Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Κάτω από τον ήλιο

                                                                                             
   Ο ήλιος χτυπούσε ανελέητα με τις αχτίνες του τα βασανισμένα κεφάλια των αγροτών. Είχαν ξαποστάσει σε ομάδες κάτω από ένα βαθύσκιωτο δέντρο καταϊδρωμένοι και ξεστόμιζαν ύβρεις γι’ αυτό το φοβερό και απαραίτητο φωτεινό σώμα στην ανάπτυξη κάθε μορφής ζωής.
   Με το κλαδευτήρι αφαιρούσαν τους παλιούς βλαστούς· τους γέρικους και παρόλο που το κόψιμο πονούσε, έδινε καινούργια ζωή στο φυτό που θα πετούσε απ’ την αρχή νέους κι ελπιδοφόρους βλαστούς.
   Η μέρα λαμπερή κάτω απ’ τη σκιά του δέντρου, μα κουραστική στον μόχθο θα έκανε οποιονδήποτε να ονειρεύεται ώρες διακοπών σε μια καταγάλανη θάλασσα και όχι ώρες εργασίας κάτω από έναν διαυγή ουρανό.
   Ένας από τους κατεξοχήν λουφαδόρους, ο Δημήτρης ο Ροδίτης -του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι λόγω του ροδαλού χρώματος που συχνά έπαιρνε το πρόσωπό του από το κρασί- μετά το τέλος του κολατσιού άρχισε να επιδίδεται στην αγαπημένη του συνήθεια.
   -Άιντε, πιέστε ένα ποτηράκι βρε παιδιά, να πάρετε δυνάμεις για τη συνέχεια!
   Το δικό του ποτηράκι ήταν ένα μεγάλο παγούρι που το βάπτιζε «νερό».
   Ο Δημήτρης βέβαια ήταν γεμάτος όνειρα. Ήθελε να ζήσει σε μια μεγάλη πόλη, να αισθανθεί στο πετσί του τον γρήγορο ρυθμό της ζωής, να βρει μια δουλειά τίμια και τα βράδια να τρυπώνει σε κάτι μισοσκότεινα μπαρ χωρίς τον φόβο να γίνεται αντιληπτός από κανένα, κανείς να μην μπορεί ν’ ασχοληθεί κακόβουλα με τις συνήθειες και τα ελαττώματά του.
   Όμως στάθηκε άτυχος και έχασε πρόωρα τον πατέρα του από καρδιακό επεισόδιο. Μέσα στο μεγάλο του πόνο για την απώλεια μία τρομερή ανησυχία του κατέτρωγε την ψυχή. Ένιωθε αδύναμος, πάντα ζούσε στη σκιά του πατέρα του. Ποτέ δεν είχε την ευθύνη για ό,τι γινόταν μέσα στο σπίτι, ούτε θέληση να εναντιωθεί σε αποφάσεις που τον δυσαρεστούσαν. Καλόβολος και με αρχές πήγαινε πάντα με τα νερά των γονιών του, για να έχει εξασφαλισμένη τη σταθερή παροχή σε χρήμα.
   Τώρα δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, έπρεπε να βρει τις δυνάμεις, να δώσει αρχικά κουράγιο στη μητέρα του που έμεινε χήρα και παράλληλα ν’ αναλάβει τη μεγάλη κληρονομιά σε γη και αν δεν απέδιδε στα χέρια του το αμπέλι ισάξιους καρπούς, τουλάχιστον να μη δυστυχήσει εγκαταλειμμένο στη μοίρα του.
   Αυτή η εργασία τελικά διαπίστωσε πως δεν ταίριαζε  στη ψυχοσύνθεσή του· ο κόπος ήταν συγκριτικά περισσότερος απ’ το κέρδος, παρόλο που το κρασί δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι του.
   Η Κατερίνα -μια κοπέλα με πανέμορφο πρόσωπο, βαθιά εκφραστικά μάτια και μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά- πονούσε όλη την οικογένεια, όμως δεν το εκδήλωνε ανοιχτά. Προφασιζόμενη ανθρωπιστικούς λόγους πήγαινε καθημερινά για λίγες ώρες στη χήρα μάνα του Δημήτρη για να την παρηγορήσει και να της δώσει κουράγιο με την ελπίδα να βλέπει το πρόσωπο που αγαπούσε.
   Εκείνος σπάνια σήκωνε τα μάτια του να την κοιτάξει και όλη η συμπεριφορά του έδειχνε πως η παρουσία της κοπέλας του ήταν αδιάφορη. Μέσα στα λόγια του δεν ανακάλυπτες καμία μελλοντική υπόσχεση, φανερή ή κρυμμένη. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν το κρασί και τίποτε άλλο. Αυτό το πληγωμένο, τραυματισμένο πουλί, τη στιγμή που άνοιγε τα φτερά του να πετάξει, νέος στο ξεκίνημα των ονείρων του έχασε το μεγαλύτερο στήριγμά του· την πατρική παρουσία.
   Η μάνα του Δημήτρη είχε υποψιαστεί αυτή την ανομολόγητη αγάπη. Η κοπέλα δεν της είχε μιλήσει ποτέ για τα αισθήματα που έτρεφε κι έτσι πήρε την απόφαση από μόνη της να «ξυπνήσει» το γιο της απ’ το λήθαργο του ποτού και να εκθειάσει τον μεταμορφωτικό ρόλο της αγάπης σε ανθρώπους και στοιχειά της φύσης. Του είπε πως ένα ντροπαλό κορίτσι βασανίζεται τις νύχτες και μες στα όνειρά της νιώθει μεγάλη μοναξιά.
   -Όταν σε τυχαίνει στο δρόμο, χάνει τα λόγια της!
   -Και ποια είναι αυτή μάνα; ρώτησε με απορία.
   -Δε θα σου πω…Κοίταξε γύρω σου να δεις και θα καταλάβεις. Ο Θεός σου έφερε μια μεγάλη τύχη κι εσύ δεν την λογαριάζεις. Τα μάτια της σταλάζουν πόνο και πίκρα, το πρόσωπό της μαραίνεται, η ομορφιά της καίγεται όταν εσύ δεν ανταποκρίνεσαι στα αισθήματά της. Νιώθει πως τα νιάτα σου καταστρέφονται στο καφενείο και στο πιοτό, δε βρίσκει τόπο γι’ αυτό να χωρέσει τη στεναχώρια της.
   Η μάνα του ήξερε καλά τι έλεγε, πίστευε πως ο χρόνος είναι το καλύτερο γιατρικό στις ψυχές των ανθρώπων και θερμοπαρακαλούσε το Θεό ν’ ανοίξει τα μάτια του γιου της, να δει τον κόσμο διαφορετικά· με αισιοδοξία κι αντικρίζοντας το θαύμα της αγάπης στο πρόσωπο της Κατερίνας ν’ αφεθεί ξέγνοιαστος στην αγνή και αγγελική ψυχή της.
   Οι προσπάθειες της όμως δεν τελεσφόρησαν και μια μέρα ο Δημήτρης την αποχαιρετούσε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της για να φύγει μακριά…
   -Μάνα, αυτή η γη που φέρνει νόστιμους καρπούς σε άλλους ανθρώπους, σε μένα έφερε μόνο πικρούς. Πάω στη θάλασσα να δουλέψω, κάτω από τον ήλιο το θαλασσινό να παλέψω για το δικό μου και το δικό σας ψωμί.
   Αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τη θάλασσα και πήγε σαν μαθητευόμενος σ’ ένα εμπορικό καράβι, τον «Αίολο» ελπίζοντας πως η αλμύρα θα γινόταν φίλη και σύντροφος του. Πως να το πει η μάνα του της Κατερίνας; Στην αρχή το έκρυβε, αλλά μέσα σε λίγες μέρες μαθεύτηκε πως ο αγαπημένος της μπάρκαρε κι έτσι αναγκάστηκε να το φανερώσει, αλλά έψαχνε τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να μην πληγώσει την ευαίσθητη ψυχή. Την έπιασε απ’ την πλάτη και της είπε με συγκινημένη φωνή:
   -Κόρη μου, ο Δημήτρης αποφάσισε να πνίξει το πάθος του στη θάλασσα. Μακριά από τ’ αμπέλι και το κρασί να δοκιμάσει τα όριά του. Καθαρισμένος πια από την αλμύρα και την ταραγμένη θάλασσα να βρει την υγειά του, να γυρίσει κοντά σου, να σε χαρεί και να τον χαρείς κι εσύ. Θέλει ν’ αφήσει τον παλιό εαυτό του στα ξένα για να φτιάξετε με αγάπη την οικογένειά σας.
   Μα η Κατερίνα όσο και να ’θελε να το πιστέψει, έλεγε:
   -Θα γυρίσει άραγε; Φοβάμαι μην τυχόν η μοίρα του φερθεί σκληρά και δεν μπορέσει να γυρίσει πίσω. Ίσως σε κάποιο λιμάνι σταματήσει να φτιάξει τη ζωή του και για μας δεν ενδιαφερθεί ποτέ ξανά.
   Η μάνα του καθησύχαζε τις ανησυχίες της:
   -Σα μάνα που ξέρει το γιο της και διαισθάνεται τι πρόκειται να γίνει, σου λέω…θα επιστρέψει σύντομα μετανιωμένος και μες στην αγκαλιά σου θα πέσει ευχαριστημένος, δοξάζοντας καθημερινά το Θεό για τούτη την αίσια τύχη του.
   Σ’ ένα απ’ τα ταξίδια του ο Δημήτρης ένιωσε την ανάγκη να πει τον πόνο του σε κάποιον αξιωματικό, την ώρα που πηγαινοέρχονταν πάνω στη γέφυρα. Εκείνος τον ρώτησε γεμάτος περιέργεια:
   -Για ποιο λόγο αποφάσισες να γίνεις ναυτικός;
   -Για να ξεφύγω. Πρώτα απ’ όλα από μένα και μετά από τη γη και τη φύση.
   Ο αξιωματικός όμως σαν πολυταξιδεμένος και έμπειρος στις καταστάσεις της ζωής κάτι υποψιάστηκε και του είπε:
   -Μήπως ο πραγματικός λόγος που έφυγες ήταν για να ξεχάσεις; Μια γυναίκα που σε πλήγωσε, μια αγάπη παλιά ίσως;
   Έκανε κρύο και η μέρα που βγήκε δειλά με τις παγωμένες ακτίνες του ήλιου, τον πονούσε. Θλιμμένες οι ακτίνες θα λαμπύριζαν με τη φρέσκια πάχνη πάνω στο πράσινο χορτάρι. Το σπίτι του τώρα θα έδινε την όψη ενός απλησίαστου και ψυχρού πύργου, όπου μέσα στα μονότονα δωμάτια του ένα κορίτσι έκλαιγε κι ωστόσο τα δάκρυά της ζέσταιναν και η καρδιά της ζέσταινε κι ο πόνος της ζέσταινε αυτό το χειμώνα. Ο αγαπημένος της δεν έλεγε να γυρίσει. Το έγραφε στο θολωμένο τσάμι με την ανάσα της: «Σε περιμένω το καλοκαίρι, μεγάλε μου έρωτα!».
   Ο αξιωματικός συνήθιζε να ασχολείται με τις λεπτομέρειες της ζωής του Δημήτρη. Το πλούσιο γένι και η ταλαιπωρημένη μορφή τον έκαναν να μοιάζει σαν κάτι μοναχούς που έδειχναν το δρόμο στους πιστούς προς τον ουρανό, ενώ εκείνος σημάδευε με το βλέμμα του τη θάλασσα.
   Του μίλησε με αληθινό ενδιαφέρον:
   -Κάποτε νόμιζα κι εγώ πως έχασα τα πάντα, ενώ είχα τα πάντα, γιατί η θλίψη και ο πόνος δε μ’ άφηναν να δω μακριά…Τα όνειρα γίνονται πραγματικά όταν τα πιστεύεις με αφοσίωση και μπορείς να προχωράς άφοβα, μακριά απ’ τις πληγές. Αυτές τις σκοτεινές μέρες κάθομαι και σκέφτομαι. Κοιτάζω τον μελανό ουρανό και τα μανιασμένα κύματα και συμπάσχω με ανθρώπους και καράβια που χάθηκαν στην πορεία τους για κάποιο λιμάνι. Έρχομαι απέναντι από τον εαυτό μου και προσπαθώ ν’ αποκαλύψω ό,τι με επιμέλεια αρνούμαι να παραδεχτώ. Μέσα στη σκοτεινιά βλέπω πιο καθαρά τα πράγματα απ’ όσο φαίνονται στον ήλιο. Αυτός είναι ο γνήσιος θαλασσινός, αυτός που ξέρει να εκμεταλλεύεται τη θύελλα και να την μετατρέπει σε γαλήνη. Δεν είσαι πλασμένος για τη θάλασσα. Γύρισε στη μάνα σου και στο κορίτσι που σε θέλει. Μόνο ο ήλιος είναι ο προορισμός σου, το τραγούδι των πουλιών, το παιχνίδι του σώματος στη μοσχομυρισμένη φύση από ανθούς.
   Ο Δημήτρης ένιωσε πως κάτι διαφορετικό γινόταν εδώ πέρα. Προσηλώθηκε πάνω στην ετικέτα του μπουκαλιού· στο υγρό που σε κάνει να ξεχνάς και διάβασε με προσοχή τα ψιλά γράμματα: «Σανγκρία».
   -Τι ξέρουν άραγε οι Ισπανοί από αμπέλι και κρασί; είπε με απογοήτευση.
   Ξαφνικά άρχισε να συνειδητοποιεί πως για πρώτη φορά έβλεπε τον γενειοφόρο αξιωματικό πάνω στον «Αίολο». Σιγά-σιγά ξεκαθάριζε η τόσο φιλική εικόνα, όσο ξεθόλωνε το μυαλό από τη μέθη. Να τι του θύμιζε ακριβώς. Τον πατέρα του! Ήταν ο ίδιος ο πατέρας του! Ήρθε σαν άγγελος με τα λευκά να τον προειδοποιήσει για τον λάθος δρόμο που ξεκίνησε. Κοίταξε τον ουρανό αλλά τα σημάδια της παρουσίας του είχαν εξαφανιστεί πια.
   Έτρεξε προς την πρύμη. Η ελληνική σημαία κυμάτιζε ασταμάτητα. Ο αφρός πίσω από την προπέλα έμοιαζε σαν το μίτο της Αριάδνης που κάποτε θα τον έβγαζε από το δικό του λαβύρινθο. Έριχνε το απαίσιο ποτό στάλα-στάλα και θαύμαζε τον άνεμο όπως το σκόρπιζε αριστερά-δεξιά, πάνω-κάτω. Έτσι ήταν και κείνος· η ψυχή του, ο νους του και το σώμα του σαν τις στάλες στις φευγαλέες απάτες. Ένιωσε ακράτητο μίσος για το μπουκάλι και το τίναξε με μανία προς τον ουρανό, με τέτοια δύναμη που έφτασε κοντά στο πεδίο του ήλιου και τον έκρυψε. Περίμενε να δει ο πατέρας του πως είχε αποβάλλει την αιτία της καταστροφής του, για πάντα αυτή τη φορά, και να τον ευχαριστήσει με δύο λέξεις. Μια ομάδα από γλάρους με τους κρωγμούς τους διέκοψαν τη συνοχή της σκέψης του.
   Στο βάθος του ορίζοντα διέκρινε το σπίτι του, το πηγάδι στην αυλή. Οι ήρεμες φωνές της μάνας του έσμιξαν με τους ψιθύρους της θάλασσας και το κορίτσι συνέχιζε να κλαίει στην προκυμαία ποθώντας την επιστροφή του. Άκουσε, σίγουρος για την αξία τους, τα σοφά λόγια του παππού του: «Όπου κι αν πας, όσες γυναίκες και να γνωρίσεις, ποτέ σου μην παντρευτείς γυναίκα σε ξένο τόπο. Μονάχα στον τόπο που γεννήθηκες θα είσαι ευτυχισμένος, εσύ και η οικογένειά σου».
   Τότε εκείνος φώναξε: «Κατερίνα!…Κατερίνα…» με όλη του τη δύναμη, ώσπου τα βράχια της θάλασσας ράγισαν. Στον ουρανό ανάμεσα απ’ τα σύννεφα ακούστηκε: «Ελπίδα!…Ελπίδα…». Πάνω στον «Αίολο» αντηχούσε: «Γρήγορα!…Γρήγορα… να μη χαθεί το όνειρο!» Στον τόπο του όλοι, πλούσιοι και φτωχοί άκουσαν από το κάστρο του χωριού μέχρι το λιμάνι:
   «Αχ, αγάπη!…απαλή σαν την ήρεμη θάλασσα και γλυκιά σαν τους καρπούς της γης».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
                                              

***  Έπαινος από την Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ» το έτος 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου