Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ: "ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ;".



   Στο άρθρο του Γιώργου Πινακούλα «Υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα;» που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος της εξαμηνιαίας επιθεώρησης «Νέο Πλανόδιον», αναφέρεται πολύ σωστά -κατά τη γνώμη μου- μεταξύ πολλών άλλων σημαντικών διαπιστώσεων, ότι «η αναγκαία προϋπόθεση του μυθιστορήματος είναι επίσης η μυθοπλασία, η δημιουργική φαντασία. Εδώ είναι άλλος ένας τομέας στον οποίον πάσχει η νεοελληνική λογοτεχνία. Οι Έλληνες συγγραφείς δεν φημίζονται, εκτός κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων, για την οργιώδη φαντασία τους. Κατά κανόνα, οι πεζογράφοι μας, απ’ τους ηθογράφους του 18ου αιώνα και μέχρι τους σύγχρονους, είναι προσκολλημένοι στη ρεαλιστική γραφή, στόχος τους είναι η αληθοφάνεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι απουσιάζουν απ’ τη λογοτεχνία μας τα καθαρά φανταστικά είδη: δεν υπάρχει επιστημονική φαντασία, παρότι το πρώτο έργο επιστημονικής φαντασίας, η Αληθής ιστορία του Λουκιανού, γράφτηκε στα ελληνικά∙ δεν υπάρχει λογοτεχνία του φανταστικού, κάτι αντίστοιχο με τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών του Τόλκιν∙ δεν υπάρχει, τέλος, έντεχνο παραμύθι (με τη σημαίνουσα εξαίρεση της Πηνελόπης Δέλτα). Η απόλυτα απελευθερωμένη, αχαλίνωτη φαντασία, που αποτέλεσε συχνά την πηγή του μυθιστορήματος, μας είναι σχεδόν άγνωστη».
   Η συγκεκριμένη παρατήρηση του κ. Πινακούλα με βρίσκει σύμφωνο και ταιριάζει με τις ανησυχίες που είχα εκφράσει στην κ. Σύλβια Λουκά στο ψηφιακό περιοδικό Διάθεση τον Δεκέμβριο του 2012 στα πλαίσια μιας συνέντευξής μου:
   «Στον πεζό λόγο έχουν καθιερωθεί ορισμένα χαρακτηριστικά, εύκολα αναγνωρίσιμα από το συνηθισμένο αναγνωστικό κοινό, ώστε να ξεχωρίζουν οι διάφορες κατηγορίες και να γίνονται αντικείμενο προς συζήτηση, να προσφέρουν ακόμη κάποια σταθερά σημεία αναφοράς στους κριτικούς για την αξιολόγηση του εκάστοτε κειμένου.
   Αυτά τα σημεία έχουν παγιωθεί μετά την άνθηση του μυθιστορήματος τον 19ο  αιώνα και αποτελούν θαυμάσιους οδοδείχτες για την ασφαλή πορεία των παλιών αλλά και των νέων δημιουργών. Όμως αγαπητή κυρία Λουκά, ποιος μας εξασφαλίζει πως εξακολουθούν ακόμη να ενθουσιάζουν, να εμπνέουν και να καλύπτουν οι παλιές τεχνικές γραφής τον σύγχρονο λογοτεχνικό κόσμο και κάποιους τοπικούς πολιτισμούς; Μήπως η μεγάλη πίστη μας στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα, στην αληθοφάνεια έφθειρε σε κάποιο βαθμό το είδος; Και πώς να εξηγήσουμε τη δίψα του ανθρώπου για τις καθημερινές ιστορίες και όχι τόσο για τις φανταστικές; Ζούμε σε μία αυστηρά ορθολογιστική κοινωνία και ίσως αντιμετωπίζουμε με καχυποψία κάθε προσπάθεια ανανέωσης του λογοτεχνικού λόγου και βάζουμε συνεχώς την αποπνιχτική θηλιά της κοινής λογικής σε κάθε σκέψη και σε κάθε πράξη μας.
   Στο παραμύθι, οι ανθρώπινες καταστάσεις παρουσιάζονται διογκωμένες, ενώ οι χαρακτήρες ξεφεύγουν απ’ τις συνηθισμένες διαστάσεις τους (εξωτερικές και εσωτερικές) και αποδεσμεύονται από τη φθορά του χρόνου. Η αίσθηση της παντοδυναμίας καταλαμβάνει τους πρώην αδυνάτους μετά την παρέμβαση ενός αφύσικου συμβάντος. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο παραμύθι και το κάνουν να ξεχωρίζει από το μυθιστόρημα, μέσα στο οποίο οι συγγραφείς αποφεύγουν ανάλογης έντασης δημιουργικές απελευθερώσεις. Επίσης, είναι διστακτικοί στην ανάπτυξη ενός μεταφορικού και συμβολικού λόγου, όπου μπορεί μία απλή πράξη να αναχθεί σε δίδαγμα, με πολύ εύληπτο τρόπο, προσφέροντας ταυτόχρονα πνευματικά και ψυχικά οφέλη στους μικρούς αλλά και στους ενήλικες λάτρεις του είδους».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου