Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Της Ναϊάδας ο θρήνος. Με λένε θάλασσα!


(Je reviens dans le jardin en toutes ces fleurs rouges,
que le vent souffle le parfum loin de moi.
Je me glisse dans ton âme comm’ un rive entre deux monts.)

Μέσα απ’ το περβάζι του παραθύρου
ξεπρόβαλε της νυχτογέννητης αυγής ο ήλιος.
Καυτός ήταν και  μύριζε αχνίλα από φωτιά
κι απ’ τη βροχή φρεσκοπλυμένος βράχος.
Συγνώμη ζήτησε απ’ τα ία, τα ζουμπούλια και τα κρίνα,
περιμαζεύοντας με σπουδή τα δάκρυα

απ’ το πόνεμα στης νύχτας το νυχτέρι.
Λεπτές γραμμές ευθύπλευρα παράλληλες του ορίζοντα
με πρόσβαση στα σύνορα συμπαρασύρουν

τη σκέψη μιας άκαρπης ελιάς στ’ αφύπνισμα ελπίδας.
Μα εσύ ντυμένος όνειρα πλανάσαι μες  τα πέλαγα
και προσπερνάς τ’ αθέμιτο του ήλιου το κονάκι.
Κι αν δεν σ’ αρκέσει η διάπλατη

κι ολόθερμη αγκαλιά
κλαις και γελάς μαζί , φουσκώνοντας με κύματα
την έκρηξη ψυχής σ’ απόμερη ακρογιαλιά.
Μια θελκτική γοητεία σε συνεπαίρνει
να συμμετάσχεις στο ταξίδι,
που τα βήματα θα φέρει στα Πυανέψια
για μια Ειρεσιώνη στα σύρματα πουλιά.
Άσε με να σταθώ πάνω στα βλέφαρα της υγρής σου ματιάς.
Άσε με ν’ αναδυθώ μέσα απ’ τους κόλπους του πελάγους,
που γέννησε το δίλημμα μιας νύμφης ενάλιας σα μπλέχτηκε
στα δίχτυα υγρόσυρτης νερομπασιάς.
Άσε με να περάσω τις Συμπληγάδες της ανάσας σου
βραχιόλι  στου χεριού μου τον καρπό.
Να συλλέξω φύκια, ψαμίδες και κοράλλια.
Να δέσω στο μόλο με τα καΐκια και τις σκούνες.
Κι αν κάποτε αστοχήσω και χαθώ
στα σύνορα του κόσμου τα λιμάνια
κι αν θα γλιστρήσω και ριχτώ σ’ ανέλπιδη
κι ανέκφραστη νυχτιά

πρόσεξε μην ξεχάσεις
να μου φέξεις με φεγγάρια την αγάπη που έχω στην καρδιά.

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 11. September 2011


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου