Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Πίστη.


 


Κάποιος άνθρωπος χαμένος, ρημαγμένος
με την ψυχή του κάτω πατημένη
μέσα στο σκοτάδι προχωρούσε.
Φως έψαχνε, φως πουθενά...
έστω μια μικρή αδέσποτη αχτίδα
κάποιων παλιών ευτυχισμένων στιγμών,
έστω μια μικρή χαραμάδα στο όνειρο,
έστω μια πελαγίσια σύντομη ομιλία
με την αγαπημένη του θάλασσα.

Πεινούσε μα δεν ήθελε να φάει
γιατί τον παρέλυε το ψέμα,
η αγωνία τού πάγωνε το μυαλό,
ένα σκουριασμένο νόμισμα η πίστη
δεν μπορούσε να την εξαργυρώσει
με τίποτε ελπιδοφόρο.
Καρφί φαρμακερό εκείνη.
Τα χέρια του αδύναμα
μα τα κατεύθυνε μια ένοχη επιθυμία,
μια ανάμνηση του προηγούμενου πάθους.

Μία και μοναδική κίνηση τού απέμεινε,
να σκύψει και να πάρει την πέτρα,
να τη σφίξει γερά στην παλάμη του,
τα δόντια του να κροταλίσουν ξανά
και ύστερα να την πετάξει ψηλά,
περιστέρι της νιότης να χαθεί
την πίκρα και το κλάμα να διώξει,
το τείχος ενός σκοτεινού ουρανού
να γκρεμίσει και να δει ένας δήθεν χαμένος
πως τα θαύματα γεννιούνται πρώτα
στο νου και στην ψυχή
και το φως είναι πάντα εκεί
που το άφησε, που το ξέχασε
που το μίσησε, ναι που το μίσησε…

γιατί τού αποκάλυψε ένα σκάρτο εαυτό
κι έπρεπε τώρα ν’ αλλάξει
συνθήκες και εντυπώσεις
για να επανέλθει η τάξη του κόσμου.

17/02/2014

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου