Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Μία σημαντική αποστολή


   Πέρασαν τρεις εβδομάδες από το ανεπάντεχο γεγονός κι ο γάτος Αριστείδης πηγαινοερχόταν περίλυπος στη γειτονιά, με το χοντρό κεφάλι του σκυμμένο και τα μεγάλα μακριά μουστάκια κρεμασμένα προς τα κάτω. Είδε και απόειδε, σχεδόν είχε φτάσει στα πρόθυρα μελαγχολίας ο παχουλός κοκκινοτρίχης και για πολλοστή φορά αναρριχήθηκε στο μισάνοιχτο παράθυρο της τουαλέτας και ύστερα πέρασε στον κυρίως χώρο του σπιτιού.
   Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε μ’ έναν ενοχλητικό ψίθυρο, λες και θρηνούσε για την απουσία των ιδιοκτητών. Στο μικρό τραπεζάκι, στη βάση του φωτιστικού στεκόταν μια μεγάλη οικογενειακή φωτογραφία. Τα πρόσωπα χαρούμενα σε μια φευγαλέα αποτύπωση. Ο Αριστείδης κουλουριασμένος στα πόδια του μικρότερου της οικογένειας. Τότε ακριβώς ακούστηκε ένα μεγάλο, μακρόσυρτο και παραπονιάρικο «νιάου…ου!» που δόνησε την ατμόσφαιρα διαπερνώντας τους τοίχους του σπιτιού πέρα απ’ τα στενά όρια της γειτονιάς, αντηχώντας πάνω στις κορυφογραμμές των βουνών. Η εξοχή, η υποψία μιας άγριας ζωής και ελκυστικής ελευθερίας τον συντάραζε στις ήσυχες οικογενειακές νύχτες του καναπέ. Ήταν ένα όνειρο σωσίβιο στην καθημερινή ζωή ενός συνηθισμένου γάτου που επιθυμούσε κάποια περιπέτεια μακριά από τη δική του εστία.
   Όμως ήρθε το γεγονός της ξαφνικής εξαφάνισης του κυρίου Μιχάλη, της κυρίας Κατερίνας, του μικρού Νίκου, της μικρής Χριστίνας και ο χρόνος έδειξε τα απειλητικά του δόντια. Η αρμονία και η ασφάλεια καταρρίπτεται μέσα σ’ ένα απερίγραπτο γιατί…; ΓΙΑΤΙ! Ο γάτος Αριστείδης είχε μείνει μονάχος και ελεύθερος να κάνει οποιαδήποτε αταξία στο σπίτι χωρίς να τον μαλώσει κανείς! Μα ό,τι είχε ονειρευτεί έγινε ένας εφιάλτης. Σαν να του έδιναν ζωή εκείνα τα αδιάκοπα κυνηγητά και η στριγκιά και μανιασμένη φωνή του κυρίου Μιχάλη να κατευθύνεται παντού:
   «Αριστείδη, παλιόγατε πάλι άφησες τις τρίχες σου πάνω στον καναπέ. Απείθαρχε, ζημιάρη, ακατάστατε».
   Όταν ανακάλυπτε ότι οι τρίχες δεν ήταν δικές μου, αλλά της κατά τ’ άλλα γλυκομίλητης γυναίκας του, η οποία είχε την συνήθεια να λαγοκοιμάται μπροστά στην τηλεόραση, έπαιρνε τα λόγια του πίσω και χάιδευε ηδονικά, με αργές κινήσεις το παχύ τρίχωμά μου. Για να τον ευχαριστήσω του έφερνα τις παντόφλες. Σ’ αυτό το σπίτι όλοι με αγαπούσαν, παρόλο που αρκετές φορές τους εκνεύριζα με τα καμώματά μου… Ακόμη και όταν έσχιζα με τα άγρια νύχια μου τα τετράδια των παιδιών και πάλευα στην αυλή με την καλαμένια σκούπα της κυρίας Κατερίνας, δυσκολεύοντας την καθαριότητα του σπιτιού. Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς δε σταματούν τα δάκρυά μου και δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ την απουσία τους. Να φύγουν όλοι και να μην επιστρέψουν μετά από τόσο καιρό, χωρίς να με πάρουν μαζί τους!! Πως βάσταξε η καρδιά τους να μ’ αφήσουν πίσω, εκτός…αν έφυγαν από μία τόσο επείγουσα ανάγκη ή κάποια απειλή που δεν μπορώ να φανταστώ κι έτσι δεν ήταν δυνατόν να χρονοτριβήσουν άλλο. Ή ίσως εκεί που θα πήγαιναν η παρουσία μου θα κρινόταν τόσο ενοχλητική ή θα απαγορευόταν.
   Αλλά το δικό μου μερίδιο ευθύνης δεν είναι καθόλου μικρό, γιατί δύο μέρες είχα να φανώ, πριν βρω το σπίτι άδειο από ανθρώπους. Μπορεί και να με αναζήτησαν με αγωνία, αλλά εγώ ο ακατάσχετος ερωτύλος, ο αλήτης πήρα τους δρόμους της γειτονιάς και δεν άφηνα αναξιοποίητο το λάγνο κάλεσμα oποιασδήποτε θηλυκιάς. Και να σκεφτεί κανείς πως κάποτε με κέντριζαν μόνο οι παχιές και χνουδωτές γατούλες, κατά προτίμηση Περσικές. Κάποτε όμως, την πάτησα για χρόνια με μια Αμερικάνα που έφερε μαζί του ένα φιλικό ζευγάρι του κυρίου Μιχάλη από τη Μινεσότα των Η.Π.Α. Μια ναζιάρα μα κομψή γατούλα που φρόντιζε τη δίαιτά της, ενώ το χειμώνα φορούσε γύρω στο  λαιμό της ένα κόκκινο φουλάρι με χαρακτηριστικό κουδουνάκι. Ως γνωστόν στη γατογειτονιά το κόκκινο με ανάβει και χαλαρώνει τις αντιστάσεις μου.
   Τότε σκέφτηκα τον Λυκούργο, τον αξεπέραστο ρήτορα της γειτονιάς. Είχε την συνήθεια να λέει πάντοτε τη γνώμη του ανοιχτά, χωρίς να φοβάται αν θα δυσαρεστήσει το κοινό. Ανακατευόταν σε κάθε πρόβλημα μικρό ή μεγάλο των ζώων. Πονόψυχος, εύστοχος στις παρατηρήσεις του και ευλύγιστος στη σκέψη, σεβαστός σ’ όλο το Ζωοβασίλειο γι’ αυτόν το λόγο, πρόσφατα εκλεγμένος  Πρόεδρος του τοπικού συλλόγου αποκατάστασης ορφανών και λοιπών κατατρεγμένων (αδέσποτων κλπ.). Σταχτής και μικρόσωμος, μ’ ένα βλέμμα που μόνο γάτου δεν έμοιαζε, γιατί η σοφία είχε υπερκαλύψει τον παρορμητισμό της φύσης του, επιδεικνύοντας ένα διδασκαλισμό ιδιαίτερο, εξίσου ασύμβατο, αχώνευτο και φτιαχτό για τον μικρό χώρο των ζώων.
   Έτσι έσπευσα να του εκφράσω τον πόνο μου, ελπίζοντας σε μια φαεινή ιδέα που θα του ερχόταν, μήπως και βρω κάποια άκρη στο μυστήριο. Είχε τη συνήθεια να μιμείται τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ανθρώπων με τη βαριά και αργή του ομιλία, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα γινόταν πιο κατανοητός. Όσοι τον γνώριζαν για πρώτη φορά, έλεγαν πως τους θύμιζε μια κωμική φιγούρα από παιδικές σειρές ή ένα τροχονόμο σε δρόμο χωρίς κυκλοφοριακή συμφόρηση.
   -Σε βλέπω εδώ και καιρό να τριγυρνάς μονάχος σου. Σ’ έδιωξαν απ’ το σπίτι οι δικοί σου;
   -Όχι, δεν τριγυρνάω άσκοπα. Απλά εξαφανίστηκαν οι δικοί μου και δεν ξέρω που να πάω…Λυκούργε δεν αντέχω άλλο τη μοναξιά. Θέλω να βρω τους ανθρώπους μου. Εσείς και το συμβούλιο σας μπορείτε να με βοηθήσετε.
   -Καλά, πότε έγινε αυτό;
   -Μακάρι να ήξερα. Περίοδος γονιμότητας  βλέπεις κι έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.
   -Τι λες βρε αδελφέ μου. Σαν πολύ δραστήριο σε κόβω. Νομίζω πως κάπως αδυνάτισες κιόλας!
   -Ναι, στεναχώρια και πάλι στεναχώρια. Δε μου κατεβαίνει μπουκιά. Προσφέρω σε άλλους όλα μου τα ψαροκόκαλα.
   -Σοβαρή η κατάσταση. Αλήθεια έχεις πρόβλημα! Πότε τους είδες τελευταία φορά;
   -Πριν τρεις βδομάδες. Θα ήταν απόγευμα, γιατί τα παιδιά ήταν κλεισμένα στα δωμάτιά τους και διάβαζαν ενώ ο κύριος Μιχάλης έτρωγε στην κουζίνα. Συνήθως επέστρεφε αργά το απόγευμα απ’ τη δουλειά του.
   -Θα συγκαλέσω συμβούλιο. Δεν μπορεί, κάποιος μάρτυρας θα υπάρχει. Όλα τα ζώα αύριο το πρωί θα συγκεντρωθούμε κάτω από τον πλάτανο της πλατείας για να εξετάσουμε το θέμα σου. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να περάσεις απ’ τον Στάθη τον φωνακλά, το Καναδέζικο λυκόσκυλο να του πεις να βγάλει ανακοίνωση σε όλα τα ζώα.
   Η συγκέντρωση ήταν έτοιμη να ξεκινήσει και ο Λυκούργος είχε ανέβει πάνω στο βήμα του· το πλατύσκαλο του μνημείου των πεσόντων του χωριού και άρχισε το λόγο του με στόμφο και χαρακτηριστική ρητορεία:
   «Μετά από επίκληση βοηθείας του προσφιλούς μας Αριστείδη -ο οποίος από ένα ανεξιχνίαστο λόγο έχασε τους δικούς του ανθρώπους και τους αναζητεί εναγωνίως-πήρα την άμεση απόφαση να συγκαλέσω έκτακτο συμβούλιο όπως συμπαρασταθούμε και συνεισφέρουμε τα μέγιστα στον απαρηγόρητο φίλο μας. Τα πράγματα έγιναν όπως μου τα αφηγήθηκε ο φίλος μας. Έτσι ακριβώς…….Και θέλω όλοι να παρουσιάσετε τις προτάσεις σας, τυχόν παρατηρήσεις σας, κάποιο σχέδιο ίσως και ό,τι άλλο έγινε αντιληπτό σε σας τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα».
   Ο ηλικιωμένος ψαρής, ο γερο-Σαμψών που είχε παροπλιστεί μετά από εύφημο παρελθόν και νικητήριους αγώνες σε ιπποδρομίες, έλαβε το λόγο. Πάνω στην ουρά του καθόταν ανενόχλητος και με καμάρι ένας σπίνος. Εκτελούσε χρέη υποβολέα των λεγομένων του Προέδρου, γιατί λόγω βαρηκοΐας και απόστασης το άλογο δεν έπιανε με την πρώτη τα λόγια. Μια μικρή υποψία πως το πιστόλι της εκκίνησης των αγώνων με τον καιρό του προξένησε αυτή τη μικρή βλάβη.
   «Νομίζω, πως κάτι ξέρω γι’ αυτό που έγινε. Εκείνη την ώρα μ’ ενοχλούσαν οι μύγες και τις έδιωχνα. Έτσι που είχα χάσει την ησυχία μου, είδα, γιατί όπως ξέρετε η όρασή μου είναι ακόμη δυνατή… Είδα τον κύριο Μιχάλη αλαφιασμένο και την κυρία Κατερίνα να μπαίνουν σ’ ένα όχημα που είχε πάνω στην οροφή ένα φως που αναβόσβηνε, φάρο που το λένε, και να εξαφανίζονται. Πάντως απ’ τις κινήσεις τους κατάλαβα ότι ήταν ταραγμένοι. Διέκρινα την πράσινη ρόμπα της κυρίας Κατερίνας. Τίποτα άλλο!».
   Ο Ευτύχης όμως, το πρόβατο σαν κάτι να πήρε τ’ αυτί του:
   «Είχα ξεφύγει απ’ το κοπάδι και είπα να κάνω μια βόλτα στο χωριό, να ξεχάσω κάπως την απεραντοσύνη του βουνού. Σ’ εκείνη τη γειτονιά ακριβώς που λέτε έγινε χαλασμός Κυρίου, μεγάλη φασαρία, φωνές και ταραχή κόσμου. Πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι και κάτω στο δρόμο βρισκόταν ένα αγόρι χτυπημένο, με το πόδι ματωμένο, δίπλα του ένα ποδήλατο πεσμένο. Φαίνεται, πως έτσι που ήταν κατηφορικός ο δρόμος και δεν έπιασαν τα φρένα του ποδηλάτου, το παιδί προσέκρουσε στη γωνία του πεζοδρομίου και ανατράπηκε, πέφτοντας ευτυχώς στο πλάι με το σώμα, χωρίς καθόλου να χτυπηθεί στο κεφάλι. Δεν πληροφορήθηκα για περισσότερα, γιατί με πρόγκιξαν κάποιοι από το πλήθος και αναγκάστηκα να φύγω».
   Ο Αριστείδης τινάχτηκε από τη θέση του, φωνάζοντας:
   -Αυτός είναι ο Νίκος! Το καημένο το παιδί, πάντα άτακτο μα καλός και περιποιητικός μαζί μου. Υπέκλεπτε την καλύτερη τροφή απ’ το μεσημεριανό τραπέζι και την έδινε σε μένα. Άλλες φορές, κρυφά μου πετούσε κάτω απ’ το τραπέζι ολόκληρες μαρίδες κι εγώ τις κατάπινα με μια χαψιά.
   -Έλα, μην κάνεις έτσι, παρενέβηκε το παγώνι του κήπου τεντώνοντας τα φτερά του. Το παιδί θα είναι καλύτερα. Πρέπει να οργανώσουμε ένα ταξίδι με προορισμό ένα μέρος όπου κυκλοφορούν άνθρωποι με άσπρες μπλούζες κι άλλοι που περιμένουν στην ουρά, και αυτό λέγεται νοσοκομείο. Μίλησε και ο ζαρωμένος, το κακομούτσουνο μπουλντόγκ με την τρομαχτική φωνή του.
   -Αυτό που ήρθε και πήρε το παιδί, ήταν ένα ασθενοφόρο. Αριστείδη βάζω στοίχημα πως το αμάξι του κυρίου σου βρίσκεται ακόμη στο υπόστεγο.
   -Έχεις δίκιο. Όλα ανέγγιχτα, εκεί που βρίσκονταν πάντα.
   Τότε πετάχτηκε ο ασπροφτέρουγος, το ταχυδρομικό περιστέρι που δεν του ξεφεύγει τίποτα, σαν από μηχανής Θεός:
   -Εγώ θα σας πω προς τα που κατευθύνθηκε το ασθενοφόρο. Πήρα αυτό το φωτεινό σημάδι από πίσω, από αέρος ήθελα να πω. Και προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα πως σταμάτησε εκεί, όπου επιθυμούσα να μείνω για πάντα, σ’ ένα τέτοιο ακριβώς μέρος! Όπου μπορείς να συναναστρέφεσαι άφοβα κάθε είδους πτηνό. Αφθονούν τα πανύψηλα δέντρα με τις πυκνές φυλλωσιές. Εξασφαλισμένη στέγη και φαγητό άφθονο, ψωμάκι προσφορά ευεργετική ασθενών και συνοδών.
   Τη συγκέντρωση έκλεισε ο Λυκούργος:
   «Πολύτιμη η συνεισφορά σου γοργοφτέρουγε …συγγνώμη ασπροφτέρουγε ήθελα να πω…στην εφαρμογή του σχεδίου μας. Λέω σε όλους σας να ετοιμαστείτε για ένα μεγάλο ταξίδι. Γερό-Σαμψών κρατάνε τα κότσια σου ακόμη; Ετοιμάστε τα εφόδιά σας σήμερα και αύριο πριν το χάραμα ξεκινάμε. Κάποιος να πάρει πρόβλεψη για τον καιρό από τους θαλασσινούς φίλους μας, τους γλάρους. Καλό θα ήταν όμως, ούτως ή άλλως να έχουμε μαζί μας ομπρέλες και ψάθινα καπέλα και μπόλικο νερό».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Έπαινος από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού Κερατσινίου το έτος 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου