Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Πέντε ποιήματα από την ποιητική συλλογή του Νίκου Κυριακίδη:«Δρόμοι με τα ματωμένα γόνατα» , το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από την Ars Poetica.



«MY OLD FLAME»
Ήταν γυάλινο.
φουσκωμένο απ’ το φτύμα
πλημμυρισμένο στο αίμα
«Εδώ μέσα δεν μπαίνεις, σε βάζουνε».
Οι γυναίκες είναι τόσο πολύ αθώες
στη μοιχεία τους κυρίως,
εκεί που ξεδιάντροπα
γίνονται μωρά.
«Φτύσε μου στο πρόσωπο τη φωνή σου
ξέρασέ μου στο χαλί τα μάτια σου,
δώσε μου πάλι δανεικά…»
Το μόνο αληθινό σαν τον θάνατο
είναι οι άδειες κουβέντες,
των άδειων ρολογιών
«…κολύμπησέ με πριν κάθε άλλον.
Οι φλέβες σου είναι τα πιστοποιητικά μου.
Θα ποντάρω στο λάθος άλογο
το αντίτιμο της σκλαβιάς μου.
Θα τρελαθώ στην άκρη της σκάλας
που ανεβοκατεβαίνω».


ΤΑ ΔΟΚΑΡΙΑ
αιών παις έστι παίζων πεσσεύων· παιδός η βασιληίη.
Ηράκλειτος

Η βασιλεία
είναι του παιδιού...
Όμορφο να ζεις ανάμεσά τους
μέσα στη σοφία τους
με τις εκπλήξεις τους
-τυχαιότητα-
με τον όγκο που δίνουν στην επιβίωσή μας.
Κι αν έρθουν και άλλες απόλυτες απογοητεύσεις,
ένας άστεγος κι ένας με πρησμένη κοιλιά,
θα βγάλουν τη γλώσσα στις εμπειρίες,
θα χλευάσουν τις παροιμίες.
Μέσα στο λόφο της κοπριάς
θα βαφτούν και θα φλερτάρουν.

ΠΑΖΛ

Στη λεωφόρο σταυρώνουν ένα αγόρι, μπροστά στη μάνα του.
Κατέβηκαν και πήραν τα εργαλεία απ’ την καρότσα.
Το δέντρο πνιγμένο στο απέραντο μπετόν
τα πλακάκια ιδρωμένα.
Κατέβασαν τσεκούρι,
μιαν αξίνα, φτυάρι, το ψαλίδι του κουρέματος.
Πρώτα βέβαια του πήραν αίμα
-Επιβεβαίωση-
«Πονάω» φώναζε το αφτί
το χέρι ψιλοχάιδευε το πεζοδρόμιο χωρίς τα δάχτυλα
«Καθήκια» είπε το δόντι
«Όχι μπροστά της» αυτό, από το δεξί του μάτι.
Τα γένια προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη γριά
αλλά εκείνη δεν έβλεπε
τίποτε.
Ούτε μάλλον ήταν εκεί.
Είχε πάει ντάλα μεσημέρι,
κατ’ ευθείαν στο μνήμα του.


ΓΙΟΥΔΙΑ

Δεκάδες θάνατοι
ντυμένοι προκλητικά
ωσάν τον φασισμό
ντυμένον επανάσταση.
Μας μικραίνουν τις μέρες
μας παγώνουν τα χρώματα
κάτι δειλοί
πριν το Θάνατο των μικροθανάτων
-την υστερεκτομή αυτής-
Αυτοί, μας μακέλεψαν τα μωρά μας.
Αυτοί, μας στράγγιξαν
τα γλυκά υγρά της σάρκας
και τ’ αλμυρίσαν.
Δεν ξέραν πως τα μωρά ξανάρχονται,
και κυρίως πως δεν έχει περάσει μέρα από πάνω τους,
μήτε μπουκάλι απ’ τ’ αμπέλι τους.
Με τα ίδια ρούχα
Φτωχικά
Ίδιο νούμερο
Νικηφόρα.


ΚΡΥΩΝΕ...

Βρέθηκε να φιλιέται με πάθος
μ’ ένα τεράστιο ψάρι.
Με το που εμφανίστηκε μπροστά της
έβγαλε επιθετικά τη γλώσσα
και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Ήταν η λίμνη;
Τα όνειρα υγρασίας που έφτιαχνε;
Ο Ψάρης πάντως δεν εμφανίστηκε-
υπήρχε.
Όσο την έσφιγγε,
κοκκίνιζαν τα μάτια του.
Τα λέπια του σκληρά τη ματώναν.
Τα πράγματα στο δωμάτιο πέταγαν.
Ο χώρος άδειαζε.
Αυτή θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις-
κυρίως ονόματα.
Τώρα δα γδαρμένη, αλλά χωρίς πόνο, κολυμπά,
απολαμβάνει την ανάσα με τα βράγχια.
«Εραστή… δεν έχω πια βάρος.
Πότε πέθανε η μάνα μου;
Το φανταζόμουν γκρι,
μα είναι γαλανό ως και το αίμα μου.
Απλά κάνει πολύ κρύο...
Η υγρασία είναι;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου