Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Έξι μικρά αποσπάσματα από το παιδικό μυθιστόρημα του Λάσκαρη Π. Ζαράρη "Το νησί και το αθάνατο νερό"


1) Ο αρχηγός χαμογέλασε: «Ο τελευταίος Έλληνας που πέρασε από τα μέρη μας ήταν ο στρατηλάτης Αλέξανδρος».
   Ο Πέτρος αντέδρασε, γιατί γνώριζε από την ιστορία πως ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε κυριεύσει ποτέ αυτό το απομονωμένο νησί.
   «Αδύνατον…!!!», ούρλιαξε
   Ο Μπούα-Μπούα απάντησε: «Δεν εννοώ πως επιτέθηκε στο νησί μας και το κατέκτησε. Μόνο λίγες μέρες έμεινε με τους συμβούλους του, γιατί ήρθε να ενισχύσει τον στρατό του με το «αθάνατο νερό» μας».

2) Ο Μπούα-Μπούα δεν επέτρεπε να εκφράσουν τα παιδιά τη χαρά τους, γιατί γνώριζε καλά πως πάνω στα ανθισμένα λουλούδια του νησιού τρυγάνε τη γύρη τους κάτι τεράστιες μέλισσες. Αυτές μπορούσαν να δηλητηριάσουν και να σκοτώσουν ολόκληρο ελέφαντα. Τα ζαρκάδια ξεγλιστρούσαν με ελιγμούς απ’ τις θανατηφόρες μέλισσες και τα πολύχρωμα φίδια ήταν έτοιμα να επιτεθούν κάθε στιγμή. Τύλιγαν τα θύματά τους με το χοντρό τους σώμα και τα έπνιγαν μέχρι να πεις κύμινο.

3) Ο Μοκαντούσου ήξερε όμως να τα μοιράζεται όλα με όλους, κι έτσι γρήγορα διέδωσε σε όλους πως το πειρατικό καράβι είναι γεμάτο θησαυρούς. Βούτηξε κι ο Πετράκης τότε δίχως  να χάσει καιρό με μια ομάδα ιθαγενών. Και τι δεν έβγαλαν από εκεί! Πανάκριβα κοσμήματα, γαλλικά αρώματα και μεταξένια υφάσματα της Ανατολής. Ο Πετράκης μπόρεσε και διάβασε με δυσκολία το όνομα του καραβιού: «Αννίβας».

4) Ο κροκόδειλος, το κατοικίδιο στην αυλή μας, χράτσα-χρούτσα έφαγε όλα τα λουλούδια και τα λαχανικά μας. Τώρα και να φυτέψουμε καινούργια απ’ την αρχή, δώρον άδωρον, θ’ αργήσουν πολύ να αναπτυχθούν. Πιο πολύ στενοχωρήθηκα για ένα λουλούδι πολύχρωμο σαν το ουράνιο τόξο. Ο Πέτρος μάλωσε τον κροκόδειλο, μα εκείνος δεν έδωσε σημασία μιας κι είχε χορτάσει την πείνα του. Αναγκαστήκαμε να του βάλουμε ένα λουράκι στον λαιμό για να έχει πια συγκεκριμένα όρια στην αυλή μας.

5) Χθες τη νύχτα είδα τον κύριο Οικονομόπουλο ντυμένο πειρατή. Είχε τα μακριά μαλλιά του πιασμένα σε πλεξούδες και φώναζε στους ναύτες του:
   «Λύστε τους κάβους! Σαλπάρουμε…».
   Στεκόταν όρθιος  μπροστά απ’ το υψηλότερο κατάρτι της πλώρης και φώναζε:
   «Εμπρός! Πάμε να κουρσέψουμε και πάλι».
   Η γαλέρα βαριά και δυσκίνητη απ’ τα φορτία ξεκίνησε αργά το ταξίδι της. Στην αρχή πολύ δισταχτικά απόφευγε τους κοραλλιογενείς υφάλους και μετά ξανοίχτηκε στο πέλαγος. Οι ναύτες κωπηλατούσαν με όλες τους τις δυνάμεις μέχρι την ώρα που φύσηξε ελαφρό αεράκι και σήκωσαν τα πανιά. Τότε η γαλέρα έτρεχε πάνω στα γαλάζια νερά αφήνοντας πίσω της μια λευκή γραμμή αφρού.

6) «Πώς δημιουργήθηκε αυτή η πηγή, παππούλη;» ρώτησε ο Μοκαντούσου.
   «Η γη είναι πλούσια και γενναιόδωρη στον άνθρωπο. Η σκληρή γη, σαν τον σκληρό άνθρωπο ζητάει τη δροσιά του νερού· του συναισθήματος. Έτσι έπλασε ο Θεός αυτή τη γη με αγάπη για τους ανθρώπους και τα μικρά παιδιά. Όταν το νερό τρέχει άφθονο, σημαίνει πως ο Θεός χαίρεται και μ’ αυτόν τον τρόπο ευχαριστεί τα παιδιά. Εκείνο θα αυξάνεται όσο εκείνα θα συμπεριφέρονται με τρυφερότητα στη φύση και τους γονείς τους».

**  Η εικόνα είναι της ζωγράφου Πηνελόπης Σαρρή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου