Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Δύο ποιήματα από τον Αντώνη Πυροβολάκη

Λυκόφως

Μέσα  απ’  τις  τρίλιες  του  λυκόφωτος  της  αύρας  οι  ηδονοβλεψίες,
ανέμισαν  στο σπίτι  κόκκινους  θανάτους,  το  πλατάγισμα  της  γλώσσας  μιας  νύχτας  που  ερχόταν.
Μάταια  δυο  χιονάτα   ρόδα  προσπάθησαν  να  σκαρφαλώσουν  στις  τελευταίες  ηλιαχτίδες
δυο  ακόμα  αυταπάτες  ομορφιάς στη  στατιστική  του  ξεγραμμένου,
μικροί  ανιδιοτελείς θάνατοι,  δυο  άσπιλα  λευκά  φιλιά  στα  μάγουλα  του  δειλινού.
Τα  παιδικά  γέλια  ξυπνήσανε  το  δρόμο,  φίδι  που  σύρθηκε στ’ ανήλιαγα   στενά
κι  ένα  φωτιστικό  σαν  τον  Ιούδα  κρεμασμένο  θα  πρόδιδε  την  σκοτεινιά  κι  απόψε.
Νυχτώνει  και  το  δωμάτιο  πρέπει  να  συγυριστεί
σε  λίγο  θα  με επισκεφτεί  ο  ρόγχος  των  χρωμάτων.
Τα  ερέβη  που  καραδοκούν  στις  σκιερές  γωνίες
μου  υποσχέθηκαν  να  κάνουν  ήσυχα  τη  δουλειά  τους  σαν  αρχίσει  να  εκπνέει  το  γαλάζιο
και  τα  στοιχειά  των λάκκων  πάντα  είναι  συνεπή.
Χάθηκες  στη  βουή,  κάτω  από  τα γλυφά  κρυφοκοιτάγματα  των  σωρειτών
αγέρας  έγινες  ένα  θρασύδειλο  μελτέμι
κι  εγώ  απόμεινα  εκεί  μπροστά  στα  περιπολικά  να  αναρωτιέμαι
του  νόμου  ποια  παράβαση  θα  χρειαστεί
για  να  με  φυλακίσουν  στο  υδάτινο  κελί  μιας  βρόχινης  σταγόνας.
Απόψε  μου  τελειώσανε  τα  χάπια  που  σε  στέλνουν  στα  λαγούμια  του  λήθαργου.
Απόψε  οι  χίμαιρες  του  ύπνου  κακιωμένες 
κάτω  από  το  βλέμμα  της  ξαγρύπνιας  θα  λουφάξουν.
Μελάνι  έγινα,  μια πληγή  από  σκοτάδι  πάνω  σε  τούτο  το  ανάλγητο  λευκό
κι  εσύ  μια  μεθυσμένη   Ιουλιέτα  να  μου  μιλάς  για  τις  αγάπες  των  τροπικών
τις  σαρκοβόρες  ορχιδέες  του  αρχιπελάγους  δυτικά  του  Ινδικού.
Φωνάξτε  μου  τη  χαραυγή.
Με  ένα  ήλιο  αναπτήρα  του  αέναου,  το  τσιγάρό  μου  να  ανάψει,
οι  στάχτες  μίας  νιότης  που  την  τράβαγαν  απ’  τα  μαλλιά  τα  χάη
του  απείρου   να  γκριζάρουν  τους  κροτάφους.
Κι  εγώ από  φράουλες  κι  αψέντι  πεθαμένος  να  μυρίζω  μιας  γαρδένιας  μαρασμούς.
Όπως  παλιά.
Ζωή  σαν  πυροτέχνημα.
Ζωή  σαν  γερασμένο  αηδόνι.
Στη  λεωφόρο  με  τα  αστέρια  και  τα  ρημαγμένα  όνειρα. 



Ένα  καράβι

Ένα  καράβι  περιμένει  να  σαλπάρει  για  το  έρεβος.
Τι  να ’ναι  άραγε  η  ζωή;
Ένα  κάλπικο  διαμάντι  που  αιχμαλωτίζει  ηλιαχτίδες.
Η  συνωμοσία  μιας  ανάσας  κι  ενός  κεραυνού.
Νύχτα  που  διασπείρει  άστρα  ψεύδη.
Καταλαβαίνεις  μικρέ  μου  πρίγκιπα,  καταλαβαίνεις;
Τα  όνειρα  διόδια  στον  αυτοκινητόδρομο  της  λήθης.
Ένα  φευγαλέο  σκηνικό  από  χρώμα  και  αλατισμένα  ματοτσίνορα.
Ένα  τραγούδι  κωφαλάλων  είναι  η  μεγάλη  λύπη.
Υπήρξαμε  άραγε   ποτέ  εδώ ή  ήμασταν  παραίσθηση  του  χάους;
Μονάχα  οι  αγέννητοι  μπορούν  να  ψιθυρίζουν  ένα  όχι.
Μονάχα  οι  νεκροί  μπορούν  να  αρνηθούν  το  ναι.
Καθένας  παίρνει  το  λαχνό  του  στη  λαχειοφόρο  αγορά  του  πόνου.
Κι  εμείς  σκιές,  φοβέρες  του  φωτός,  που  ανατινάζονται   τα  μεσημέρια  στην  ανυπαρξία.
Καταλαβαίνεις  τι  μοιρολογεί  το  ανοιξιάτικο  αγέρι  στις  γαζίες;
Μία  μεγάλη  αγάπη  που  τελειώνει  είναι  η  ζωή.
Για  αυτό  τα  δειλινά  ποτέ  δε  μαρτυρούν  τον  ύστατο  τους  πόθο.
Ματώνουν  τις  ματιές  κι  ύστερα  χάνονται  στο  πουθενά.
Θαλασσοπούλια  που  κουτσαίνουν  στους  κάβους του  νόστου  θεού.
Έχω  ένα  μπουκαλάκι    ίλιγγο  στη  τσέπη  κι  ένα  σκοτάδι  στο  μυαλό.
Δοκίμασε  με. 
Μυρίζω  φύκια  κι  ουρανό.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου