Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

«Τα όνειρά μου… τα όνειρά μου!».





   «Τα όνειρά σου… τα όνειρά σου!» φώναζε έξαλλη και τα μάτια της πετούσαν φλόγες. Τόσο μίσος έβγαζε για τα όνειρά μου, λες και δεν ήξερε που ήταν το οξυγόνο μου, λες και αγνοούσε πως αυτή η ακόρεστη επιθυμία μου για τα όνειρα, η τρέλα μου για τα απίθανα, τα θεωρητικώς ακατόρθωτα, την έκανε να μ’ ερωτευθεί στο παρελθόν.
   «Είσαι εγωιστής και ονειροπαρμένος» έλεγε χτυπώντας τα χέρια της στο στήθος μου με λύσσα, μα εγώ έμενα ακίνητος, εξωτερικά ασυγκίνητος. Ούτε μία απλή έκφραση λύπης, οργής, απογοήτευσης, έκπληξης δεν χαράχτηκε στο πρόσωπό μου, το πρόσωπο που χρόνια εκείνη έβλεπε και ενθουσιαζόταν.
   «Τα μάτια σου έχουν περίεργα χρώματα, πότε μοιάζουν με τη θάλασσα, πότε με τη γη όταν γκριζάρουν και πρασινίζουν».
   Τα μάτια μου λοιπόν αυτή τη στιγμή είχαν γίνει δυο πελώρια κενά λαγούμια που άνοιξε το πέρασμα του χρόνου για να με γελοιοποιήσει και να γκρεμίσει την ύπαρξή μου στα τάρταρα της αμφιβολίας, στη δυσφορία της λανθασμένης επιλογής.
   «Ήταν σφάλμα μου» είπα από μέσα μου κι η φράση δεν τολμούσε να βγει προς τα έξω γιατί θα χαστούκιζε τα μάγουλα της γυναίκας που σαν θηρίο κουρέλιαζε την αξιοπρέπειά μου. Το σφάλμα στρεφόταν προς τα μέσα μου, στην ψυχή και την καρδιά, σαν φίδι κουλουριαζόταν και ύστερα ετοιμαζόταν μ’ ένα ύπουλο δάγκωμα να χύσει και την τελευταία σταγόνα από το δηλητήριό του.
   «Τα όνειρά μου… τα όνειρά μου!» μονολόγησα, ενώ εκείνη ούρλιαζε κι έμπηγε τα νύχια της βαθιά στο δέρμα μου:
   «Τι με κοιτάς έτσι ασάλευτος, γιατί δεν αντιδράς; Τι θέλεις επιτέλους από τη ζωή σου;» συνέχιζε να λέει ασυγκράτητη.
   Από το δέρμα μου άρχιζαν να αχνοφαίνονται οι πρώτες μικρές αιμάτινες κηλίδες. Ονειρευόμουν πως το σώμα μου δεν ήταν δικό μου, ήταν ενός άλλου που το είχα φορέσει για ρούχο ξαφνικά, για να ξεγελάω τις αφόρητες στιγμές μου. Ψυχή γυμνή ήμουνα, νησί στη μέση του πελάγους, όλο σκόπελοι και ύφαλοι οι άνθρωποι γύρω μου. Άπλωναν τα χέρια τους μόνο κάτι να αρπάξουν, μόνο θηλιές μού έδιναν για να πνίξω τα όνειρά μου. Πάνω που πήγαιναν να φυτρώσουν φτερά στα πλευρά μου, τα συναισθήματα με μαστίγωναν αλύπητα.
   «Αυτή η φορεσιά αγγέλου δεν σου πάει άνθρωπέ μου! Σκύψε το κεφάλι σου στη γη και δες τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα ήθελες να είναι» βροντοφώναζαν κάποιες σκόρπιες ενοχές.
   Αχ! κακόμοιρη ανθρωπότητα, πώς θα μπορέσεις ν’ αλλάξεις όταν εχέγγυα ζωής σού δανείζουν μονάχα οι κύκλωπες κι οι ουρανοί, φωλιά των αστεριών γίνονται και καθόλου των ανθρώπων.
   «Τα όνειρά μου… τα όνειρά μου!» μονολόγησα σαν να μην υπήρχε κάποιος απέναντί μου να με κοιτάζει. Την είχα αποτελειώσει με την αδιαφορία μου -όπως νόμιζε- κι είχε γείρει εξουθενωμένη στον καναπέ.
   Τα όνειρά μου… τα όνειρά μου άνοιγαν χαώδεις πληγές μέσα μου κι ούτε ένα δάκρυ δεν τολμούσε να ξεφύγει από τα μάτια μου. Τέτοια αντίδραση στις δυσκολίες της ζωής, θα φαινόταν αδικαιολόγητη. Δεν θέλησα να ξοδέψω τη δροσιά τους πάνω στο πρόσωπό μου, τα χρειαζόταν η ψυχή που καιγόταν, τα είχε ανάγκη ο πόνος για να φυτρώσει στο χώμα του το λουλούδι της υπομονής.
   Μόνο μία απορία έμενε για το υπόλοιπο της ζωής μου∙ τι μυρωδιά να έχει άραγε το άνθος του;

21/10/2014

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου