Τόσες θάλασσες πώς μπόρεσαν να κρυφτούν μέσα στα μάτια σου; Απορώ που η απουσία σου φέρνει ανέλπιστα νοτιάδες που φουσκώνουν τα πανιά των καραβιών... Η μοναξιά τελευταία μοσχομυρίζει πεύκο και στολισμένα ψαροκάικα με αλμύρα στην άκρη ενός νησιώτικου λιμανιού. Να τα χέρια σου που απλώνονται να με αγκαλιάσουν μοιάζουν με φτερούγες ηλιοκαμένων γλάρων, που απολαμβάνουν τη ζεστασιά της ψυχικής εγγύτητας. Όμως όταν χτυπάει η καμπάνα της εκκλησιάς, το κάλεσμα για προσευχή των πιστών μοιάζει τόσο με το χτυποκάρδι σου και την αγωνία του έρωτα. Φιλί στα χείλη σου ακολουθεί και αισθάνεσαι το άγγιγμα της θαλασσινής αύρας και τη γεύση του αφρού ενός γοργοτάξιδου καραβιού, ολόιδιο με τη σωματική αναταραχή των πόθων που ακούγεται σαν ψίθυρος... φράσεις ανομολόγητες που το σύμπαν ερμηνεύει με καταφάσεις. Κι αυτή η σιωπή του έρωτα που σαν τον καταγάλανο ουρανό μάς σκεπάζει, μαθητεύει πάνω στα ξανθά σου μαλλιά για το πώς γεννιέται το φως και οι γλάστρες του νησιού γεμίζουν ξαφνικά με ολάνθιστα εύοσμα λουλούδια, τόσο οφθαλμοφανές το θαύμα στους κατοίκους του νησιού που οι κρίνοι άπλωσαν τη γύρη τους παντού κι ας μην ήταν άνοιξη... Άνοιξη είχαν οι καρδιές μας κι οι θάλασσες πλήθυναν μέσα στα μάτια σου, μεγάλωσαν τα ταξίδια με τον έρωτα πλοηγό. Φώναζε εκείνος «βίρα τις άγκυρες», περίμενε όμως να μπει η αγάπη για να δώσει εντολή να λυθούν τα παλαμάρια και να κλείσει η μπουκαπόρτα του πλοίου. Τότε σε είδα στη γέφυρα πάνω να ρίχνεις ροδοπέταλα στη θάλασσα και να ανεμίζεις μία κατακόκκινη σημαία του πάθους, λευκοντυμένη με στεφάνι αγριολούλουδων κι όσο σε πλησίαζα μεταμορφωνόσουν σε Νεράιδα... κόρη των δροσοπηγών του έρωτα...
Λάσκαρης Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου