Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Κριτική παρουσίαση για την ποιητική συλλογή: «Αντοχή των υλικών» του Θόδωρου Καλαμπούκα, εκδόσεις ΑλΔΕ, Κέρκυρα, 2007.




   Αφού αρχικά ευχαριστήσω τον φίλο Θόδωρο Καλαμπούκα για την αποστολή της ποιητικής συλλογής του: «Αντοχή των υλικών», θα διατυπώσω την άποψη πως σπάνια τυχαίνει να διαβάζω έργο δημιουργού του γραπτού λόγου, όπου οι λέξεις μπαίνουν στην κατάλληλη θέση μέσα στον στίχο κι έχουν την ειδική βαρύτητα ώστε να προσδίδουν στο ποίημα μία εξαιρετική ποιότητα. Ο ποιητής στοχεύει κατευθείαν στην πηγή της καλλιτεχνικής έμπνευσης και περιγράφει λιτά, πυκνά και εύστοχα τον ποιητικό του ορίζοντα, παρόλο που αναρωτιέται στο ποίημα της σελίδας 18: «Με ποια σύμφωνα γεννιούνται συλλαβές; Με ποια λέξεις;».
   Με άλλα λόγια, η έμπνευση μπορεί να είναι απέραντη, όμως η οριοθέτησή της με λέξεις δεν αντιπαρατίθεται στον κώδικα του εφικτού και του ορατού, γιατί το νόημα δεν ανασύρεται απ’ τα βάθη ενός ποιητικού πηγαδιού, μα συντίθεται με λάμπουσες ηλιακές αχτίδες, που θερμαίνουν τον στίχο που κυλάει, όχι ανάλαφρα σαν θρόισμα αέρα στα φύλλα των δέντρων, μα ακαριαία ως χειραφέτηση της ανθρώπινης μνήμης και περιπέτειας από το σκοτάδι, χωρίς να το απορρίπτει εξ’ ολοκλήρου, αλλά να εξασκείται στην εμπειρική γνώση από την εκμάθηση του σκοταδιού:

«Ανήσυχα τα μάτια των συντρόφων:
με κάθε ήχο τρόμος, πανικός με κάθε τριγμό.
Αλλά και πόσο ικανοποίηση
κάθε φορά που το τρυπάνι αποκαλύπτει
ημιπολύτιμα πετρώματα και λίθους σπάνιους
χρώματα που τα βλέπουν με τη λάμπα στο σκοτάδι!..».

(Από το ποίημα της σελίδας 25: «Δουλεύεις χρόνια στα ορυχεία»).

   Κι ύστερα ο ποιητής παραμερίζει τη βαριά κουρτίνα της ψυχής του, για να φανούν σε όλο τους το εύρος τα κρυφά πάθη της και οι ενθουσιώδεις μύθοι της που διατρανώνουν το μυστήριο της ύπαρξης, προσθέτοντας στις σκέψεις άπειρες διεξόδους, ενώ μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία και τη σιωπηρή κραυγή ξεχωρίζει το θαυμαστικό της αντοχής:

«Ώρα να συλλαβίσεις
το αμίλητο μυστήριο της ψυχής σου.

Κυμάτιζε μια λεπτή φρίκη στη νύχτα.

Μιλούσες και τ’ αγέρι
περνούσε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
σαλεύοντας τη νοτισμένη κουρτίνα.
Στα χείλια άνθισε η εξομολόγηση
ένα εξάνθημα έσπασε στο σκοτάδι.

Το πρωί ένας λεκές στο άσπρο μετάξι
και μια ισχνή χρυσαλλίδα
έτοιμη να πετάξει».

(Το ποίημα της σελίδας 21: «Έφθασε ο καιρός ν’ αγαπήσεις το σώμα σου»).

   Τριανταπέντε ποιήματα περιλαμβάνονται στην παρούσα ποιητική συλλογή του Θόδωρου Καλαμπούκα, χωρισμένα σε δύο ενότητες: «Του φωτός και της νιότης» και «Άντρας», που αντιπροσωπεύουν παράλληλα τις διαφορετικές περιόδους της ζωής του, όπου η αποτύπωση των συναισθημάτων κυμαίνεται ανάλογα με την ηλικία και τους οραματισμούς, τον αγώνα ή την αποδοχή των καταστάσεων και την παραίτηση. Οι εικόνες δημιουργούν ένα αέναο σκηνικό, με πρωταγωνιστές -έμψυχα και άψυχα-, που μιλάνε ακόμη και χωρίς φωνή, γιατί η εξωτερίκευση του βιώματος γίνεται άμεσα και ο αναγνώστης μετατρέπεται σε θεατή ποιημάτων -σχηματιζόμενων εκείνη τη στιγμή- αν και ο γονιμοποιός τους σπόρος βρίσκεται στο νοσταλγικό παρελθόν. Η ομορφιά λοιπόν συνιστά, όχι απλώς ένα αδιαμφισβήτητο υλικό αντοχής, αλλά και μια συνολική θέαση της ζωής:

«Η πύκνωση των ανθρώπων που δέχτηκες
κι εκείνων που γύρεψες,
το μάγμα αυτών που αγάπησες
κι όσων ακόμη θα μπορούσες ν’ αγαπήσεις,
δεν είναι παρά το υλικό
για μια υπέρογκη έκρηξη.

Γιατί είναι η έκρηξη ομορφιά».

(Από το ποίημα της σελίδας 15: «Το φως θα ήταν ίσως μια αρχή. Το φως»).

   Η πρώτη γνωριμία μου με το έργο του Θεσσαλονικιού ποιητή Θόδωρου Καλαμπούκα έγινε  μέσω του εξαιρετικού περιοδικού «Αίτιον», όπου δημοσιεύει ενδιαφέροντα άρθρα αποκαλύπτοντας πτυχές της ζωής, του έργου και του χαρακτήρα σημαντικών πνευματικών ανθρώπων που ο ίδιος γνώριζε προσωπικά, όπως του πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου και του ποιητή Γιώργου Θεμέλη. Με σπουδές θεάτρου στην Ελλάδα και στην Αγγλία και την ίδρυση αρκετών θεατρικών ομάδων στη Θεσσαλονίκη, ο φίλος Θεόδωρος άφησε τη θεατρική γραφή να μπολιάσει την ποίησή του με δραματικό τόνο και με το λεπτό βελόνι των συναισθημάτων να κεντάει στο υφαντό της ψυχής τόσο λεπταίσθητες καταστάσεις, που θαρρείς πως το τσάκισμα της ψυχής και ο διαρκής πόνος φέρνουν μακροπρόθεσμα το χαρμόσυνο άγγελμα της αντοχής:

«Ω! Πόσο γνωρίζω την απελπισία
εκείνου που δεν έχει δρόμο, ούτε προοπτική!
Η δικαιοσύνη είναι νόημα ανθρώπων
δεν είναι συνέπεια του μαρτυρίου».

(Από το ποίημα της σελίδας 34: «Σα να γινόταν εισβολή»).

«Μπορείς να περιγράψεις την ανέχεια;
Με ποιον τρόπο ν’ αλλάξει ο πόνος της ψυχής
των καταφρονεμένων που τριγυρνούν χωρίς ελπίδα
κι όλων εκείνων που έχασαν τον μύθο τους
και δεν τους έμεινε ούτε φαντασία;».

(Από το ποίημα της σελίδας 37: «Τα δέντρα του Νοέμβρη είναι ό,τι πιο γυμνό υπάρχει»).

«Τόσο είναι μεγάλη η δύναμη των ανθρώπων
της λύπης και της χαράς
και των ρημάτων».

(Από το ποίημα της σελίδας 16: «Και ιδού λοιπόν εσύ! Τώρα γνωρίζεις»).

«Οι υγρές μέρες που πέρασες
και κανείς δε θα μάθει τις εκτάσεις της αντοχής σου.
Μια στοιχειώδης αίσθηση αξιοπρέπειας
-ό,τι κι αν γίνει, αυτή δε θα τη χάσεις-
σε υποχρεώνει σχεδόν και να χαμογελάς
ενώ ακόμη συνεχίζεται το υγρό μαρτύριο».

(Από το ποίημα της σελίδας 33: «Δεν έχουν αριθμό κι ούτε προσδιορίζονται»).

   Κι αν ο άνθρωπος ψάχνει υλικά για να κατασκευάσει μια σταθερή κατοικία, καλύτερα να την ψάξει εντός του κι όχι εκτός, εκεί που συντελείται καθημερινά η ιστορία της υφαρπαγής της ύπαρξης και της αλλοίωσης της από κάθε είδους αναπόδραστες κι επιβαλλόμενες πορείες ζωής:

«Το σχήμα και τα χρώματα της ύλης
τώρα δεν τα περιφρονείς.
Τ’ αφήνεις να εισχωρούν στα μάτια
να πιέζουν τις κόρες
και να εγκαθιστούν την παχύρρευστη ευτυχία
του προσωρινού».

(Από το ποίημα της σελίδας 51: «Κοίτα το φως πώς δηλώνει τη μορφή των πραγμάτων»).

   Κι είναι να αναρωτιέται κανείς πώς ο ποιητής Θόδωρος Καλαμπούκας, στον πρόλογο της ποιητικής του συλλογής, δίνει την εξής απάντηση: «Γίνεται όπως με τα στεφάνια της πρωτομαγιάς: / Μαραίνονται, στεγνώνουν μέχρι το καλοκαίρι, / ώσπου τις νύχτες του Αϊ-Γιάννη ανάβουμε μ’ αυτά φωτιές. / Έτσι, ίσως εξηγείται γιατί ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη. / Υποψιάζομαι / ότι βαθιά την αγαπούσε», σε γράμμα του φίλου Γ. Ι: «…Τα ποιήματά σου που αγάπησα γιατί τα καις; Γιατί τα καταστρέφεις; Μοιάζει μ’ αυτοκτονία, στρέφεσαι ενάντια στον εαυτό σου…».
   Όμως η πορεία ενός εφήβου προς την ενηλικίωση περιγράφεται αδρά και αρκετές φορές ο μύθος των νιάτων εξακολουθεί να συνεπαίρνει την ψυχή ενός ενήλικα με περισσή τόλμη:
  
«Όσοι δεν είναι έτοιμοι
να δεχτούν το μήνυμα του ναυαγού που γνέφει
πέρα από τον κυρτό ορίζοντα
δε θα μπορέσουν να δικαιολογήσουν την αποκοτιά σου
να σαλπάρεις στο καταχείμωνο και μέσ’ στη σκοτεινιά».

(Από το ποίημα της σελίδας 38: «Όσοι δεν είναι έτοιμοι»).

   Πότε-πότε, η πόλη από ψηλά συντελεί ώστε η προσωπική αγωνία και η θλίψη να υπερκαλύπτονται απ’ τα βάσανα των ανθρώπων που κυκλοφορούν στους δρόμους της, προτού ο ποιητής πάει να παίξει με τη μελαγχολία της ανάμνησης:

«Περίπου εκεί βρισκόταν το ρυάκι με τις λεύκες
και παραπέρα θύσανοι πλατάνων κι άλλες εκβλαστήσεις
όλα ασημένια από τα χρόνια, κλειδωμένα στη σκέψη σου,
όπως κτερίσματα πλάι στ’ ακριβό μέταλλο των μαλλιών
της μάνας και του πατέρα που κοιμούνται».

(Από το ποίημα της σελίδας 41: «Ποια υπεροψία έδωσε στη μέρα τέτοια χρώματα»).

   Εν κατακλείδι, ο φίλος Θόδωρος Καλαμπούκας υπηρετεί έναν ποιητικό λόγο με συνέπεια και σκληρή αυτοκριτική, που τον εμποδίζει να δώσει στη δημοσιότητα και να εκθέσει αβασάνιστα το έργο του, φέρνει όμως τη σοδειά εύγεστων καρπών, χαρακτηριστικό στοιχείο που επισημαίνει επίσης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ο λογοτέχνης και καθηγητής φιλοσοφίας Τάσος Φάλκος: «Ο ποιητής, όχι πως δεν ήξερε τις αρετές αυτών που είχε γράψει, αλλά έβαζε τον πήχη πολύ ψηλά. Αλλά το επιθυμητό πάντα απέχει απ’ το πραγματικό. Αυτό συμβαίνει με όλους μας. Μα πρέπει κάποτε να κατεβεί κανείς στον στίβο».  

29/07/2015

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

2 σχόλια:

  1. Είμαι βαθιά συγκινημένος από τη διεισδυτική κριτική προσέγγιση του Λάσκαρη Ζαράρη στην ποιητική μου συλλογή "Αντοχή των υλικών".
    Όσο κι αν φαίνονται φτωχές οι λέξεις, μερικές φορές, ένα λιτό "ευχαριστώ" αποκτά το συναισθηματικό φορτίο που του αποδίδει το καταστάλαγμα και η εμπειρία ζωής κι αυτό θέλω να εκφράσω στον αγαπητό Λάσκαρη Ζαράρη, που με τιμά και με τη φιλία του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φίλε μου Θεόδωρε, πραγματικά η γραφή σου μού άφησε όμορφες και ποιοτικές στιγμές, μα περισσότερο χάρηκα γιατί αναγνωρίζω πως ως λογοτέχνης αξίζεις πολλά, περισσότερα απ' όσα σού έχουν δοθεί μέχρι τώρα. Βέβαια, το καλύτερο βραβείο είναι το να μπορείς να αγγίζεις με τη γραφή σου τον απλό και μέσο αναγνώστη. Σε συγχαίρω!!!

      Διαγραφή