Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Της Ιουλίδας θυγατέρα

Τι να κρατήσω και τι
ν’ ασημώσω απ’ αυτή τη ζωή!
Λυγμός θα γίνω κληματόβεργας
να δραπετεύσω σ’ άλλου πλανήτη
τα ευάλωτα ενδόμυχα να εξαγνιστώ
κάτω απ’ το γείσο μιας εξωγήινης θεότητας.
Βαρέθηκα το βουητό της θάλασσας
της πετροκέρασας και αφροκυματούσας,
που με παίρνει και με ταξιδεύει
σε χιλιοποίκιλτα Αιγαιώτικα ακρογιάλια.
Τι να ξεχάσω και τι
να ξεγράψω απ’ αυτή τη ζωή!
Τη βροχή πάνω στα τσίγκια
και στα δεμάτια οξιάς
να ξαγρυπνάει σπουργίτια
και να μυρμηδίζει μεσονύχτιες συνελεύσεις
στων Πλειάδων το ολονύχτιο γεύμα;
Κι όσο η θάλασσα αφρίζει
στο γυμνόφωτο της τραχιάς πέτρας
τόσο ο αφηνιασμένος αγέρας
με μανία θα ωρύεται και θα  μαίνεται
σε κάθε σκοπιμαία υπόθαλψη
μιας υπολανθάνουσας θύμησης.
Τι να κρατήσω και τι
να κεράσω σ’ αυτή τη ζωή!
Το σελάγισμα αδέσποτων φεγγαριών
μες τη διαύγεια της διαίσθησης των βυθών;
Το χαρακίρι του ορίζοντα
στο άνυδρο πλευρό της γης
ή της σμιχτής πορφύρας
το purple του φεγγαριού;
Εκείνο το περίσσιο κόκκινο,
που όταν ξεχύνεται
στα βουνοπλάγια δασόκλωνες
ελιές ανασταίνει,  
ξελογιάζοντας το βλέμμα
των Ολύμπιων Θεών.
Θα βγω στ’ αγνάντι με τη ματιά
ακονισμένη
στον κόρφο του όρμου
με τα περιστέρια.
Στο μαΐστρο θα παραγγείλω
τη φορεσιά της θύελλας
τα βράχια για να ντύσω,
που αδιάφορα κι αχόρταγα
μύρια γαλάζια στρέμματα απομυζούν.
Κι όταν σιγήσει η Σειρήνα στα βαθιά
με το τραγούδι του ήλιου στα μάτια
και της σελήνης τ’ αξημέρωτο
σεργιάνι φυλαχτό 
θα πιω χιλιάδες χρώματα
να ζωντανέψω τα όνειρα,
που ξύπνησαν παράμερα
τραγούδια όψιμα
θαμμένα μες την απόκρυφη
θαλασσοσπηλιά
εκεί  κάτω στων δώδεκα Θεών
την άλια μοιρασιά.

Vicky  Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 6. Januar 2012



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου