Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Μου μίλησε το πέλαγος

 

Μου μίλησε το πέλαγος, μου μίλησε η τρικυμία.
Για χρόνια ο ήλιος γυμνός
γυρνούσε κουρασμένος
στ’ αποκαμωμένα λόγια μας.
Κάτω απ’ το σκιερό πλατάνι
ο ήχος του πόνου πλατύς, αχόρταγος,
σώπαινε η πλάση.
Ήχος οξύς, μεταλλικός,
αγέραστος ακόνιζε τα άγια χώματά μας
που άλλοι τώρα πατούσανε
κι έτσι μονάχοι απομείναμε στο  χρόνο
να ξεδιπλώνουμε τόπους ματωμένους
κι αγάπες που χάσαμε χωρίς επιστροφή.

Δάκρυσε η πέτρα, στέκονταν στις φλόγες προδομένη,
δάκρυσε η πέτρα και αρνήθηκε τη μεγαλοπρέπειά της,                        
το μάρμαρο δουλώθηκε στους καταπατητές
και η βαριά καμπάνα έπεσε
παύοντας να χτυπάει, να γιορτάζει.
Ο Αι-Γιώργης με υψωμένο δόρυ
τον δράκο της κακοδαιμονίας κατατρόπωνε
πηγαίνοντας σ’ άλλο τόπο, πιο ασφαλή
να επουλώσει την ανοιχτή πληγή.

Δώσαμε στην ψυχή μας το άσυλο, τη δικαιοδοσία
το φόβο ησυχασμένο να ’χει,
να παίρνει καμένη, κατεστραμμένη γη
και να την μετατρέπει σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι.
Ίδιος και απαράλλαχτος ο ήλιος της νόησης,
εκστατικός στ’ αγριεμένα κύματα
για το μυστήριο της γέννησης και του θανάτου.

Κάποια παλιά σημάδια της μοίρας θροΐζουν
καθώς οι ευχετήριες κάρτες, μας βρίσκουν.
Ξεκινώντας πάντοτε με το «Φίλτατέ μου»
και τελειώνοντας με το «Υγιαίνετε, ο λατρευτός σας
φίλος, ξάδελφος, πιστός αγαπημένος Ιωάννης…».
Τόσα πολλά ονόματα αρνήθηκαν τον θάνατο
κι ας φυλλορροούσε η πατρίδα σαν το δέντρο
από την ασθένεια του αλυτρωτισμού.

Πολλές καταστροφές, μας δούλεψαν στο καθαρτήριο
με εργαλείο την αποθησαυρισμένη γνώση
κάνοντας μετάληψη των παλιών λαθών.
Με σίδερο ατόφιο περνούσαμε τις επιφάνειες
και το όραμα της ψυχής ξέφευγε απ’ τα σύνορα,
έφτανε σε μία άλλη διάσταση
εκεί που ορθώνονταν η αληθινή μας μοίρα.
Όμως ακόμη και οι δυνατοί αφήσανε την πόλη,
φοβισμένοι απ’ του κατατρεγμού την άγρια λύσσα,
απλοί άνθρωποι χάσανε τον τόπο τους,
ένιωθαν κάποτε σαν να ’ταν Αυτοκράτορες
στη γη της επαγγελίας.

29/04/2008

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

( Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή « Η φλεγόμενη πόλη » )  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου