Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ALBA BOREALIS (συνέχεια) ΤΗΣ AURORA Η ΗΛΙΟΠΟΜΠΗ

Άστραψες και βρόντησες σαν βγήκες
απ’ τα ψυχοτόπια της ανατολής,
τρέμοντας μέσα απ’ τα ντροπαλά σύννεφα.
Ανάγλυφα κάποιου μακρινού συγγενή κιονόκρανα.
Λόφος απάτητος και πυκνοδασωμένος σε υποδέχτηκε
μες την καμπύλη των χεριών,
που έγνεφε το ηλιόβλεμμα αγέρωχα.

Πλανιόνταν μες σε θύμησες και βότανα του όρους ξωτικά.
Σφύριζε σαν ξεπρόβαλε φανταχτερή
η κόρη απ’ το Καστρί του φωτοπλάστη  Ήλιου,
μην ξέροντας απ’ ακατάπαυστη χαρά
προς πού να γνέψει, τι να πει.
Να ξανοιχτεί στα πέλαγα θαλασσοξυπνημένος
να της φορέσει το ντραπέ, που έχει ονειρευτεί;
Όρθωσες στ’ ακροκόρυφο ψηλά στην αετοράχη
να της μιλήσεις με μια ματιά.
Δεν έπαιρνε από λόγια. Ζούσε στην εσχατιά.
Να της χαράξεις την έμπνευση κατάστικτη
ως είν’ απ’ έρωτα στα στήθια θα ’τανε νωρίς.
Όταν μες το πουρνό στα αγριάμπελα
φυτρώνουν παραμύθια.
Να την αγγίξεις με λόγια, που ημερεύουν
και προσάπτουν μοναξιά;
Να τη φιλήσεις στα φούξια, πράσινα ροδάχτιδα μάγουλα,
όπου η μέρα στήνει παντιέρα από νωρίς
στης φεγγοβόλας μέρας τη γιορτή;
Λόγια της ψιθύριζε φωτιά καυτά από λάβα
σαν κείνα, που της Ωκυγίας η Καλύψω, δόλια κόρη
του Οδυσσέα κρυφά στ’ αφτί ψιθύριζε και του ’λεγε.
Μείνε μαζί μου ως το πρωί και κάνε μου παρέα.
Και στα στερνά σαν γίνει η μέρα ευωδιά
φεύγεις στο πρώτο ηλιόβλεμμα
σαν σκάσει του ήλιου η θέα.

Πόνεσαν και ταράχτηκαν τα λογικά του
πάνω στην όλη σύγχυση σχεδιάζει ερωδιούς.
Σαν τούτη πράσινη και πορφυρή ουράνια οπτασία
το πρόσωπο ζωγράφιζε της μέρας, που θωρούσε.
Ηχούσανε τα σήμαντρα και στης Σεμέλης το βωμό
τελούσαν οι θεοί μια πότνια θυσία.
Κι έφερνε τον κόσμο πιο σιμά
σαν με το βλέμμα αγκαλιάζοντας   
την πελαγόδρομη ηχώ, μπόλιαζε μισότρεμα,
μισόσβηστα στα κύματα φεγγάρια.
Τώρα οι νύχτες γυρεύουν των άστρων τις ερημιές  
να βάλουν πόδι να πατούν.
Για να βρουν  και ν’ αναπαυτούν φλογάτα μεσημέρια.
Βαρέθηκαν με τις Ώρες να χτυπάνε τα ρολόγια
στης μαρτυρίας ψάχνοντας τάχα μες το απόσπασμα
για να ξυπνήσουν της ροδαυγής το χαϊδεμένο βλέμμα.

Στην αετοράχη του λόφου επικάθεται

λίγο πριν ξεχαστεί η γεύση τ’ αγγίγματος
σαν ξανοίγει η μέρα κι ο κόσμος
ανεμοδέρνει τα φτερά της.

Vicky Kostenas Lagdos
Poetessa
Zürich, 6. Februar 2012



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου