Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Πέντε ποιήματα από τη Βιβή Φράγκου

Από αυτή τη σελίδα, για πρώτη φορά παρουσιάζονται ποιήματα της  Βιβής Φράγκου, μιας νέας δημιουργού που κατοικεί στην Αθήνα και ξεκίνησε να γράφει εκφράζοντας τον εαυτό της μέσα σε πολύ ερωτικούς και αισθησιακούς ελεύθερους στίχους. Πολλές φορές φτάνει σε απροσδόκητες, τολμηρές και ακραίες εικόνες, αλλά σχεδόν πάντα διατηρεί μια βαθιά υπαρξιακή κατεύθυνση που καθορίζεται από τα δίπολα: παρουσία - απουσία, συντροφιά - μοναξιά. Δημιουργεί ατμοσφαιρικές περιγραφές υπό την επιρροή μιας γόνιμης φαντασίας, υποκινημένης από μια ψυχή που δεν διστάζει ν’ αγγίξει και τις πιο σκοτεινές στιγμές του ανθρώπου.

Μοναξιά


Aκροβατώντας κι απόψε στον ιστό μιας πλάνης
εποφθαλμιώ,
σαν πλάσμα αιμοβόρο να κεντρίσω
μια αθώα ύπαρξη.
Να ρουφήξω ως την τελευταία στάλα
τη λάμψη μιας πυγολαμπίδας
που πεταρίζει χαρωπά.
Να νιώσω σαν τότε που μ’ αγάπησε κάτι,
στολίζοντας με λάμψεις το γκρίζο μου.
Η ανάγκη της ψυχής για μεταρσίωση, μεγάλη, ακατανίκητη,
μα η μοναξιά βαθιά,
με ρίζες που φτάνουν ως τον Άδη...



Ο Ποιητής


Δεν ήξερε αν ήταν δείλι ή χάραμα
όταν τον επισκέφτηκε η μούσα.
Πήρε τ’ ακροδάχτυλά του
και τα ’φερε στα υγρά της χείλη,
ποτίζοντάς τα μ’ ένα μελάνι παραίσθησης,
μαβί στο χρώμα...
Εκείνος άγγιξε το γυμνό κορμί του,
σύρθηκαν τα χρώματα απάνω του
σαν πινελιές κάποιου μυστήριου ζωγράφου.
Κάθε άγγιγμα μούδιαζε τα σημεία του κορμιού του,
μια ουσία θόλωνε την αυστηρή του κρίση,
πέταξε, τινάχτηκε μακριά η συντηρητική του αύρα,
παραδομένος, εξαρτημένος, εθισμένος πια,
ο ποιητής στη μούσα που τρέλαινε τα κύτταρά του
με τις παραισθησιογόνες οσμές που διείσδυσαν πια
με ακρίβεια μέσα του σαν βέλη
κάποιου τοξοβόλου που δύσκολα αστοχεί…
Ο ποιητής έπεσε, αφέθηκε σ’ έναν χείμαρρο έρωτα,
βυθίστηκε στην διαπεραστική ματιά της
που έμοιαζε με όνειρο
κι όταν άνοιγε κάπως τα κλειστά του βλέφαρα
κι έβλεπε πως η μορφή της δεν απείχε απ’ το όνειρο…
χαμογελούσε…



Νύχτα


Καθώς σουρούπωνε κι άπλωνε η νύχτα,
σαν κορίτσι τα μολυβιά βελούδινα κρέπια της,
άναψαν τα φώτα της πόλης...
Για κάμποσες ώρες, χορεύει μονάχη, ανέμελη,
θαρρείς ευτυχισμένη, που βλέπει στον ποδόγυρό της
να κρύβονται μεγάλα πάθη,
απολαύσεις μικρών πλασμάτων...
κοριτσιών που φτιασιδώνονται να συναντήσουν,
παράνομους έρωτες, μυστικούς,
απλώνοντας με δεξιοτεχνία τα χρώματα στα πρόσωπα,
μεταμορφώνονται σε σαγηνευτικές νεράιδες
και ξεχύνονται στους δρόμους
με τη χάρη αγέλης ελαφιών...
Κι εκείνη ακόμα χορεύει, ακούραστη,
μ’ ένα μειδίαμα στο στόμα απολαμβάνει
τη μυρωδιά των πλασμάτων...
Ζαλιστικές οι οσμές του αποστακτηρίου...

Χημικές ενώσεις, σαν μια δόση σκληρού ναρκωτικού,
τα αρώματα των πλασμάτων…καθώς ενώνονται οι σάρκες,
σα δυνατοί μαγνήτες, νεφέλες σκορπούν
άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγάλες,
γεννώντας περίεργα χρώματα…
Ίριδες, αφόρητα έκπαγλης εικόνας,
πότε κίτρινες πότε πράσινες, ίσως και μωβ,
φωτίζουν το μαύρο βελούδο
κι εξατμίζονται στα ρουθούνια της θελξίνοης κόρης
που ονομάζεται
Νύχτα.
Μεθυσμένη αρχίζει να γδύνεται,
παραδομένη στην καινούργια της ζάλη, αποκοιμιέται…
Τα φώτα της πόλης έσβησαν…
Νέα κόρη, ντροπαλή, ξεπροβάλλει
φορώντας ολόλευκο μανδύα,
μ’ έναν ήλιο για φουρκέτα στα μαλλιά….
Καλώς όρισες Μέρα!



Υδάτινες μορφές


Χαράματα...
Ένα ασημένιο ξίφος διαπέρασε τα δέντρα...
Ξυπόλυτη, στάθηκα μπροστά στη λίμνη,
έσκυψα να δω το πρόσωπό μου στα νερά της,
ψυχρό προσωπείο,
χωρίς μια έκφραση.
Ασυγκράτητο ένα δάκρυ όρμηξε πάνω της,
μέσα της κι όλα άλλαξαν...
Υδάτινες μορφές αναδύθηκαν απ’ τα σκοτεινά βάθη,
αγγίζοντας τα άυλα κορμιά τους,
βγάζοντας μικρές, πνιχτές κραυγές πάθους,
τίναξαν τα ασημένια μαλλιά τους πάνω μου...
Σύρθηκαν οι στάλες στο λαιμό μου, στο στήθος μου,
αφήνοντας σημάδια κόκκινα σα νυχιές κάποιου εραστή
που δεν ήλεγχε τη δύναμη του αγγίγματός του.
Οι σειρήνες του βάλτου παραδίνονται στην έξαψη,
τα κορμιά τους ταλαντεύονται, άλλοτε βυθίζονται
κι ύστερα τινάζονται απότομα ουρλιάζοντας
σα να γεύονται τον γλυκό πόνο μιας σαρκικής επαφής...
Απλώνουν τα υδάτινα χέρια τους και με τραβούν χασκογελώντας...
Κάτι ψίθυροι έρχονται στ’ αυτιά μου
απ’ το σάλεμα των δέντρων,
δυναμώνουν, τρελαίνουν τη σκέψη μου...
Αφήνομαι στις μορφές της λίμνης,
προσφέρω το κορμί μου στη θωπεία μιας άοκνης παραίσθησης,
στα ξωτικά του βάλτου,
κάνοντας έρωτα με το μυαλό μου, με τα χείλη μου,
με κάθε σημείο της ύπαρξής μου...



Ο μαχητής


Κουρασμένες ανάσες συνθέτουν ρυθμικά
μια μελωδία προσπάθειας,
αν κλείσω τα μάτια...ηδονής.
Ο ιδρώτας τινάζεται στα τζάμια,
τα κορμιά επιτίθενται στα είδωλά τους,
σε θόλους απ’ την έξαψη του πάθους,
καθρέπτες που ηδονίζονται
στη θέα της αδιάκοπης προσπάθειας να νικηθούν,
ως αντίπαλοι που ξέρουν πως θα επικρατήσουν...
Εκείνος ξεχώρισε στη μέση της αίθουσας, σκυφτός,
μοιράζοντας το βάρος του στα δυνατά του πόδια,
χορεύοντας, πότε ανάλαφρος σα χνούδι
κι άλλοτε άγριο ελάφι.
Κρύβει το πρόσωπό του σε μια σκιαμαχία
με το αμείλικτο είδωλό του...
Σε μια στιγμή, τα μάτια του άστραψαν,
σαν τσακμακόπετρες πέταξαν γαλάζιες σπίθες,
σε μια ανάσα με ήχο συριστικό
αποσυμπίεσε ενέργεια μυστική,
δύναμη άγρια, πρωτόγνωρη, καταλυτική...
Άκουσα τους ψιθύρους του μυαλού του,
σκόρπιες κουβέντες που έκαναν οι σκέψεις,
γι’ αυτά που είχαν κι αυτά που πόθησαν...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου