Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Η αλήθεια των βράχων



   Πάντοτε είχα μια αγιάτρευτη ροπή να ασχολούμαι μ’ επικίνδυνα πράγματα. Έπαιζα συνεχώς με τη ζωή και το θάνατο, με τα συναισθήματα και τις απολαύσεις. Ξερίζωνα το φόβο απ’ την ψυχή μου, με τρόπο που λίγοι άνθρωποι μπορούν να το καταφέρουν. Ένιωθα ολοκληρωτικά ελεύθερος, κυρίαρχος των ουρανών. Ό,τι με απασχολούσε στην απλή, καθημερινή μου ζωή και πήγαινε να γίνει ένας εφιάλτης, μ’ ένα εξαίσιο πέταγμα χάνονταν, έσβηνε στη χαρά της εξαΰλωσης.
   Αισθανόμουν σαν ένα ελαφρύ μόριο του αέρα που ενσωματωνόταν στο αιώνιο σύμπαν κι έπαιρνα μέρος στην κυρίαρχη ομορφιά του πράσινου και του γαλάζιου. Έβλεπα από ψηλά τα δάση και τις λίμνες ζωγραφισμένες στις πλαγιές και στις χαράδρες. Τις λίγες ώρες που βρισκόμουν στο αιωρόπτερό μου, σ’ αυτόν τον προσωπικό μου παράδεισο έβρισκα παρηγοριά για κάθε δύσκολη στιγμή.
   Η εμπειρία όμως και η σιγουριά με πρόδωσαν. Η χαρά μου δεν τράβηξε μέχρι τα όριά της. Το αιωρόπτερο είχε υποστεί βλάβη και δεν μπορούσα να το κατευθύνω στην απέραντη πεδιάδα. Σαν τρεμάμενο φύλλο ψυχορραγούσε στον ουρανό. Η αδρεναλίνη ανέβαινε όσο διέτρεχα τον κίνδυνο. Ταυτόχρονα έκανα ό,τι μπορούσα για να μη σκοτωθώ, να μην τσακιστώ στους μυτερούς βράχους, αλλά η υπερβολική αισιοδοξία και πίστη στον εαυτό μου δεν ωφέλησε.
   Άρχισε πολύ γρήγορα η πτώση και αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν δυνατό να ελέγξω τίποτα από μόνος μου. Ώσπου προσευχήθηκα στο Θεό και είπα: «Σώσε με, μοναδική ελπίδα της ζωής μου». Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μετά από το βίαιο χτύπημα, έπεσα σε παραισθήσεις. Το κράνος που με προστάτευε είχε τιναχτεί πολλά μέτρα μακριά. Ο ήλιος έγινε ένα αχνό σημάδι στον ουρανό. Το φως, που μου χαμογελούσε κάποτε, είχε κατηφορίσει με τις φτερούγες του εφιαλτικού ονείρου στα μαύρα σκοτάδια της ψυχής, συναντώντας τεράστια τείχη, που το εμπόδιζαν να φέρει τη μέρα στα μάτια μου.
   Είχα βρεθεί ανάμεσα στους τεράστιους βράχους, κάτω απ’ την απειλητική σκιά τους και θαύμαζα το μεγαλείο τους, παρόλη την αδυναμία μου. Το χώμα, όταν πλησίασε η νύχτα, άρχισε να γίνεται σαν μια κρύα ψυχή κι ένα σώμα νεκρό. Ο χρόνος εξαφάνισε τις διαστάσεις μου, το συναίσθημα και τη λογική. Η σκέψη δίσταζε ν’ αποδράσει. Ο αετός με τις απλωμένες φτερούγες του, επιθεωρούσε ό,τι γύρω από μένα διαδραματιζόταν, χωρίς να μπορώ να κατασταλάξω σ’ ένα λεκτικό προσδιορισμό. Κρατούσα το πληγωμένο χέρι μου, έσφιγγα τη γροθιά μου για ν’ ανακαλύψω μια ένδειξη δύναμης. Αδύνατον να υπολογίσω το ύψος από το οποίο είχα πέσει, μα ο πόνος μού υπενθύμιζε πως το αποτέλεσμα της πτώσης ήταν τραγικό. Όταν ο ήλιος ξεμύτισε απ’ τις ράχες των βουνών και ζέστανε το πρόσωπό μου, στα μάτια μου μια λάμψη ξεχώρισε, μια μικρή ανάμνηση του παλιού κόσμου.
   Ένας από τους βράχους, μου είπε, κουνώντας τη γκρίζα μάζα του και γέρνοντας πάνω μου:
   «Ήρθες σ’ ένα ταξίδι άγνωστο, για να ανακαλύψεις ό,τι κρυφό σου ξέφευγε κι όπως ήταν φυσικό στον άγριο τόπο μας δεν μπόρεσες ν’ αγγίξεις τα όνειρά σου, γιατί τόσα χρόνια είχε ομίχλη η ζωή σου και οι θησαυροί που νόμιζες αληθινοί, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ψέμα και απάτη».
   Ένας άλλος, με ύφος αυστηρό, γέλασε απρόσμενα και μέσα απ’ το σκούρο χρώμα του έβλεπες ένα τοπίο από καθαρά νερά και ψηλά δέντρα.
   Τον ρώτησα: «Που βρίσκεται αυτός ο τόπος; Γιατί όσες φορές προσπάθησα να τον αγγίξω, να τον απολαύσω, ένα χέρι πάντοτε μου διέκοπτε το λεπτό διαχωρισμό της ύλης από το πνεύμα; Ποια είναι τα όρια της μοναξιάς, της ευτυχίας, του Θεού και των ανθρώπων;».
   Απάντησε ένας ακλόνητος και αιώνιος βράχος, με πελώρια μάτια σαν πηγάδια κι ένα μέτωπο αστραφτερό:
   «Θα σου εξηγήσει πολλά πράγματα ο κύριος, όπου στην κορυφή του φύτρωσε ένα πολύχρωμο λουλούδι».
   Τότε κοίταξα το βράχο που έδειχνε το λουλούδι όλο χαμόγελο, παραξενεμένος που φύτρωσε σε τόσο σκληρή επιφάνεια. Μα αντί να μιλήσει ο βράχος, μίλησε το λουλούδι και έσκυψε μέχρι να με φτάσει, σκορπώντας το άρωμά του και φροντίζοντας την πληγή μου. Νόμιζα ότι υπέφερα από πυρετό, το μέτωπό μου έσταζε και το λουλούδι είπε πως θα ποτιστεί τώρα και δάκρυσε και είπε πάλι ότι θ’ απλωθούν τα πέταλά του παντού. Ο πόνος μου άρχισε να μαλακώνει και προς μεγάλη μου έκπληξη το λουλούδι πήρε τη μορφή της γυναίκας που αγάπησα πολύ.  Τελικά, στυλώθηκα στα πόδια μου όταν άκουσα εκείνη να προφέρει τ’ όνομά μου.
   Η σκηνή αυτή επαναλήφθηκε διαφορετικά: Το λουλούδι, που μεταμορφώθηκε στη γυναίκα που με θεράπευσε, κόπηκε βάναυσα από μια ξανθιά καλλονή, τη Ζλάτα, «τη χρυσή». Η συμπαθητική γυναίκα, η Αρετή, με την εσωτερική ομορφιά της, σπαρτάρισε τη στιγμή που έπεφτε απ’ την κορυφή του βράχου και κείτονταν τώρα απελπισμένη και ασάλευτη στα πόδια μου. Και οι δυο μας νεκροί στο έδαφος, αβοήθητοι. Η ελπίδα είχε στερέψει απ’ τα σβησμένα μάτια. Η ξανθιά χαμογελούσε ευχαριστημένη, είχε νικήσει στη μάχη του καλού και του κακού.
   Όταν συνήλθα από τη δοκιμασία του ονείρου, έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πάνω. Τα βράχια είχαν μια πιο γλυκιά μορφή απ’ το συνηθισμένο. Ακολούθησε η μεγάλη πτώση, αμέσως μετά η πληγή που γιάτρεψε ένα μόνο λουλούδι! Ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου η φωνή της Αρετής, της αγάπης που πρόδωσα. Οι λέξεις ξαφνικά άρχισαν το χορό, ήταν υπαίτιες κι αυτές του πόνου. Το συναίσθημα αγωνιούσε να μεταβιβαστεί και να εκφραστεί στην πιο κατάλληλη λέξη, αλλά εκείνη ξεγλιστρούσε. Ακόμη κι αν βρισκόταν, δεν μπορούσε ν’ αποδώσει ολόκληρο το νόημα του συναισθήματος «προδοσία».
   Το όνειρο έδειχνε το δρόμο: η πεδιάδα, τα βράχια, το λουλούδι, η Αρετή. Τι θέλει να δείξει; Μήπως πως για να βλαστήσει ένας έρωτας μέσα σε πολλές δυσκολίες, πρέπει τα πάντα ν’ αλλάξουν; Η πέτρα να ραγίσει; Κι αν δεν ήταν ένα όνειρο, αλλά η στυγνή πραγματικότητα;
   Από τα φοιτητικά μας χρόνια είχαμε συνδεθεί μ’ έναν ισχυρό δεσμό. Οι συμφοιτητές μας, μάς κόλλησαν τον χαρακτηρισμό «τα δίδυμα». Εκτός απ’ την εξωτερική ομοιότητα εκδηλώναμε και περίπου τα ίδια ψυχικά χαρίσματα: αφοσίωση σε ανώτερους σκοπούς, καλλιέργεια πνεύματος, συναισθήματα κατεργασμένα με την αυστηρότητα της λογικής, αγνή βοήθεια στους ανθρώπους που υποφέρουν.
   Το πρόσωπο της Αρετής, το γεμάτο θυμό, είχε καλυφθεί από μια ανεξήγητη ηρεμία. Θα ήθελα να μου πει: «Ναι έφταιγες, αλλά πρέπει να κατανοήσουμε τη φύση των ανδρών, τη δίψα τους για την ηδονή. Παντού παραμονεύουν οι ξελογιάστρες σειρήνες!». Κάπως έτσι προσπαθούσα να παρηγορηθώ, μα η Αρετή είναι γεγονός ότι μου είπε: «Μη σε ξαναδώ τέρας!». Είχε πέσει πάνω μου και με χτυπούσε στο στήθος. Φώναζε: «Πως μου υπόσχεσαι ότι δε θα ξαναγίνει στο μέλλον, όταν ξέρω κάθε στιγμή πως ένα αποκαλυπτικό ντεκολτέ, ένα πονηρό βλέμμα μπορούν να σε κάνουν να τυφλωθείς από επιθυμία».
   Η αλήθεια είναι ότι η «δίμετρη» Σέρβα καλλονή που με «παρέσυρε», η Ζλάτα ήταν μόνο μια περιστασιακή ιστορία. Μερικά ποτά σ’ ένα μπαράκι της παραλιακής, μία υπέρ του δέοντος ερωτική ατμόσφαιρα και η «παράβαση» έγινε. Σαν παραβάτης είχα αφήσει τη συνειδητοποίηση της πράξης μετά την πραγματοποίησή της. Πολύ ύπουλα επέτρεψα στη σκέψη μου να τεμπελιάσει σε μια σκοτεινή γωνιά του νου και τον άκρατο παρορμητισμό μου να ξεχυθεί σαν λάβα, απόλυτα υποταγμένος στις απολαύσεις που μου πρόσφερε η απέραντη Ζλάτα μες στη θερμή αγκαλιά της.
   Αφού έληξε το ξέσπασμα της Αρετής, φόρτωσα πάνω στο τζιπ το αιωρόπτερο μου και πάτησα το γκάζι για να φτάσω στην κορυφή του κοντινότερου βουνού, απ’ όπου θα πετούσα ελαφρύτερος από τις τύψεις, που με βάραιναν πολύ καιρό. Της το είχα φανερώσει και παράλληλα προσπαθούσα να την πείσω πως η ψυχή, η καρδιά και τα συναισθήματά μου δεν ήταν παρόντα εκείνη την «άτυχη στιγμή». Η Αρετή έμεινε σύξυλη, το βλέμμα της πάγωσε, χλόμιασε και δεν πίστευε σ’ ό,τι άκουγε. Κάθε επικοινωνία της μαζί μου λοιπόν διακόπηκε. Η αδιαφορία ήταν η μοναδική προς το παρόν αντιμετώπιση, μέχρι το γεγονός να κατασταλάξει καλά στο νου και στην καρδιά.
   «Για μάς, τις γυναίκες, είναι αδιανόητο το σώμα να μην ακολουθεί την ψυχή, το σώμα να μην υπακούει στην ψυχή και η ερωτική πράξη δε μπορεί να είναι ένα φαινόμενο άνευ σημασίας, ικανοποίηση του ενστίκτου αποκλειστικά».
   «Δεν ήθελα να γίνει έτσι, ήταν μεγάλο λάθος, ένας επιπόλαιος χειρισμός. Δε χαραμίζονται στο γκρεμό δέκα χρόνια γάμου και αφοσιωμένης συμβίωσης».
   Τι ωραία που ήταν τελικά, πριν συντελεστεί η απάτη και καταστραφεί η ευτυχία μας, τότε που όλα λειτουργούσαν τέλεια μέσα στη χρυσή αρμονία… τότε που το έδαφος ήταν ακόμη αγνό και βλάσταιναν πολλά λουλούδια και άνθιζαν και ο αέρας μάς άγγιζε με το άρωμά του. Η Ζλάτα έκοψε ξαφνικά τον ομφάλιο λώρο της ζωής, κάνοντας το λουλούδι να φυλλορροήσει γκρεμίζοντας το θαύμα της συνοχής των στιγμών.
   Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν την πίκρα και το βάρος στην ψυχή από την έλλειψη του αγαπημένου προσώπου, την απόλυτη μοναξιά, το άδειασμα του ψυχικού κόσμου:
   «Θα μπορούσες άραγε ν’ αντέξεις τώρα το σκοτεινό μου βλέμμα, την όψη του βασανισμένου μου προσώπου, όπου σαν χάρτης των πιο αβάστακτων συναισθημάτων, εκφράζει τα ερείπια μιας ζωής που ξεκίνησε μ’ ελπίδα;
   Η οργή δε σ’ αφήνει, ίσως και η αξιοπρέπειά σου που δεν μπορείς να αγνοήσεις την απιστία, ούτε να τη δικαιολογήσεις. Πως γίνεται ν’ αρνηθείς ένα βέβαιο γεγονός; Τι σ’ εμποδίζει να κοιτάξεις πίσω από το τείχος του σφάλματος, όπου αναπνέουν οι παλιές αναμνήσεις και η παλιά ζεστασιά ψάχνει μία κίνηση για να αποκατασταθεί, φτερουγίζοντας σαν πουλί;
   Ό,τι γίνει, θα γίνει τώρα, γιατί ο ήλιος συχνά μας ξεγελά με το τραγούδι της ηδονής, με το  παιχνίδι του σώματος και οι σκέψεις ατονούν, γίνονται φευγαλέες ενθυμήσεις ενός επιφανειακού ταξιδιού… πριν πλησιάσει ο μελανός ουρανός και τα μανιασμένα κύματα, όπου μέσα στο σκοτάδι γιγαντώνονται τα λάθη κι ακούγονται ιστορίες για ναυάγια, μακριά από κάποιο λιμάνι».
   Το αποφάσισα, η «συγχώρεση» είναι η μόνη λέξη που αποδίδει ακριβώς τα συναισθήματα και τις επιθυμίες μου. Μετά την πτώση ακολουθεί η φράση «συγχώρεσέ με». Αφού ένας άγνωστος με βρήκε και με οδήγησε σ’ ένα νοσοκομείο, όταν πλέον είχα συνέλθει από τις παραισθήσεις, της έγραψα μία επιστολή με μεγάλα γράμματα και την έστειλα στη διεύθυνσή της:
   «Συγχώρεσέ με αν σε πίκρανα. Κάπου στο βάθος των πραγμάτων και της ψυχής υπάρχει ένα άγνωστο πεδίο και δεν μπορεί να πει κανείς για κάτι που έκανε πως έγινε συνειδητά και μόνο. Πολλές φορές διψάμε για πράξεις πάνω απ’ τον εαυτό μας, να δείξουμε ότι είμαστε «κάτι το ξεχωριστό», να υψωθούμε. Αυτά τα όρια του κοινού ανθρώπου  ξεπερνάμε με τον έρωτα.
   Ήσουνα η γυναίκα που με τράβηξε από το πηγάδι -δεν το λησμονώ-  και όλες οι ευαισθησίες μου από εσένα πήγασαν, όλη η γοητεία και το θετικό βλέμμα από σένα προέρχονται, γιατί προτού σε γνωρίσω ήμουν ο απόλυτα συνηθισμένος άνθρωπος, χωρίς εξάρσεις και εντυπωσιακά όνειρα. Ο στεγνός, ο σκληρός, ο άψυχος σαν τους βράχους. Μα τώρα έμαθα πολύ καλά την αλήθεια των βράχων και τι σημαίνει «προδοσία»· ένας κεραυνός που πέφτει και δημιουργεί τεράστιο ηθικό ρήγμα.
   Θέλω να σε προτρέψω  να σβήσεις τον πόνο και τη θλίψη που δε σ’ αφήνουν να δεις μακριά… και να έρθεις κοντά μου, μεγάλε μου έρωτα, να νιώσεις κι εσύ γοητευμένη την αλήθεια των βράχων».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου