Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ



ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΗ ΨΥΧΗ


Κλάψε.
Ποτίζεις την καμένη γη.
Θολά, άγρυπνα, κόκκινα τα μάτια.
Τα δάκρυα σου βάλσαμο
δροσίζουν τη δίψα τους,
τις απόκοσμες κραυγές τους.
Λουλούδια που φύτρωσαν στο λόφο.

Σκοτεινές στιγμές.
Άλικα ρυάκια γλύφουν το Καλαβρυτινό χώμα.
Ο εφιάλτης  φωλιάζει μέσα σου.
Λαβωμένα όνειρα,
άγριο, τρελό βλέμμα,
σκιά θανάτου…

Αέρας φύσηξε.
Αίσθηση πτωμάτων,
καμένης σάρκας.
Μαύρα πουλιά στα πληγωμένα κορμιά τους.
Στο λόφο άνοιξε πηγή,
αναβλύζει αίμα.
Χώμα υγρό,
νοτισμένο απ’ το επιθανάτιο κάλεσμα.

Το χαμόγελο έσβησε,
η ομορφιά μαράθηκε.
Φύση νεκρή,
μακάβρια σιωπή και μυρωδιά θανάτου.
Μα που ταξιδεύει το κελάηδισμα;

Άδειασες,
κόπηκες.
Ματωμένο άγγιγμα του πολυβόλου.
Μα μη βουλιάζεις στους φρεσκοσκαμμένους τάφους.
Κόκκινο κουρέλι,
ρούχο που σκεπάζει τις τρύπες που σου άνοιξαν.

Ερήμωσες,
σκιάχτηκες,
σέρνεσαι.
Ματωμένα τα γόνατα,
αδειασμένα από χρώματα τα μάτια σου.
Σου άξιζε εσένα στο φως,
στην ευωδιά να ζήσεις.

Ξεψυχισμένες φωνές κάνουν θηλιά τον κόμπο στο λαιμό σου.
Μην τον αφήσεις να σε πνίξει.
Μικρά τρομαγμένα μάτια σε περιμένουν
να γαντζωθούν απ’ το μισοκαμένο φουστάνι σου.
Θυμήσου…
Τα παιδιά σου κάποτε έπαιζαν εδώ.
Τώρα ξύλινο τραινάκι στα ερείπια,
αποκαΐδια στα πρόσωπά τους.

Μέρες και νύχτες πληγωμένες,
έρημη, άνυδρη γη,
γκρίζος, οργισμένος ουρανός
κι όμως ελπίζεις.
Μα η Άνοιξη είναι τόσο μακριά.
Κάνε το βουβό μοιρολόι σου τραγούδι της Άνοιξης.
Τα παιδιά σου θα χορέψουν ξανά στον ήλιο,
κίτρινο χρώμα στις στάχτες των μαλλιών τους.

Το χαμόγελο έσβησε,
η ομορφιά μαράθηκε.
Φύση νεκρή,
μακάβρια σιωπή και μυρωδιά θανάτου.
Μα που ταξιδεύει το κελάηδισμα;

Γυμνά κλαδιά  το σύμπαν ατενίζουν,
προσεύχονται γι΄ αυτούς που γεύτηκαν τον πόνο.
Αλλόκοτο, απρόσμενο φως!
Μην φοβάσαι πια.
Λάμπουνε οι ψυχές τους στην αγκαλιά των αγγέλων.
Ήρθε η ώρα σου τώρα.
Γκρίζες στάχτες σε τρέφουν.
Ξαναγεννιέσαι,
μεταμορφώνεσαι.
Πατρική και αδελφική, αγέρωχη ανάσα.

Καθαρή Ψυχή,
η αγκαλιά σου καταφύγιο του Καλαβρυτινού λαού.
Σου άξιζε εσένα στο φως,
στην ευωδιά να ζήσεις.

**  Α’ Βραβείο ΑΕΙ στον Πανελλήνιο  ποιητικό διαγωνισμό «Άθλον Ποιήσεως –Γιάννης & Λένα Στρέφη- Κουτσοχέρα»  έτους 2009. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στη  μηνιαία εφημερίδα των Καλαβρύτων «Η φωνή των Καλαβρύτων»




ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΜΝΗΜΕΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ


Σμύρνη, αγαπημένη, αξεπέραστη πολιτεία
συντροφεύεις την ιστορία.
Ζωντανή, πολύβουη, πληθωρική κόρη της ανατολής,
κοσμοπολίτισσα της λάμψης, της χαράς, της ευωδιάς,
η θύμησή σου μαγεύει την καρδιά.
Διαδρομή του νου στην πολύχρωμη αγκαλιά σου.
Σαγηνευτική περιπλάνηση στην ευλογημένη γη.
Αλησμόνητη πατρίδα, γλυκιά μητέρα.

Εκεί βλάστησαν τα παιδικά τους χρόνια.
Σημάδια από εικόνες,
χρυσοποίκιλτα ευαγγέλια,
ψηφιδωτά από ελεφαντόδοντο και φίλντισι,
σύμβολα, νότες νοσταλγίας,
καθαρό ξέγνοιαστο βλέμμα, ανέμελο παιχνίδι.

Άφησαν τα ίχνη τους
στα χαϊδεμένα από το αιγαιοπελαγίτικο φως αρχοντικά.
Μυρωμένοι κήποι, αποχρώσεις του βιολετί,
μπουκέτα από γιασεμιά και πασχαλιές,
συλλογή από μελωδίες,
αρώματα ανατολής.
Πόλη σμιλευμένη μ’ ομορφιά και απλότητα.
Άγγιγμα από μετάξι και δαντέλα,
ρούχο από χρυσοκέντητο βελούδο.

Μνήμες θεάτρου,
το σμίξιμο της νόησης με την τέχνη.
Αέρινη αύρα βραδινού περιπάτου.
Οδοιπορικό σε σπάνιες μυρωδιές, εξαίσιες γεύσεις,
Αχνιστά, φρεσκοψημένα γλυκά,
πρωτόγνωρες λιχουδιές
γάργαρα γέλια παιδιών.

Στρατιώτες εξορμούν στη χαμογελαστή πολιτεία.
Μαριονέτες της ιστορίας…
Διψούν για σμυρναίικο αίμα.
Πρωταγωνιστές στο πένθιμο σκηνικό,
στην αισθητική στου πόνου,
στη «δοκιμασμένη» συνταγή της σφαγής.

Σπαραγμός, ανείπωτος πόνος
κόλαση στα σοκάκια της Σμύρνης.
Άνθρωποι πειραματόζωα
σε ένα εργαστήρι πολιτικής κτηνωδίας.
Άδικη γεύση πολέμου
χείλη χλωμά, σφιγμένα.
Βάρβαροι χτύποι στις πόρτες μέρα και νύχτα
κλάματα μωρών από τα σφαλιστά παράθυρα.


Μαύρη διαδρομή στο Γολγοθά
άκρα ταπείνωση στο λιμάνι.
Άσκοπη, βάναυση εκποίηση της ζωής.
Οδοστρωτήρας των ονείρων
μπροστά στα έκπληκτα, τρομαγμένα μάτια τους
στο ακρωτηριασμένο σώμα τους.

Βάφτηκε κόκκινος ο ουρανός.
Κρύφτηκε ντροπιασμένος ο ήλιος.
Ξεθώριασε το κελάηδισμα των πουλιών.
Βυθίζονται οι πλατείες στον καπνό.
Μαχαιρωμένες εικόνες στον πυρωμένο δαυλό.
Κραυγές απελπισίας, αρπαγές, λεηλασίες,
σπίτια, ανθρώπινες φιγούρες, δέντρα
γεγονότα σε παραμορφωτικό φακό.
Μυρωδιά θανάτου, βιασμοί της ψυχής
γκρεμίστηκαν οι ηλιόλουστες μέρες του χορού.

Αμείλικτος, αδηφάγος ο πόλεμος!
Aποτεφρώθηκε,  «έσβησε» η Σμύρνη.
Πνίγηκε η πόλη σε μία θάλασσα δακρύων και πτωμάτων.
Αποκαΐδια και ερείπια,
«κόσμημα» της παραλίας.
Παγίδα θανάτου, ασφυξία στην προκυμαία.

Μοιραίες μέρες, πυρωμένος άνεμος.
Συλλαβίζουν το μοιρολόι του αποχαιρετισμού.
Η προσμονή σωτηρίας βουλιάζει στο αλαφιασμένο βλέμμα.
Μάταιη η ελπίδα για βοήθεια.
Υποσχέσεις ξεχασμένες
πλοία που δεν έφτασαν ποτέ…

Ατιμασμένη, έρημη πατρίδα.
Αντίδωρο η θυσία του Ποιμένα.
Κουρελιασμένο ράσο, ματωμένα άμφια
πληγωμένη σάρκα, φόρος αίματος
κορμί τεμαχισμένο απ’ ανίερα εχθρικά χέρια.
Φρικαλέο μίσος.
Ταξιδεύει η ψυχή του Εθνομάρτυρα στην ουράνια γαλήνη.

Πνιγηρός, ανέστιος, προσφυγικός Σεπτέμβρης.
Αλλαγή πορείας χωρίς επιστροφή;
Αγωνία για το άγνωστο αύριο
ξεριζωμένοι σε νέα διεύθυνση.
Εγκλωβισμένοι σε μία ερασιτεχνική πρόβα ζωής.

Χάνουν τον εαυτό τους στη νέα «πατρίδα».
Δυσκολεύονται να ισορροπήσουν.
Παγωμένη η νύχτα στην ξένη πόλη,
άγριος κουρασμένος ο καιρός.
Ενθύμιο πολύτιμο ο αέρας της χαμένης γης τους,
φυλαχτό το παλιό κλειδί της επιστροφής.

Ξετυλίγεται το άλυτο κουβάρι της κλωστής.
Ο τάπητας υφάνθηκε ελληνικά στη Μικρασία.
Αναζητούν οι καρδιές την αλήθεια
στο πορτρέτο ενός παράλογου πολέμου.
Μία ανούσια τραγωδία στην παλέτα της ιστορίας.
Πινελιές με σεβασμό και νοσταλγία,
ταξίδι στα μάρμαρα, στο καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής.
Χορεύει το δάκρυ με το γέλιο.

Ζωντανεύουν οι μνήμες.
Αγγίζουν τα βήματα των προγόνων.
Αρχέγονες αντανακλάσεις πολιτισμού.
Εμπόλεμη ζώνη οι αναμνήσεις στα έγκατα της ψυχής
αγκαλιάζουν σφιχτά το τοπίο του παρελθόντος.
Τέχνη δίνει πνοή ζωής στην ανοιχτή πληγή.
Ενσαρκώνει  τη μακρινή γη του παραδείσου.
Ένα ολοζώντανο, μονάκριβο παραμύθι  γεννιέται στον αργαλειό.
Υφαίνεται η γαλανόλευκη στη Σμύρνη.

**  Α’ Βραβείο στον 1ο  Πανελλήνιο διαγωνισμό της Ένωσης Σμυρναίων Μικρασιατών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Αλησμόνητες Πατρίδες της Μικρασίας» (Βραβείο Νανάς Κοντού στη μνήμη των αδελφών της, Χαράλαμπου, Ερατώς και Γεωργίου Μέλλου). Το ποίημα τελεί υπό έκδοση σε συλλογικό τόμο από την Ένωση Σμυρναίων Μικρασιατών Βορείου Ελλάδος



ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ



Ανασκαλεύω την ιστορία στο χρόνο.
Εγκλωβισμένος σε μία ζωή που αποφάσισαν «άλλοι».
Η προσφυγιά  ένα αταίριαστο ρούχο.
Η  θύμησή μου χαραγμένη ανεξίτηλα
σε ένα μισοτελειωμένο καμβά…
Αναρωτιέμαι.
Άφησα  οριστικά τα ίχνη μου;
Φυγή χωρίς επιστροφή;


Ανίερες οι συμμαχίες των «δυνατών».
Έγινα πιόνι,
έρμαιο στα εξουσιαστικά παιχνίδια τους.
«Επιτεύγματα» μίσους κι αιματοχυσίας
στον  Πόντο, στη Μικρά Ασία, στη Βιθυνία
στην Καππαδοκία, στη Θράκη.


Πρόσφυγες,
απρόθυμοι ηθοποιοί
σε στημένες παραστάσεις  στρατιωτικής κτηνωδίας.
Αλίμονο στους σταυρωθέντες  μάρτυρες!
Θυσία  σ’ ένα παράλογο παιχνίδι θανάτου.
Η  βία έκλεισε τις πόρτες.
Σφίχτηκαν, χλόμιασαν  τα χείλη της μάνας.
Ματιά  αλαφιασμένη
σε μία ασπρόμαυρη  απεικόνιση.
Ανθρώπινη φιγούρα  υπό  διάλυση  ο πατέρας.
Το κλάμα των παιδιών,
ο πόνος  και η θλίψη
δε συγκίνησαν ποτέ
το βέβηλο νου,
τον τερατόμορφο νου.


Ο  αέρας βαρύς, πένθιμος
ραπίζει σκληρά το πρόσωπό μου.
Τρέχω πανικόβλητος
σ’ ένα «ταξίδι» σωτηρίας,
«ταξίδι» εγκατάλειψης
με μία εικόνα στο χέρι μου.
Τρέμω…
Πρέπει να  φυλάξω την πατρογονική  παρακαταθήκη.


Φωνές απειλητικές  κραυγάζουν στον εφιάλτη μου:
«Φύγε»!
«Τώρα»!
Αμείλικτο, αιώνιο  το  δίλημμα
ένα δίλημμα ζωής-θανάτου:
Ν’ αρνηθώ να εγκαταλείψω
τη μυρωμένη αγκαλιά της γενέθλιας γης μου;
Αλλά τότε θ’ αντικρίσω
τη βία, τη φωτιά, το θάνατο.
Ή  μήπως να φύγω για μία ζωή λαθρεπιβάτη;
Σώμα, πνεύμα ακρωτηριασμένο
Η άδεια μου ψυχή σ’ έναν εικονικό τάφο…


Ξορκίζω της μοίρας μου την πρόσκληση.
Αντιμέτωπος με το πουθενά!
Σημείο μηδέν,
απελπιστικά  πρωτόγνωρα βιώματα.
Στο ξένο φως
μία ύπαρξη χωρίς αύριο.
Η  πορεία μου πλέον σε σκουρόχρωμο φόντο
σε μία σπατάλη της νιότης μου.


Ατενίζω το μέλλον
με το  αυθόρμητο  παράπονο της απώλειας.
Καταραμένη γενιά του καταυλισμού,
γενιά ενός ανελέητου διωγμού.
Σιωπηλή κραυγή  αδικίας  από τα χείλη μου.
Είναι τόσο άδικη,
πικρή  η γεύση  της προσφυγιάς!


Στέγνωσαν τα δάκρυα μου.
Όμως  ο χορός της περηφάνιας συνεχίζεται …
Τα γραμμένα με αίμα τραγούδια δε στερεύουν.
Το  μοιρολόι μου ύστατο  χαίρε
στις έρημες πια
γειτονίες των παιδικών μου χρόνων.


Τα  όνειρα μου αντικείμενα σε δημοπρασία.
Πορεία του νου σε μέρες ειρήνης,
μέρες χαράς.
Αναπολώ τις άπιαστες στιγμές στο  χρόνο.
Ανέμελη όψη των πραγμάτων
στα  ανυποψίαστα άγουρα χρόνια του παιχνιδιού.
Κειμήλια που δε θα λησμονήσω.


Εγκλωβισμένος σε μία ζωή που αποφάσισαν «άλλοι».
Η  προσφυγιά ένα αταίριαστο ρούχο.
Η θύμησή μου χαραγμένη ανεξίτηλα
σε ένα μισοτελειωμένο καμβά…
Αναρωτιέμαι.
Άφησα οριστικά τα ίχνη μου;
Φυγή χωρίς επιστροφή;


Σκληρό  το πρόσωπο της νέας μου πατρίδας.
Ξυλιασμένη, βροχερή η νύχτα
παραπαίω στη «ντόπια  ανθρώπινη παγωνιά».
Άστοργη μητριά η ξένη πόλη,
απρόθυμη να με κλείσει στα φτερά της.
«Άθλιος»  σε  ένα  χειμώνα  άκαρδο.
Γκρίζα  τα σύννεφα,
ομίχλη αρρώστιας και κακουχίας.


Πεινασμένα, διψασμένα  προσφυγόπουλα,
γδαρμένα γόνατα σε λασπωμένες αυλές…
Θύματα μίας τραγωδίας δίχως τέλος.
Κι όμως δε ζητιανεύουν το  ψωμί,
δεν ικετεύουν τον οίκτο.


Ανέστιες  προσφυγικές  μέρες.
Αποστάγματα  δυστυχίας  στο συνοικισμό.
Η  εξομολόγηση του πόνου,
μία ιστορία φρίκης
κρυμμένη σε ρούχο παλιό, φθαρμένο.


Περιφέρω τα βήματα μου
σε άγνωστα, αφιλόξενα μονοπάτια.
Καταδικασμένος σε απομόνωση,
γκρεμίζομαι σε μία πληθώρα στεναγμών
που δεν ακούγονται.
Κουρνιάζω σε μία γωνιά σχεδόν ανήμπορος.
Πνίγεται το είναι μου.


Οι ελπίδες μου σιγοσβήνουν
σ’ ένα αύριο θολό χωρίς θεμέλια.
Ασφυκτιώ  στο  χαμόσπιτο,
στο  μουχλιασμένο τοίχο,
στις  μικροσκοπικές κάμαρες με τις άδεις ντουλάπες.
Βροχή στο  ταπεινό μου τραπέζι.
Μία  παρωδία υδάτινη
νοθεύει με δάκρυα το ψωμί.


Στριμωγμένος σε μία κακόγουστη φάρσα.
Το  αίμα μου κυλά
μέσα σε αναπάντητα γιατί,
κοφτερά γιατί.
Θύελλα συναισθημάτων
τριβελίζει το μυαλό μου.
Μία  τρικυμία οργής  φωλιάζει στην ψυχή μου.


Στην πλατεία  βλέμματα  παγωμένα,
βλέμματα  αδιάφορα.
Απόμακρα  πρόσωπα
με «καλωσορίζουν» χλευαστικά,
με διαπερνά το πικρόχολο άγγιγμά τους.
Ένα  αφόρητα εγωιστικό  άγγιγμα.
Μετρώ  τα ψεύτικα  χαμόγελα,
χαμόγελα ντυμένα  με υποκρισία.


Μα  γι’ αυτούς
-μέσα στην πλάνη της δυσπιστίας τους-
είμαι «ο άλλος»,
ένας  αδίσταχτος «εισβολέας»,
ένας  ξένος στο «δικό» τους χώρο.
Μία  ύπαρξη ξυπόλυτη,
παρασιτική,
-κατώτερη  ίσως;-
που στοιχειώνει τον τόπο τους,
κλέβει τη δουλεία τους.


Μα εγώ αντιστέκομαι.
Δε  θα  πέσω στο κενό.
Ναι, δε  θα βουλιάξω
στο ποτάμι των  δυσκολιών!
Δε θα χάσω την ταυτότητα μου.
Ο αγώνας της επιβίωσης  με γιγαντώνει.


Συνεχίζω  ακούραστα
-μέσα στην τραγικότητά μου-
ν’ «απαιτώ» να μοιράζομαι σαν ίσος
το «δικό» τους  οξυγόνο,
το «δικό» τους  δικαίωμα στον ήλιο.
Κι  αναζητώ  απεγνωσμένα, μάταια  την  καταξίωση.


Αλησμόνητη  μητέρα η πατρίδα μου,
ευλογημένος  τόπος.
Ακοίμητος φάρος η μνήμη,
σταγόνες πολύτιμες δροσίζουν την ψυχή μου.
Μέσα στην παλάμη
κλείνω το εαρινό αγαπημένο χώμα
την  αύρα των προγόνων μου.


Πύρινη  νοσταλγία
διαβρώνει τα κλειδιά του μυαλού μου.
Που ανήκω;
Σε ποιο χώρο αφήνω τελικά τα ίχνη μου;
Σε ποιους δρόμους θ’ ακουστεί το γέλιο των παιδιών μου;
Καταιγισμός  από «όχι».
Αλλεπάλληλες  αρνήσεις κι αμφισβητήσεις.


Όμως  εγώ, υπερήφανος, επιμένω αδιάκοπα.
Προσμένω την αναστάσιμη ανάσα.
Ανοίγω την καρδιά μου.
Αγκαλιάζω τον «ντόπιο» αδελφό μου,
ίσως  τον νέο ομοτράπεζό μου.
Κι έτσι ανθίζουν οι καρποί,
τ’ άνθη της ειρήνης και της αλληλεγγύης.


Στον αστερισμό του νόστου
Νικομήδεια, Σώκια, Μίλητος, Γέροντας …
Η προσφυγική μου οδύσσεια.
Ψηφίδες  αγάπης,
ψηφίδες  διδαχής,
στιγμές ελληνικές οι ρίζες μου,
επιγραφές ορθοδοξίας.
Η αλήθεια στην αφήγησή μου·
πολύτιμη κληρονομιά.


Μύρο  λυτρωτικό·  η  αναπόληση
Οι ίσκιοι μου χαμένοι στους χρυσούς αιώνες
σ’ ένα αθάνατο μεγαλείο πολιτισμού.
Κι εγώ να προσκυνώ το αιώνιο και το άφθαρτο,
την πεμπτουσία του ελληνισμού.


**  Έπαινος στον Τρίτο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης «Προσφυγιά» Δήμου Χορτιάτη – Πανεπιστημίου Ελεύθερης Επιμόρφωσης έτους 2010.




ΧΑΪΚΟΥ «ΤΥΦΩΝΑΣ ΜΙΣΟΥΣ»



I.          Έξι Σεπτέμβρη
στην Κωνσταντινούπολη.
Νύχτα του Τρόμου.


II.        Το λυσσασμένο
πλήθος ξεχύθηκε στους
δρόμους της Πόλης.


III.          Πλατεία Ταξίμ.
Μένος ανθελληνικό.
Μια κτηνωδία.


IV.            Λεηλασίες.
Όχλος φανατισμένος.
Έργα της φρίκης.


V.          Καταστήματα
ισοπεδώθηκαν. Μια
εικόνα αίσχους.


VI.            Σπασμένα τζάμια,
ήχος αποκρουστικός.
Θρήνος θανάτου…


VII.    Σπίτια, σχολεία
γκρεμίζονται , ερημιά.
Τρομοκρατία…


VIII.    Τυφώνας μίσους
σάρωσε τις εκκλησιές.
Σπάζουν εικόνες.


IX.              Βέβηλα σχέδια
για την ορθοδοξία.
Τραγικός διωγμός.


X.          Φλόγες, καπνοί στις
ελληνικές γειτονιές.
Πράξεις βαρβάρων.


XI.          «Ναρκοπέδιο»
στην πύρινη κόλαση.
Κραυγές πανικού.


XII.    Άνοιξαν τάφους
οι ιερόσυλοι! Τα
πτώματα παντού…


XIII.    Άγριες σφαγές,
καταστροφές και αίμα.
Γη των προγόνων.


XIV.    Βίασαν ψυχές,
σώματα. Τα όνειρα
θάφτηκαν εκεί.


XV.    Μαύρες οι μνήμες.
Μια δεύτερη Άλωση.
Οργή και πόνος.


XVI.    Η απέλαση
των Ελλήνων μαζική.
Εφιαλτική…


XVII.    Ο ξεριζωμός
σημάδεψε για πάντα
την ύπαρξή τους.


XVIII.    Απελπισία!
«Ταξίδι» εξορίας.
Άγνωστη πορεία.


**  Τιμητική Διάκριση στον 1ο ερασιτεχνικό διαγωνισμό Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών με θέμα «Λόγια και Χρώματα της Κωνσταντινούπολης» έτους 2010



Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΞΕΡΞΗ

Ο Ξέρξης παρακολουθεί την ναυμαχία της Σαλαμίνος από τις παρυφές του όρους Αιγάλεω.
Έδωσα μία υπόσχεση και την τήρησα.
Ναι, έπρεπε να τιμωρήσω τους Έλληνες.
Μία εκστρατεία για τον πατέρα μου.
Οι προετοιμασίες ατέλειωτες κι ο στόλος μυθικός.
Στο βλέμμα μου ο πόθος της νίκης.
Έτοιμος για το παιχνίδι της κατάκτησης…

Και να το απροσδόκητο!
Το πρωί ο παιάνας του θριάμβου
ήχησε στα στενά της Σαλαμίνας
το τραγούδι της ανδρείας:
«Ω παίδες Ελλήνων ίτε…»

Παρατηρητής εκεί  ψηλά στο θρόνο μου,
βίωσα τη μοναξιά του βασιλιά.
Μια αυταπάτη η βεβαιότητα για τη νίκη.
Οι αριθμοί υποτάχθηκαν στο πνεύμα των Ελλήνων.
Η λογική υποκλίθηκε στην περήφανη ψυχή.

Εξαγριωμένος, έδινα εντολές,
αλλά μάταια. Έσβησε η δύναμη μου.
Κατέρρευσε ο θρόνος μου
μπρος στη σοφία του Θεμιστοκλή,
την πολυπραγμοσύνη των Ελλήνων.
Ηλιοβασίλεμα, κι εγώ μετρούσα πνιγμένους.

Βυθίστηκα στο λάθος του εγωισμού και παγιδεύτηκα.
Το βράδυ ένιωσα την ταπείνωση της ήττας
εκεί στα πτώματα των Περσών, στα τσακισμένα καράβια.
Η Αλήθεια στάθηκε μπροστά μου αμείλικτη.
Ο ελληνισμός ποτέ δε θα «μηδίσει»,
ενωμένος θα μετρά ήρωες.

Τυφλός  απ’ την αλαζονεία της εξουσίας
είδα μες στο σκοτάδι
πάθος ελληνικό για ελευθερία
κι αναρωτήθηκα:
Πώς τόλμησα ν’ αγγίξω θάλασσα ανυπόταχτη,
γη, μάνα Σαλαμινομάχων,
να την ονειρευτώ δική μου;

**  Έπαινος στον Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό με θέμα «Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας» του Δήμου Σαλαμίνας έτους 2011 στα πλαίσια του προγράμματος των ΣΑΛΑΜΙΝΙΩΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου