Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Κριτικό σημείωμα για το παιδικό βιβλίο του Διονύση Λεϊμονή: «Το δέκατο έβδομο κιβώτιο», Εκδόσεις Πατάκη, 2014.





   Ο φίλος λογοτέχνης Διονύσης Λεϊμονής, φιλόλογος μέσης εκπαίδευσης και γνωστός στο Βόλο για τις δράσεις του που προωθούν τη λογοτεχνία (ραδιόφωνο – δημιουργική γραφή), εξέδωσε το νέο του βιβλίο, ένα παιδικό μυθιστόρημα με τίτλο: «Το δέκατο έβδομο κιβώτιο», στον αξιόλογο και έγκριτο εκδοτικό οίκο «Πατάκης».
   Το θέμα του βιβλίου είναι επίκαιρο, αλλά ταυτόχρονα και διαχρονικό, με την έννοια ότι αποτελεί διακαή πόθο όλων των Ελλήνων, η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα ώστε να γίνει η αποκατάσταση  μιας αδικίας του παρελθόντος.
   Πιο συγκεκριμένα στην ιστορία, μια παρέα παιδιών: ο Προκόπης, η Αφροδίτη, ο Μάξιμος, η Ελίνα, η Ελπίδα, η Φανούλα (που έχει χάσει το φως των ματιών της μετά από ατύχημα) και ο Χριστόφορος (ο αφηγητής που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μας παρουσιάσει τα γεγονότα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση), παρακολουθούν από κοντά τις προσπάθειες του αρχαιολόγου Δημήτρη Αλεξίου και του καπετάνιου  κυρ Γιώργη να ανασύρουν από τον βυθό του Αβλέμονα των Κυθήρων, το δέκατο έβδομο κιβώτιο από το ναυαγισμένο πλοίο «Μέντορας», με το οποίο ο Έλγιν θέλησε να μεταφέρει στην πατρίδα του τα αρχαία ελληνικά μάρμαρα του Παρθενώνα (μαζί με αυτά και την έβδομη Καρυάτιδα). Ο Χριστόφορος μα και τα άλλα παιδιά εκφράζουν διαρκώς τους προβληματισμούς τους, τις αγωνίες τους, τους φόβους τους, τις ελπίδες τους, καθώς προσπαθούν να μαθαίνουν συνεχώς για την πορεία και τα αποτελέσματα των ερευνών.
   Παράλληλα, μέσα από την αφήγηση προβάλλονται οι απίθανες ομορφιές του νησιού των Κυθήρων (ή Τσιρίγου, με την Ενετική ονομασία), οι οποίες και λειτουργούν ως ιδανικό σκηνικό δράσης για το πλάσιμο μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας από τον συγγραφέα, ενώ υποβάλλουν αυτόματα τον αναγνώστη στη μεγαλοπρέπεια ενός τόπου, συνδυασμένου με την αρχαία ελληνική μυθολογία και τους συμβολισμούς που επιτρέπει, παραδείγματος χάρη η ανάδυση της Αφροδίτης.
   Ο συγγραφέας Διονύσης Λεϊμονής χρησιμοποιεί πάμπολλες λαϊκές εκφράσεις κατά τη διάρκεια της αφήγησης και την εξέλιξη της πλοκής με το στόμα του πρωταγωνιστή Χριστόφορου, προτάσεις που δίνουν ζωντάνια στον λόγο, αμεσότητα, και αναδεικνύουν τους χαρακτήρες του έργου ως ανθρώπους προσιτούς, που εύκολα τυχαίνει να συναντά κάποιος στην καθημερινή του ζωή.
   Το βιβλίο χωρίζεται σε δεκατρία κεφάλαια μικρής έκτασης, ώστε να μπορούν να διαβάσουν με άνεση τα παιδιά και να κάνουν και τις απαραίτητες παύσεις ανάμεσα από τα κεφάλαια. Ωστόσο, η άποψή μου είναι ότι το κείμενο κυλά σαν το κρυστάλλινο νερό του ποταμού και δύσκολα θα μπορούσε να το αφήσει το παιδί από τα χέρια του πριν φτάσει στο τέλος του βιβλίου.
   Η επιτυχημένη συνύπαρξη της γλαφυρής πένας του Διονύση Λεϊμονή και των ιστορικών πληροφοριών που προσφέρονται –μέσω μιας εκλαϊκευμένης ενημέρωσης, κατανοητής στην αντιληπτικότητα των παιδιών- αποτελεί και ένα από τα δυνατά σημεία του μυθιστορήματος. Βέβαια, σε ορισμένες περιπτώσεις –ευτυχώς λιγοστές- η χειμαρρώδης έμπνευση του συγγραφέα αδυνατεί να υπακούσει σε κάποιο ελεγκτικό μηχανισμό, με αποτέλεσμα να υπάρξουν περιπτώσεις μακροπερίοδου λόγου και μεγάλων προτάσεων που καταλαμβάνουν μέχρι και έξι σειρές.
   Η διήγηση του καλόγερου Αυγουστίνου σχετικά με τον βίο της Αγίας Ελέσας, αλλά και η διήγηση του Κυρ Γιώργη σχετικά με τις πρώτες του εμπειρίες στη θάλασσα, διαμορφώνουν ένα γοητευτικό πλαίσιο μπροστά στα μάτια των παιδιών και κάνουν την επαρχιακή κοινωνία να ξεχωρίζει για τους ανθρώπους της.
   Από τεχνικής απόψεως, η επιλογή του συγγραφέα να «μιλήσει με τη φωνή» του μικρού ήρωα του βιβλίου Χριστόφορου, η παραστατική αφήγηση, οι διασκεδαστικοί διάλογοι –που αντιπροσωπεύουν την ψυχολογία του παιδιού, με την αθωότητα και την αδιάκοπη ροπή για παιχνίδι- αναγάγουν το κείμενο πρώτα απ’ όλα σ’ ένα ευχάριστο και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα και κατά δεύτερο λόγο σ’ ένα μορφωτικό ανάγνωσμα που έχει σκοπό να ευαισθητοποιήσει τα παιδιά σχετικά με τον πολιτισμό, τις ιστορικές ρίζες και την ευθύνη που πρέπει να συνειδητοποιήσουν και να αναλάβουν για την επιστροφή των «Παρθενώνειων» γλυπτών μαρμάρων, όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας.
   Η περιγραφή του βυθού μαγνητίζει στο εξής απόσπασμα, από τη σελίδα 78 του βιβλίου:
   «Μια σειρά από κοράλλια κουνούσαν δεξιά αριστερά τα μαλλιά τους κατά τη φορά του ρεύματος που τα παράσερνε και τα κυμάτιζε με χάρη. Κοπάδια από ψάρια σεργιάνιζαν δίπλα μας κρατώντας, όμως, μια απόσταση καλού κακού. Τα χρώματα του βυθού είναι τόσο ίδια με αυτά της στεριάς! Από βαθύ πράσινο μέχρι καφετί, αλλά και μοβ αποχρώσεις και χρυσές ακτίνες σκορπίζονται σαν πιτσιλιές και ομορφαίνουν το υγρό τοπίο. Πιο κει ένα καβουράκι είχε βγει να κάνει την πρωινή του βόλτα, μα μόλις πλησιάσαμε επικίνδυνα κοντά του, έτρεξε να κρυφτεί στην τρύπα του πιο κοντινού βράχου».
   Συγχαρητήρια στον φίλο Διονύση Λεϊμονή, γιατί δείχνει ότι καταφέρνει να προσεγγίσει τις ψυχές των παιδιών με ευαισθησία και ανθρωπιά, με καημό κι ελπίδα. Με τον τρόπο του μάς προτρέπει να φωνάξουμε όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, να απαιτήσουμε με επιμονή και υπομονή την επιστροφή των μαρμάρων που ανήκουν στην πατρίδα μας. Στο τέλος σίγουρα θα τα καταφέρουμε, αφού είναι πέρα για πέρα δίκαιο το αίτημά μας αυτό προς την διεθνή κοινότητα, αλλά είναι και ιστορικά αναγκαίο.

04/11/2014

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου