Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

«Ωχ» (Μικροδιήγημα).

 
   Λίστα άρρητων υποχρεώσεων. Κάθε βράδυ την δημιουργώ στο μυαλό μου, κάνω κάποιες διορθώσεις μέχρι το ξημέρωμα. Το πρωί, μόλις ρίξω νερό στο πρόσωπό μου, γίνεται αυτόματα η κατάργησή της.
   Ακόμη μια νύχτα έμεινα άυπνος… κοιτώ τα μάτια μου, σκούρυναν τα χρώματά τους, λες και μου δίνουν εντολή να κοιτάξω μέσα μου, στα σκοτεινά.
-          Ωχ κακούργε, εσύ έφτιαξες τα κάγκελα του εαυτού σου, την φυλακή σου…
-          Μα είναι δυνατόν να μην μπορείς να βάλεις ούτε μια προτεραιότητα στη ζωή σου;
-          Και το όνειρο πού πήγε; Ωχ, ξέχασες να το αφήσεις να ξεπεταχτεί σπίθα από τις στάχτες σου!
-          Ωχ, μάλλον το άφησα να βυθιστεί σε άγνωστη θάλασσα. Ας πιανόταν καλύτερα από έναν βράχο, ακόμη και από το πρωινό φως, όχι από μένα τον ανίδεο πάντως!
   Γέλιο ειρωνικό και υποχθόνιο, τα χείλη τρέμουν. Απρόσεχτος στο ξυράφι, τρέχει αίμα από το δέρμα κι οι ρυτίδες, όχθες ενός φανταστικού ποταμού.
   Πάντα κοβόμουν από το ξυράφι της ζωής, μάτωνα στις αιχμές των ανέλπιστων εξελίξεων κι ο ποταμός με παρέσερνε αλλά ποτέ δεν μ’ έπνιγε. Ράγισε και το γυαλί, έγινε χίλια κομμάτια, έμεινα σιωπηλός, δεν ξεχωρίζω πια το πρόσωπό μου. Τι αξία έχει άραγε ο καθρέφτης όταν κρύβεις απ’ τα μάτια σου τον αληθινό σου εαυτό;  
   Κι αν είχα δυο εαυτούς, τον έναν τον ευαίσθητο, κατήργησα για λόγους ανάγκης, μόνο και μόνο για να είναι το «ωχ» μου λιγότερο βαρύ στη ζυγαριά του χρόνου.

15/05/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου