Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Ήταν το πρώτο σου ανοιξιάτικο πρωινό

                 Ήταν το πρώτο σου ανοιξιάτικο πρωινό
                  σ’ αυτό τον κόσμο τον ολοκληρωτικά κλεισμένο
                  σ’ ένα σύννεφο!
                  Η δίψα γι’ αγάπη,
                  το ατέλειωτο κυνηγητό για την αιώνια πηγή της ζωής
                  εκεί παρόντα όλα.
                  Να σου δίνουν το χέρι οι άγγελοι
                  ν’ ανέβεις τις σκάλες του ουρανού
                  όσο το δυνατόν αθόρυβα,
                  να μην ενοχληθούν οι αθώες ψυχές
                  που αναπαύονται ήσυχα
                  μες στην αγκαλιά του Θεού.

                  Το θαύμα προσδοκούσαμε όλοι μας,
                  μια σπίθα στο μάτι του γείτονα,
                  ένα χαμόγελο στο παιδικό πρόσωπο,
                  μια ικανοποίηση που πετύχαμε πολλά πράγματα.
                  Κάθε άνθρωπος κι ένας οδοδείκτης του δρόμου,
                  ένας αστερισμός στο στερέωμα
                  κι ας μην ξέρει κανείς που πηγαίνει
                  και πελαγοδρομεί.
                  Πότε-πότε μια σπίθα αγάπης τον συνεφέρνει,
                  ένα άνοιγμα του μαυρισμένου ουρανού
                  φέρνει καινούργια όνειρα.
                  Ακούμε τις μουσικές συμφωνίες της βροχής,
                  του ποταμού που ρέει
                  και το νερό που πνίγει
                  την προηγούμενη πόλη μας
                  μέχρι τα άνω πατώματα των πολυκατοικιών,
                  τις κορυφές των βουνών
                  και λέμε πως σ’ εκείνα τα αποπνιχτικά δωμάτια
                  φώλιαζε η ανάσα μας.
                  Στην υπέροχη εξοχή κάποτε
                  αντικρίζαμε τη θάλασσα.
                  Ελάφρυνε η ύπαρξη μας,
                  για να συνεχίζουμε με περισσότερη δύναμη
                  ν’ αντιστεκόμαστε στα εμπόδια.

                  Ήρθε ένα πουλί και κελάηδησε για μας.
                  Όπως τότε που περνούσε ώρες
                  πάνω στα κλαδιά της μουριάς της αυλής μας
                  και μας μεθούσε με τις κινήσεις του.
                  Φτερωτή αγάπη, φτερωτός έρωτας,
                  τα συναισθήματα· η κιβωτός των πληγωμένων
                  και το απαλό χέρι του Θεού·
                  ο ατέλειωτος ίσκιος.
                  Μας κρύβει τον ήλιο που μας τυφλώνει,
                  στη μνήμη τη φθαρτή απλώνει
                  ένα παραπέτασμα και ενθαρρύνει
                  όλες τις ταλαιπωρημένες ψυχές να ξεχάσουν
                  το «ναό» τους· το σώμα τους
                  και ν’ απολαύσουν καθαρμένες
                  το απέραντο τοπίο του γαλανού ουρανού.

                  Εδώ το σκοτάδι δεν είναι σκοτάδι
                  αλλά φως. Τα χρώματα της νύχτας πέφτουν αργά
                  σαν τις νιφάδες του χιονιού.
                  Φτιάχνεται η ζωγραφιά ενός κόσμου ιδανικού
                  όπου το μίσος, οι έχθρες και οι πόλεμοι
                  έχουν χαθεί για πάντα, δε θα επιστρέψουν ποτέ
                  σ’ αυτή την ουράνια χώρα
                  για να τη μολύνουν με το καυτό δάκρυ
                  των πληγωμένων και των σκοτωμένων.
                  Ο θρήνος της ανθρωπότητας για τα παιδιά της
                  ταλαιπωρεί ακόμη τους ζωντανούς
                  κάτω στη θλιμμένη γη,
                  μα κανείς δεν ακούει τα λόγια των σοφών
                  που θέλουν να προειδοποιήσουν
                  για τον κίνδυνο της αδιαφορίας.

                  Τι κρίμα που σ’ αυτή την έρημη γη
                  κανείς δε θέλει ν’ ακούει αλήθειες
                  και αντί να ποτίζουν οι άνθρωποι
                  το δέντρο της αγάπης,
                  ποτίζουν μονάχα το δέντρο της έχθρας!

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


*** Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή: «Δέκα σκάλες προς τον ουρανό»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου