Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ: "ΑΦΕΣΙΣ" (ΑΥΤΟΕΚΔΟΣΗ).




ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.

Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ ϐράδυ.

===============================================================
ΞΕΝΟΣ

Γεννήθηκε σὲ παράλια πόλη.
Μὲ τὸ σκίσιμο τῶν τρατῶν στὰ νερὰ τῆς ϑάλασσας
καὶ τὸ σφύριγμα ξενιτεμένου ἀέρα στὶς καλαμιὲς
ποὺ ἔσπαγε στρατηλάτης ἄγριος στὸ λαμπύρισμα τῶν πρωινῶν,
μέθαγε ἡ μέρα τὸν ἔραινε τ’ ἁλάτι τοῦ καλοκαιριοῦ
κορμὸς κυπάρισσου τὸ μπράτσο του πλατάνιστος ὁ στέρνος
ξανθὸ σπάρτο ἡ μιλιά του,
ἔφυγε ὅταν ἡ χώρα κοιμόταν (δίσεκτοι καιροὶ)
πῆρε λίγο κομμάτι γῆς, ἄλλοι εἶπαν πὼς δὲν δάκρυσε.

Σὲ μακρυσμένες Πολιτεῖες μεσουράνησε.
Τὰ ϐράδια, ἄυπνος, κατεβαίνει στὸν γιαλὸ μὲ γυμνὰ πόδια
ϐυθίζει στὴν ἄμμο τὴ ματιά του
ἀφήνει τὴ μόνη γυναίκα τὴ μόνη γαλάζια ϑύμηση
νὰ τοῦ χαϊδέψει τὰ σφυρά· τὴν Ἀνάμνηση
νὰ τὸν κοιμήσει.

===============================================================
ΝΟΣΤΟΣ

Ἡ πετυχημένη σου ζωὴ σ’ ἔφερε, ϕιλοπαίγμων
στοὺς δρόμους ποὺ μεγάλωσες.
Μεγίστη ἀναμέτρηση, τὸ περίμενες καιρό —
Τιτανομαχία· ϑυμᾶσαι πῶς ἤσουν παιδί.

Βαρὺν ὅρκο εἶχες πάρει — μὴν ξεχάσεις!
ἀπ’ τὸ πρωὶ ἔτρεχες ξυπόλητος... Μὰ ἡ ἀθωώτητα
ὅσο ϐαθιὰ καὶ νὰ τὴ χάραξες καρδόσχημα στὸ πεῦκο
ἔφυγε. Καὶ καλὰ λένε ὅτι χάνεται ἀλλὰ
πῶς γίνεται ϐρὲ παιδί μου
κάθε ποὺ περνᾶς τὴ μικρὴ γειτονιὰ
νὰ νιώθεις ρετσίνι νὰ κολλᾶ στὰ χέρια.

===============================================================


LA SOIRÉE

Ὁμολογουμένως, δὲν περίμενε ποτὲ τέτοιο γεγονὸς
πού ’χε συμβεῖ σὲ τόσους ἄλλους καὶ τὸ ἔβλεπε ἄλλωστε
τόσο ἀπόλυτα τόσο ἀθροιστικὰ σ’ αὐτὸν
ποὺ πότε τό ‘χε ἐπιλογή, πόσο μᾶλλον σκέψη!

Γι’ αὐτὸ κι αυτομολώντας τὸ ἴδιο ϐράδυ στὴ ϐιβλιοθήκη
—στὴ ϐαθειὰ πολυθρόνα— ξεκλείδωσε
κι ἀνάμεσα στὸ περίστροφο ποὺ ϕύλαγε καὶ τὰ νυχτερινὰ
δοκίμιά του, συνέγραψε τὸ καλύτερό του ποίημα.

===============================================================
ΧΑΡΤΟΠΑΙΞΙΑ

Πετάω τὶς μέρες σὰν τραπουλόχαρτα
στὸ ἀμυδρὸ ϕῶς — δὲν ἔχω ϕύλλο.
Παίζω τὸ μέλλον μου, χάνω
παίζω τὸ παρελθόν μου, κερδίζω.
Στὸ παρόν; Ἀφήνω τὶς κάρτες καὶ πιάνω
τὸ κέντημα τῆς γιαγιᾶς.

Ἀνάμεσα σὲ δυὸ μπλόφες κλώθω
τὴ ζωή μου.

===============================================================
ΜΕΣΣΙΑΣ

Ε ὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διεμήνυε πὼς πιάσαν λάθος ἄνθρωπο.
Πὼς δὲν ἔρχεται ἀπὸ ταπεινὴ γενεὰ οὔτε δούλεψε
τὸ ξύλο ποτές του — ἀντιθέτως,
μεγάλωσε πλούσια σὲ μιὰν ἔκταση ἑκατὸ ἑκτάρια
μ’ ἔκδηλα τὰ σημάδια πάνω του τῆς καλοζωίας.
Πὼς δὲν ἀπομακρύνθηκε καιρὸ οὔτε διάβασε πολὺ
μὰ πάντοτε τύπος κι ὑπογραμμὸς στὸ τί σκέπτεται τί πράττει.
Πὼς δὲν εἶχε ἀδελφοὺς ποτὲ οὔτε κατὰ διάνοια
ϐοήθησε νεκρούς, τυφλοὺς ἢ χειρότερα πεινασμένους.
Δὲν ὑποσχέθηκε τίποτε σὲ κανέναν.

Γι’ αὐτὸ κι ἐδῶ καρφωμένος ψηλὰ τὴν ὕστατην ὥρα
δὲν παύω νὰ ϕωνάζω γιὰ τὴν ἀδικία νὰ μοῦ λογχίσετε τὰ πλευρὰ
νὰ μὲ ϐάλετε ἴσα κι ὅμοια μὲ ληστές.
Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες, ϑὰ δεῖτε, δὲν ϑ’ ἀναστηθῶ.

Ἄθελά του κατεχωρήθη στοὺς Μεσσίες τοῦ Κόσμου.

===============================================================



ΟΜΟΒΡΟΝΤΙΑ

Κάποιο πρωί, κατέβασε τὸ τουφέκι πού ‘μενε κρεμασμένο
ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Ἐπανάστασης
καὶ ϐγῆκε στὸν δρόμο, πυροβολώντας ἀδιάκριτα ὅποιον ϐρῆκε.
Ὅσους πῆραν οἱ ριπὲς αυτοὺς πλησίασε εὐλαβικά,
μὲ ϕόβο, γιατὶ οἱ καλοὶ πεθαίνουν ἄδικα
ἔσκυψε πάνω νὰ τοὺς ἀναστήσει μὲ νεκρὰ ποιήματα.
Ὕστερα, τοὺς ἔστησε ὀρθοὺς κομμένα ἀγάλματα
κι ἀφοῦ δίδαξε ἕνα πρὸς ἕνα πῶς πυροβολοῦν ζήτησε
τὴν πληρωμὴ ἀπὸ ἀπονήρευτα χέρια, νὰ ϕύγει.

===============================================================
ΕΙΠΕΣ

Εἶπες: «ϑ’ ἀσχοληθῶ κι ἐγὼ ὅπως τόσοι ἄλλοι
μὲ τὸν ϐιοπορισμό, περνώντας
ϐιαστικὰ δίπλα ἀπ’ τὶς ξανθὲς μιμόζες τοῦ Φλεβάρη.
Τὴν πεποίθησή μου γιὰ ὑπεροχὴ
στὰ χωλὰ πόδια τοῦ Ἡφαίστου — ἔλα ἄκουσέ με
ξερίζωσε τὴν ἐλπίδα ἀπὸ τὴν ὕπαρξή μου!
Τὶς μέρες ϑ’ ἀποταμιεύω ἐλπίδα, τὴ νύχτα
ϑὰ νυμφευθῶ τὴ Μοναξιὰ
σὲ γυάλινο Πύργο μακρυὰ ϑὰ ζήσω».

Κι ἡ ϑεωρία κραταιή. Κυκλώπειον τεῖχος
ἐκδούλευσις τῶν ϑεῶν.
(Ἀγγελιαφόροι ϕθάσαν ἀπ’ τὶς ἀκριτικὲς περιοχές.
Ὁ ἐχθρὸς ἄρχισε νὰ εἰσβάλλει.
Ὅ,τι στήθηκε πέτρα τὴν πέτρα κινδυνεύει μ’ ἀφανισμό).

Στὶς στάχτες ἐκείνης τῆς νεανικῆς πυρᾶς
ψάχνω ϕοίνικα στίχο
ν’ ἀναστήσει τὸ ϐασίλειό μου.

===============================================================
ΕΞΟΔΟΣ
(κατακλιθῆναι ἐν κόσμῳ)

Τώρα ποὺ ϑὰ πεθάνω
ϕρόντισε γιὰ μεγάλη ϕωτιά, σὰν ἥλιος
ἐκεῖ νὰ μ’ ἀποθέσεις
πάρε τὴ στάχτη μου ἀλάλαξε ϕύσηξέ τη μακρυά.

Ὅπως σκόρπισα τὴ ζωὴ ἂς σκορπίσω
καὶ τὸν ϑάνατο.

===============================================================
Δημήτρης ἈγαθοκλῆςἌφεσις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου