Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

"Το κάλεσμα", ένα όμορφο αφήγημα της Εύας Λόλιου.


   Την προσπέρασα την πρώτη φορά κατεβάζοντας τα μάτια χαμηλά. Άναψα ένα τσιγάρο και συνέχισα τον δρόμο μου σιωπώντας.
    Σαν ξανάρθαν μεσάνυχτα, με ξύπνησε το δυνατό μου καρδιοχτύπι. Πλύθηκα, έβαλα λευκά. Η βροχή άφησε πίσω της τα αρώματα των γιασεμιών. Έφτιαξα ένα μπουκέτο από δαύτα για να τα βάλω στο βάζο της. Ο καπνός του μισοτελειωμένου τσιγάρου χάθηκε στην υγρασία του δρόμου. Κοντοστάθηκα στη μορφή της και επέστρεψα. Στα όνειρα μου με καλούσε να γυρίσω κοντά της.
    Σαν γύριζα κάθε βράδυ μετανιωμένος για τη δειλία της καρδιάς μου, το πρωί η ψυχή μου αναθάρρευε. Μου έδινε λόγους επιστροφής. Διψούσα για την αγάπη της, για ένα αέρινο χάδι στο προσωπό μου, δυό φιλιά στα απελπισμένα μάτια μου που διψούσαν για τη μορφή της. Η συνείδηση σαν να νικούσε πια τη λογική.
    Ξάστερος ο ουρανός, φώτιζε τον δρόμο του πηγαιμού. Χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησιάς. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, πέρασα το κατώφλι της. Ήταν εκεί, με περίμενε. Έσκυψα ευλαβικά στη μορφή της, φίλησα τα πόδια της. Ξεδίψασα.
    Την κοίταγα στο θεϊκό της πρόσωπο με μάτια καθαρά πια.
   "Σ' ευχαριστώ Παναγιά μου", είπα αλαφραίνοντας το βάρος της ψυχής μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου