Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Τέσσερα ποιήματα του Παύλου Πολυχρονάκη.

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ
 
ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΜΕΡΕΣ
 
Τις πρόσφατες κακοκαιριές , με χιόνια και με πάγο
επείνασα κι ο άμοιρος δεν είχα τι να φάγω
και σαν ζητιάνος ταπεινός με λύπη και  αισχύνη
επήγα και εζήτησα του Τσίπρα ελεημοσύνη.
Κι αυτός μου είπε: Σάτυρε, απού σε κουμαντάρω,
δεν θα σου δώσω ούτε λεπτό αλλά και θα σου πάρω
γιατί δυο χρόνια άδικα, μαζί μου τα ΄χεις βάλει
και γράφεις ότι βράζετε όλοι σε ένα τσουκάλι
λες κι είσαστε οι Έλληνες σπόρος απο ραπάνι
κι εγώ της Χαλυβουργικής τεράστιο καζάνι.
Και παραπέρα προχωρείς και λες πως μαύρες μέρες
περνάτε μετά λόγου μου και ξαμολάς φοβέρες
κι ότι μ΄εμέ δεν πρόκειτε να δείτε άσπρη μέρα
κι ακόμα πως σας έριξα το σκάφος σας σε ξέρα.
Και δεν θωρρείς πως στις χιονιές η χώρα απ΄άκρη σ΄άκρη
ντύνεται στα ολόλευκα, κι η μέρα γίνεται άσπρη.
Και μόνο τον Δεκέμβριο ημέρες είδατε άσπρες
άλλοι εφτά κι άλλοι οχτώ, το ξέρουνε κι οι γλάστρες.
Και μόνο τον Ιανουάριο, στη φούρια του χειμώνα
δύο άσπρες μέρες είδατε, τσι πιο άσπρες του αιώνα.
 
Παύλος Πολυχρονάκης

 
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ
 
Αν σ’ όλα είσαι άτυχος, από το ριζικό σου
κι αν θεωρούν γρουσούζικο και το ποδαρικό σου,
φίλε, γρουσούζη κι άτυχε, μην τρέφεις αυταπάτες
ότι αυτά θ’ αλλάξουνε με κάποιες …. ξένες πλάτες∙
και μην πιστεύεις πως μπορεί ποτέ να καταφέρει
ο νέος χρόνος μόλις μπει, ρόδινα να στα φέρει
και κει που είσαι άτυχος,φτωχός και κακομοίρης
σε λίγη ώρα να βρεθείς, πλούσιος και καλομοίρης.
Γι’ αυτό την ύστατη νυχτιά, μην πας να παίξεις ζάρια,
μην πας να μπλέξεις στα χαρτιά, μην πεις ότι ποδάρια
έχει ο διάβολος πολλά κι ίσως να σπάσει ένα
και να πλουτίσεις στη στιγμή με τα λεφτά τα ξένα,
γιατί θα δεις ξεκάθαρα στο «πράσινο τραπέζι»,
πως επιμένει η τύχη σου, κι εδώ να σε … εμπαίζει!
Κι αν, ο χαμένος στα χαρτιά, σου’παν ότι κερδίζει
εις την αγάπη πάντοτε κι ο κόσμος το γνωρίζει
και πας να κάνεις πρόταση σ’ αυτή που’χεις στο μάτι
κι εκεί η ατυχία σου θα’ναι καραμπινάτη…
 

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΑΣ

Η πιο μεγάλη αγκαλιά, αυτή είναι της γιαγιάς μας
κι ιδίως αν αυτή η γιαγιά, μάνα είναι της μαμάς μας.
Μέσα σ΄αυτήν πάντα χωρούν και στα γεράματά της
εγγόνια και δισέγγονα, τα τρεις φορές παιδιά της.
Ξενύχτησε και ξενυχτά εις το προσκέφαλό μας,
ταΐζει μας,  φροντίζει μας μοχθεί για το καλό μας.
Το μπιμπερό ξανάπιασε, μας λέει παραμύθια,
μας αγκαλιάζει με στοργή σφιχτά πάνω στα στήθια
Αν κινδυνεύουμε μπορεί τη θέση μας να πάρει
κι ούτε την πιο κουραστική δε μας αρνείται χάρη
Θέ μου! και να γινότανε ετούτη τη γιαγιά μας
να την κρατήσεις στη ζωή ως τα δισέγγονά μας
αλλά να είναι όρθια κι άξια να προσφέρει
τη γλύκα και την ομορφιά που μόνο εκείνη ξέρει.


ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Προσβεβλημένη
κι αγριεμένη
να γράψω οφείλω
κι ότι με σφάζει
και με πλαντάζει
να καταγγείλω.
 
Με πιάνει τρέλα
που ΄μαι κοπέλα
και για να βγάζω
τα προς το ζην μου
θεν το βρακί μου
να κατεβάζω
 
Μα εγώ σε βρώμους
και παρανόμους
δε θα ενδώσω
και το κορμί μου
και την τιμή μου
δε θα τους δώσω.
 
Στο νου μου βάνω
άλλο να κάνω
να΄χω να φάω.
Θα βρω παιδάκια
και γεροντάκια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου