Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Πέντε σατιρικά ποιήματα του Παύλου Πολυχρονάκη.


Το ποίημα αυτό κατέκτησε τη δεύτερη θέση στον φετινό Διαγωνισμό Έμμετρης Σάτιρας.

ΜΙΑ ΑΥΡΙΑΝΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Είμαι η Λίτσα η Ξανθιά, εταίρα ξακουσμένη
Κι ασκώ το πρώτο επάγγελμα που ‘ρθε στη Οικουμένη.
Μα δεν το θεωρώ ντροπή, (αν έχετε απορίες)
Κι ας με κοιτούν ειρωνικά οι έντιμες ….κυρίες.
Το θεωρώ λειτούργημα που είναι ψυχοφθόρο
Μα ‘ χει το πλεονέκτημα να ΄ναι  προσοδοφόρο.
Κινούμαι από το Σουφλί μέχρι τη Νότια Κρήτη
κι ένα φωτάκι κόκκινο μου βάνουνε στο σπίτι.
Την πιο τρανή απόλαυση παρέχω στα αγόρια
Και σ’ όσους ατυχήσανε, διώχνω τη στεναχώρια.
Αν δεν υπήρχα πρόβλημα θα ‘χαν οι στρατευμένοι,
Γεροντοκόροι, εργένηδες, έγχρωμοι, κουνημένοι,
Κουτσοί, μουγκοί, αλλήθωροι, βλάκες, κακοφτιαγμένοι,
ψυχοπαθείς, ανώμαλοι, κι άλλοι δυστυχισμένοι.
Σ’ όλους ανοίγω μια αγκαλιά, τονώνω το αντριλίκι
Κι ας λένε για <<το κάγκελο… και το χαλαμπαλίκι…>>
Ποτέ δεν έκαμα κακό και βλάβη σε κανένα
Και μόνο οι πουριτανοί έχουν να λεν για μένα.
Των παντρεμένων γυναικών τσ’ άντρες δεν ξελογιάζω
Και τσ’ άθλιους πολιτικούς, ποτέ δεν πλησιάζω.
<< Την προστασία.. >>προ πολλού την έχω κάνει πέρα
Και είμαι αυτεξούσια. Είμαι η παλιά εταίρα,
Η θεοδώρα η Λαΐς, η Φρύνη, η Ασπασία
Που παντρευτήκανε τρανούς κι άσκησαν εξουσία
Έχω για τα γεράματα στην μπάντα παραδάκι
Και δεν φοβούμαι, Σοϊμπλε, Τσίπρα και Βαρουφάκη.
Πληρώνω τις κρατήσεις μου, πληρώνω εφορία,
θα πάρω  σύνταξη καλή και θα ‘μαι μια κυρία!
Κι αφού ‘χω κι ένα όνομα, ο Χάρος να με πάρει
αν δεν γινώ πρωθυπουργός, πριν απ’ τον Κασσιδιάρη…
Και τότε θα φωνάξετε :<< Έπρεπε μια εταίρα  
να κυβερνήσει για να δει η χώρα άσπρη μέρα…>>


Ο ΑΘΩΟΣ!

Δικαστής:                   Λέγε κατηγορούμενε, Γιάννη Δαιμονογιάννη
                                    αν είν’ αλήθεια όλ’ αυτά που λεν πως έχεις κάνει.

Κατηγορούμενος:      Δεν είν’ αλήθεια Δικαστή, και ρώτα ένα – ένα,
                                    να δεις πως είναι ψόματα γι δικαιολογημένα.

            Δ          :           Δεν σκότωσες το Λιμαντζή μες του χωριού το μαγαζί;
            Κ         :           Του παίξαμ’ άλλοι δυό μαζί, τον σακατέψαμε, μα ζει.

            Δ          :           Το δυό χιλιάδες το εφτά, δεν λήστεψες γέρους εφτά;
            Κ         :           Καζάντια μου ρεζιλευτά, ψείρες τους πήρα για λεφτά…

            Δ          :           Έδειρες κι είπες «τραμπαπά» της Ενορίας τον παπά.
            Κ         :           Μα.. μου ‘παν πως δεν μ’ αγαπά και πως με λέει «αρτσουπά»! 

            Δ          :           Εξήντα έχνη του Μπαρνιά, δεν τα ‘σφαξες με τα αρνιά;
            Κ         :           Κι ο προπαππούς του μια χρονιά, μας έσφαξε μια κοπανιά.

            Δ          :           Ελιές πενήντα μια βραδιά, δεν τσι’ κοψες με τη σοδειά; 
            Κ         :           Είχαν πολύ κακή λαδιά, αν λες για κείνες του Ξυδιά.

            Δ          :           Εσύ, δεν επυρπόλησες του Δήμαρχου τ’ αμάξι;
            Κ         :           Έβγαζε καυσαέρια κι έπρεπε να τ’ αλλάξει.

            Δ          :           Απ’ τη δασκάλα, έρωτα ζήταγες όπως όπως. 
            Κ         :           Με γράμμα τση το ζήτουνα κι όχι αυτοπροσώπως.

            Δ          :           Εις το Δημοτικό σκολειό έβαλες δυναμίτη. 
            Κ         :           Με ‘δερνε ο δάσκαλος παλιά∙ δεν άνοιξε όμως μύτη. 

            Δ          :           Τους γεωπόνους που ‘ρχονταν για να επιδοτήσουν
                                    τσ’ αίγες σου, τσοι μπαλότερνες να μη σου τις μετρήσουν.
            Κ         :           Αν τσ’ άφηνα τις αίγες μου μια – μια να τις μετρούσαν,
                                    το μέτρημα ‘ναι γρουσουζιά κι ούλες θα μου ψοφούσαν.

            Δ          :           Έδειρες τσ’  αστυνομικούς που ‘ρθαν να σε συλλάβουν.
            Κ         :           Ήμουνα αμυνόμενος και να το καταλάβουν.

            Δ          :           Πες μου κατηγορούμενε, Γιάννη Δαιμονογιάννη
                                    εάν υπάρχει έγκλημα που να μην το ‘χεις κάνει;
            Κ         :           Υπάρχει, ένα Δικαστή: «Τον πιο ωραίο φόνο!...»
                                    Το ‘πίθετό μου τα ‘κανε γι’ αυτό και το σκοτώνω!
                                    Και όπου έκανα κακό, σαν, «ο Δαιμονογιάννης»,
                                    εκειά θα κάνω το καλό, μα σαν Αγγελογιάννης…


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Ας τάξω ο κακορίζικος πως δεν σ’ είδα ποτέ μου
κι ένα κερί αυτούμενο εκράτουν κι έσβησέ μου,
είπα κι εγώ σαν μ’ άφησες και πήρες άνδρα γέρο
γιατ’ είχε κάποια χρήματα κι ειλικρινά δεν ξέρω
εάν θα πρέπει να χαρώ που ‘σαι δυστυχισμένη
ή να λυπάμαι πιο πολύ άπιστη αγαπημένη.


                                       Στην ΠΟΛΥΛΟΓΟΥ

Η γλώσσα σου όταν λαλεί σταματημό δεν έχει
κι όλοι απορούν, ο άνδρας σου ο δόλιος πως σ’ αντέχει,
που μια φορά εξέχασες, λέει, να σταματήσεις
                     και πέρασαν μέρες εφτά, που ‘χες να του μιλήσεις. 


 ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΓΕΤΗ

Αν θέλεις στην Ελλάδα μας πρωθυπουργός να γίνεις
μα και στη θέση σου αυτή πολύ καιρό να μείνεις,
σε μια στιγμή που αστάθεια πολιτική υπάρχει
και δεν υπάρχει πρόσωπο αξιόλογο για να άρχει,
μάζεψε μες το κόμμα σου τους δυσαρεστημένους,
τους καιροσκόπους, άνεργους και τους μη βολεμένους.
Τάξε τους όσα σου ζητούν κι ας μην μπορούν να γίνουν
κι όταν θα σε ψηφίσουν, ζήτα, αυτοί να δίνουν.
Κι αν θα σου πουν δεν έχουνε γιατί ειν φτωχοί ανθρώποι,
πες τους, για την κατάντια τους πως φταίει η Ευρώπη
που δεν μας δίνει δανεικά και αγύριστα η σκρόφα
και θα την φάνε στην στιγμή οι άμοιροι την μπλόφα.
Κι όταν στο απροχώρητο τα πράγματα θα φτάσουν
κάνε την κωλοτούμπα σου προτού να σου χαλάσουν
το έργο σου και το προφίλ οι συνεργοί και φίλοι
που την Ελλάδα διεθνώς την κάνουνε ρεζίλι.

Παύλος Πολυχρονάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου