Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Νόστος.



   Στον δρόμο υπήρχε μια πινακίδα, μα ήταν στραμμένη με τέτοιον τρόπο που δεν ήξερες αν έπρεπε να ακολουθήσεις την πορεία σου ή να στρίψεις αριστερά.
   «Ομορφοχώρι» με ξεθωριασμένα γράμματα, σαν τα χρόνια που είχαν ξεθυμάνει στη μνήμη και ήταν αδύνατον να θυμηθώ κάποιον άνθρωπο του χωριού ή κάποια σημαδιακή κατάσταση που μ’ έκανε να χαρώ ή να λυπηθώ.
   Παίρνοντας την στροφή αριστερά και προχωρώντας με ανυπομονησία, δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου σε ό,τι έβλεπα. Άνθρωποι με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και παραμορφωμένα πρόσωπα κυκλοφορούσαν στους δρόμους, ώστε δεν μπορούσες να διακρίνεις κανένα συναίσθημα πάνω τους. Προσευχόμουν στον Θεό, μήπως και με αναγνωρίσει κάποιος από τους παιδικούς μου φίλους, με αγκαλιάσει αδελφικά και με οδηγήσει στην ταβέρνα του χωριού να τα πιούμε και να θυμηθούμε τα παλιά. Αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιος ακριβώς ήμουν τώρα, πώς με λέγαν άραγε; Πέτρο, Θωμά ή Θανάση;
   Ώσπου με πλησίασε μια γυναίκα, πάρα πολύ άσχημη, κι έδειχνε ότι με περίμενε λέγοντας: «επιτέλους ήρθες!». Άρχισε να μου εξηγεί έναν παράξενο μύθο, ότι δηλαδή όποιος θα γυρνούσε στην πατρίδα του μετά από πολλά χρόνια αφήνοντας μόνους τον πατέρα και την μάνα του, θα αντίκριζε την ασχήμια των προσώπων όλων των συγχωριανών του.
   «Πού είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου;» ρώτησα απελπισμένα.
   «Έλα να σου δείξω» απάντησε εκείνη και με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε σ’ ένα σπίτι στην άκρη του χωριού.
   Χτύπησε την ξύλινη πόρτα με το ρόπτρο και άνοιξε μια γερασμένη γυναίκα που ίσα κρατιόταν στα πόδια της.
   «Σε ευχαριστώ Αλεξάνδρα» είπε και μ’ ένα νεύμα, της έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε να κλείσει την πόρτα πίσω της και να αφήσει να εκτυλιχτεί μυστικά μια τρυφερή οικογενειακή ζωή.
   Η μάνα μου με πήρε αγκαλιά και λύθηκε σε κλάματα, αλλά δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ούτε το χάδι της μου θύμιζε κάτι… Μου έφερε και φωτογραφίες να μου δείξει ποιος ήμουν, μα και πάλι αν και του έμοιαζα του ανθρώπου αυτού που έβλεπα, αισθανόμουν πως ήμουν πολύ διαφορετικός του. Με πλησίασε κι ο πατέρας μου και φώναξε: «Διονύση, ξέχασες που έσπασες το πόδι σου μια φορά κουτρουβαλώντας την σκάλα;».
   «Ας τον να ξεκουραστεί» του είπε η μάνα μου και αύριο το πρωί βλέπουμε τι θα κάνουμε… ή φέρνουμε τον παπά να τον διαβάσει ή τον γιατρό να τον εξετάσει».
   Ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πάνω κρεβατοκάμαρα και άρχιζα να την περιεργάζομαι εξονυχιστικά. Άνοιξα ένα μπαούλο, έχωσα τα χέρια μου ανάμεσα από φωτογραφίες, κειμήλια της οικογένειας και χρυσαφικά. Βρήκα ένα κιτρινισμένο χαρτί. Τα γράμματα ξεχώριζαν καθαρά: «Ληξιαρχική πράξη θανάτου, ο Διονύσης Κεντάκης απόθνησκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1973, δολοφονηθείς υπό άγνωστου αντρός, που εισέβαλλε εν μέσω της νυχτός εις την οικία των γονιών του, εικοσιπενταετής νέος».
   Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, εγώ δεν υπήρχα καν, και γιατί έπρεπε να υποδυθώ ένα πρόσωπο που δεν υπήρχε τώρα στη ζωή; Ένα σημείωμα, στην άκρη του κομοδίνου, με έβγαλε από τις αδιέξοδες σκέψεις:
   «Από σήμερα αγαπητέ φίλε μου είσαι ο Διονύσης Κεντάκης, κάτω από το μαξιλάρι θα βρεις ένα βιβλίο με τη βιογραφία μου και οδηγίες με το τι πρέπει να κάνεις από τώρα και στο εξής… Τα αρχεία της κοινότητας καταστράφηκαν μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1982. Όλοι στο χωριό πιστεύουν ότι δεν πέθανα και έφυγα μετανάστης στο εξωτερικό…».
   Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα σφύριγμα ανέμου κι ένιωσα ταυτόχρονα την κουρτίνα να κινείται. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Άνοιξα τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, τα φύλλα της μουριάς κάτω στην αυλή ήταν ασάλευτα. Άπνοια, η μέρα προοιωνιζόταν αρκετά ζεστή…   

18/04/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου