Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

ALBA BOREALIS (συνέχεια), ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΟ ΜΕΡΟΒΙΓΛΙ

Μα όπου και να ’μαι εδώ ολόγυρα θα στριφογυρνάω.
Ψάχνω λέξεις μέσα απ’ του κόσμου τις χαρές
στεφάνι να πλέξω για τη χαραυγή.
Το πέρασμα στων Ωρών το αδιαχώρητο δεν έχει τελειωμό.
Ψίθυροι αναφτερώνουν στο πρωινό σεληνόφωτο
για το καρτέρι της ροδαυγής.
Προτού σταλάξει το δάκρυ αναφλέγεται ο πόνος.
Πριν κουρνιάσει η μπόρα πετάει η θλίψη
στο δένδρο ψηλά της φωτιάς
με τις πυρακτωμένες κόκκινες γλώσσες
να περιτυλίγουν και να αναφλέγουν τον ουρανό.
Το αργοκύλητό της  χρυσόφεγγο αστέρι
λάμπει στο μέτωπο της μέρας.
Όταν τα χρώματα διαθλώνται στη θάλασσα ακούσια
καταρρέει η πεθυμιά του ουρανού απ’ το βαρύ
φορτίο της αντανάκλασης.
Στην ιδέα και μόνο πως με τη σκέψη αποκοιμίζει κύματα
μ’ ένα χαμόγελο υπαγορεύει στην καληνυχτιά της ψυχής
τ’ ανασκίρτημα.
Μέσα στ’ αφρούρητα πρωινά σπάζει το κέλυφος για να αναμείξει
κόκκινα, κίτρινα και βιολετί σημάδια.
Πράσινα τα μάτια της ανησυχίας, γαλάζια αυτά της ευτυχίας.
Μπροστά απ’ το παράθυρο του ουρανού νωρίς παίζεται η γιορτή
εξέλιξης παράδοσης της μέρας στις αγκαλιές του κόσμου.
Πίσω απ’ του λόγου τη σιγή η σιωπή συνθέτει μελωδίες.
Πλανόδιες δροσοσταλιές φύλλα γίνονται και πολεμούν
να καταλάβουν τις άυπνες νύχτες του δάσους.
Έρωτας η μελωδία αλλοτινής χαράς.
Με ροδοπέταλα μεθούσε η νύχτα,
που σκάρωσε η αυγή να κρύψει τις πομπές της.
Κι ανέμιζε ο αγέρας κι έρανε της νύμφης το φουστάνι,
που άφηνε το στρίφωμα να δείχνει το φουρό.
Τα όνειρα ήρθαν στον πουρνό της μέρας,
όπου γέννησε τα γιασεμιά,
περνώντας απ’ το πέρασμα για των Ωρών το αδιαχώρητο.
Χαράματα ξεδίνουν τα όνειρα στα ανοιχτά πελάγη,
τείνοντας το πλατύγιαλο μέτωπο στο αψύ βλέμμα της ανατολής.
Πολυδερκής ο ορυμαγδός πλανάται
στου αδάμαστου Δία τ’ αστροπελέκια.
Ma non mica male!
Μέσα απ’ τη σιωπηλή έκθαμβη έκρηξη σβήνουν  τ’ αστέρια,
που διψούν τον ύπνο να χορτάσουν.
Ψίθυροι στο σεληνόφωτο καλλιεργούν τη σκοτοδίνη
μη δούνε τ’ άστρα το βουνό και γκρεμοτσακιστούν.
Ολόγυμνη αλήθεια είναι της μερόβιγλης αυγής
η μυστικιστική συμφωνία.
Μια πάλη με της νοσταλγίας την ημισέληνο.
Μια αστροφεγγιά απαλλαγμένη απ’ το αγιάτρευτο πάθος
στήνει καρτέρι στο αλάθητο μεροβίγλι για να εξασκήσει το βλέμμα.
Στη μελαγχολία της σιωπής ηχούν τα φώτα
στο σιωπητήριο της μέρας.
Μέσα από συλλογισμούς κύριων χρωμάτων
ξεπηδά η ευφράδεια της ζωής να χρωματίσει με χρωματόλυση
μια φανταχτερή αμαρτία.
Και στις Ώρες, που τρέχουν μακριά να μου φέρουν ζωή,
να προφτάσω,  όσο θα ξανοίγει ο καιρός   
ξέρω πως μια μέρα το φέγγος  της Άλμπα θα πιάσω.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 4. Februar 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου