!

Θα θυμούνται όμως τις λέξεις σας.

Θα θυμούνται τον τρόπο που γράφετε, τα νοήματα που δίνατε,

τα δάκρυα ή τη χαρά, την αγωνία, ή τη στεναχώρια.

Μα όλοι θα λένε με ένα στόμα ότι τουλάχιστον αυτός έφυγε λεύτερος.

Έφυγε λεύτερος!

Έγραψε όσα ήθελε, άφησε μια κληρονομιά.

Εμείς πια κληρονομιά θ’ αφήσουμε στα παιδιά μας;

Ποια κληρονομιά;



   Δίκαια λοιπόν αναρωτιέται ο ποιητής για «ποια κληρονομιά θ’ αφήσουμε στα παιδιά μας», είναι κατά τη γνώμη μου η κληρονομιά που υπογράφει συνθήκη με την αιωνιότητα, κι επιτρέψτε μου, όσο ματαιότητα κι αν κρύβει αυτή η προσωπική μου διατύπωση: «Θα καταξιωθούμε από τους μεταγενέστερους για όσα είπαμε ή γράψαμε ή παραλείψαμε να γράψουμε».

   Στην τέταρτη ενότητα με τίτλο: «Συλλογισμοί», ο ποιητής μάς ξεναγεί στο άγνωστο τοπίο της δικής του εσωτερικής αλήθειας, το οποίο γίνεται κατάλληλο όχημα για να τον ταξιδέψει σε καταστάσεις που απαιτούν τη λύτρωση μέσω του στίχου και ημέρευση του πνεύματος. Εμπειρίες που έχουν κατασταλάξει αφού προηγουμένως διαμορφώθηκαν από κοινωνικές συνιστώσες και άλλοτε μεγεθύνονται ή μικραίνουν, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής και την οπτική του ποιητή. Η γλώσσα εγκαταλείπει τις λείες επιφάνειες, γίνεται αιχμηρή για να μεταδώσει πικρές ανομολόγητες αλήθειες και να κατακεραυνώσει την υποκρισία μερικών ατόμων της επαρχίας. Μας μιλάει για τον ξεπεσμό των ηθικών αξιών της εποχής μας, κάτι που φαίνεται να τον ενοχλεί και δεν μπορεί να το ανέχεται χωρίς να εκτοξεύει εκεί τα τσουχτερά του βέλη.



Η κατιούσα της αξιοπρέπειας



Και εσείς που αλύτρωτα είδωλα, θύματα είστε ακόμα

μια υπόσχεση παρηγοριάς να πλησιάσει αρνείστε

σε έναν καθρέφτη αγυάλιστο την ξιπασιά αφήστε

είναι ώρα να αλλάξετε να αναπνεύσει η βρώμα.



Σκλαβωμένα όνειρα



Στης μοίρας μας τ’ απάτητα σοκάκια καρτερούμε

να δούμε έναν Άγγελο να μας χαμογελάει

να πάψει με το γέλιο του τον χρόνο να κυλάει

και να μας γιάνει την πληγή που αιμορραγούμε.



Το κρίνο της σιωπής



Και ποια σιωπή τα κρατάει κλειστά

τα φτερά των ονείρων που στέκια δεν έχουν

και ποια υποταγή, λόγια χρόνων σβηστά

τα σφραγίζει στη σκέψη και στο δάκρυ αντέχουν.



Θεμελιώδες ερώτημα, που πρέπει να υποβάλλει ο κάθε άνθρωπος στον εαυτό του, αν θέλει να λέγεται άνθρωπος ευαίσθητος κι ονειροπόλος.

   Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου, περιλαμβάνονται πέντε εκτενή σατυρικά ποιήματα, τα περισσότερα βουκολικά και ηθογραφικά, τα οποία προκαλούν ασυγκράτητη ευθυμία, όπως το ποίημα: «Τρίχες».



«Ορμόνες και τρίχες και ωραία γυναίκα

θα βρεις μόνο όταν, δεν κλείσει τα δέκα

αλλιώς θα ‘χεις δίπλα σου το βράδυ

μια αρκούδα με γένια, σ’ ανήλιαγο λιβάδι».



   Προσωπικά δεν είμαι υπέρ της άποψης τής έκδοσης πολυσέλιδων ποιητικών βιβλίων, γιατί αυτές οι εκδόσεις απαιτούν εξοικειωμένους αναγνώστες στην ποιητική γραφή και παράλληλα δυσκολεύουν τους «μέσους, αμύητους» αναγνώστες στην πρόσληψη των νοημάτων των ποιημάτων, αφού ατονεί η προσοχή τους μετά την ανάγνωση μερικών δεκάδων σελίδων. Παραβλέποντας το γεγονός αυτό, έχω να παρατηρήσω συμπερασματικά, πως η ποιητική ανθολογία: «Μολοτροτάρω» του Κωνσταντίνου Παρδάλη είναι μια πρωτότυπη και καινοτόμα προσπάθεια, που θα αφήσει τα ίχνη της για αρκετά χρόνια στον ποιητικό χάρτη της Ελλάδας. Εύχομαι καλή συνέχεια στον φίλο ποιητή που αγωνίζεται να υπάρξει ποιητικά στη ζωή του και αποδεικνύει καθημερινά, μέσα απ’ το έργο του, ότι αξίζει πραγματικά την αναγνώριση όλων.



04/09/2014



Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου