Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ζωοφιλία και Ποίηση στη Λαμία

 

                             ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

20:00        Χαιρετισμός από το Δήμαρχο Λαμιέων κ. Γεώργιο

                  Κοτρωνιά.

20:05        Ομιλία για την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων από την

                  Πρόεδρο του Συλλόγου μας κ. Αγγελική Μπαρτσιώκα. 

20:10        Μικρό αφιέρωμα στο Γιώργο Μεγαλιό από το μέλος   

                  μας κ. Ντίνο Μιχελή.

20:15        ‘’Ζωοφιλία και ποίηση’’- Βιογραφικό της νικήτριας

                  του Α’ Πανελληνίου Διαγωνισμού Ποίησης του Φ.Σ.Φ.

                  με φιλοζωικό θέμα κ. Δήμητρας Καραφύλλη από την

                  Γ. Γραμματέα του Συλλόγου μας κ. Γιόλα Δάρα.

20:20        Παρουσίαση- κριτική των βραβευμένων ποιημάτων

                  από το μέλος μας κ. Ρούλα Φαλάρα-Κρανιώτη.

20:25        Απονομή Επαίνου σχολικού διαγωνισμού ποίησης.

                  Απονομή του Α’ Παν. Βραβείου Ζωοφιλικής Ποίησης.

20:35        Παρουσίαση των καλεσμένων διακεκριμένων ποιητών

                  Χάρη Μελιτά, Αρτέμιδος Βαζιργιαντζίκη και Γιώργου

                  Νικολόπουλου από την κ. Παναγιώτα Χριστοπούλου-

                  Ζαλώνη, μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών,

                  Ιδρύτρια-Πρόεδρο του Λογοτεχνικού Ομίλου

                  «Ξάστερον», Εκδότρια-Διευθύντρια του Λογοτεχνικού

                  Περιοδικού ΚΕΛΑΙΝΩ.

20:40        Απαγγελίες ποιημάτων.

20:50        ‘’ Ένα ποίημα και ένα τραγούδι για το Γιώργο’’ από

                  τη Νίκη Βλάχου και το Γιώργο Μελεμενή.

21:00        Μπουφές.

                          Συντονισμός εκδήλωσης: Νίκη Βλάχου


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

ΖΩΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Με αφορμή τον εορτασμό

της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων

το Δ. Σ. του Φιλοζωικού Συλλόγου Φθιώτιδας

σας προσκαλεί

να τιμήσετε με την παρουσία σας

την εκδήλωσή μας

που θα πραγματοποιηθεί

την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

και ώρα 20:00

στην αίθουσα του ξενοδοχείου ‘’Σαμαράς’’,

Αθ. Διάκου 14, Λαμία


Η εκδήλωση είναι αφιερωμένη

στη μνήμη του Γιώργου Μεγαλιού,

μέλους της Εξελεγκτικής Επιτροπής του Συλλόγου μας
Θα ακολουθήσει μπουφές με πλούσια εδέσματα και ποτά
ΕΙΣΟΔΟΣ:  € 10
       

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η όραση των αγαθών

    
Έβλεπε μέσα από δυο σταγόνες βροχής
κι έπλαθε χρώματα πρωτόγνωρα
μέσα από την υγρή θολότητα της μέρας.
Μονολογούσε: «Δε θα σ’ αφήσω να σε καταπιεί
αυτό το απαίσιο κλουβί η μοναξιά».
«Δε θα σ’ αφήσω προπάντων να κοιτάς
τα σύννεφα και να ματώνεις».
Ξέρεις από τις παρακάμψεις που δημιουργεί η σκέψη
και δεν αφήνει την ψυχή σαν πάγος να ραγίσει,
ξέρεις από συναισθήματα βελόνες
που διαπερνούν το εφήμερο και το αιώνιο
μα για να βουρκώσεις…
υπάρχουν πιο σοβαροί λόγοι.
Για να χάσεις τη δεξιοτεχνία σου στη ζωή
πρέπει να δεις τον ήλιο να χάνεται
και να μην επιστρέφει ποτέ,
τον ουρανό να βάφεται στο χρώμα της αγωνίας
και τις λέξεις να χτυπούν με ορμή στο πρόσωπό σου.
Τα κομμάτια που έγινες για χάρη των συνανθρώπων
ας είναι ατελείωτη ευλογία και προσευχή
και η προδοσία από αυτούς που εμπιστεύτηκες
μια παραποιημένη ανάμνηση.
Μόνο η βροχή ξέρει να καθαρίζει καλά
τα όνειρά σου και να βλέπεις τόσο μακριά…
ώστε η μικροψυχία των ανθρώπων να σου φαίνεται
ένα μικρό αγριόχορτο
στο χωράφι του σύμπαντος.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


**  Συμμετοχή στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία
    εκδόθηκε από την «Υδρόγειο» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση
    για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες» το Νοέμβριο του 2009. Ο πίνακας
    είναι της ζωγράφου Άννας Αραμπατζή.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα ποίημα από την Ελένη Τσώνη


«Σε θέλω»

Σε θέλω.
Άκουσμα απάνεμου περάσματος χαδιού,
στης λογικής μου το βουβό κρότο,
στης ψυχής την ανεμοδούρα,
στης αγκαλιάς σου το κούρνιασμα,
..Εν όψει και μετά φόβου περαστικών απ’ αλλού.

Σε θέλω.
Στης σιγαλιάς τα πολύκροτα περάσματα,
στης αλήθειας τα γλυκο-μπερδέματα,
στης έκβασης την εκβολή,
...Εν όψει και μετά φόβου περαστικών απ’ αλλού.
Περαστικά ας είναι...

Ελένη Τσώνη

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κοκκινολαίμης ο ερωτοποιός


   Είχε ωραία χρώματα, εντυπωσιακά αυτός ο κοκκινολαίμης. Φλυαρούσε όμως ακατάπαυστα, κάθε πρωί, πάνω στη μηλιά. Η ομίχλη του βουνού δεν τον φόβιζε, αντιθέτως του προξενούσε μια ψυχική ευφορία, μια εσωστρέφεια με ποιητικές αναζητήσεις.
   -Ο έρωτας, μουρμούρισε, είναι τόσο δεμένος με τη φύση μας, ώστε οι άνθρωποι τον παρομοιάζουν μ’ ένα πέταγμα, με το τίναγμα των φτερών, μ’ ένα κελάηδημα που έρχεται και απλώνει γύρω του την ευτυχία.
   Ο μικρός αγρότης , που σκάλιζε κάτω απ’ τη μηλιά, δεν μπορούσε ν’ ακούσει και να νιώσει την εσωτερική αρμονία του πουλιού. Ήξερε πάντως πως ο κοκκινολαίμης ήταν ένα σημαντικό προμήνυμα ενός δύσκολου χειμώνα. Η λευκότητα θα ντύσει τις πλάτες του βουνού και το τζάκι θα χρειαστεί αρκετά ξύλα.
   Το πουλί θαύμασε:
   -Τι μεγάλος κόπος να σκύβεις το κεφάλι προς τη γη και να περιποιείσαι τη βάση του δέντρου, να βοηθάς τις ρίζες ν’ ανασάνουν αφαιρώντας γύρω του τα χόρτα!
   Τον τρόμαζε το βλέμμα προς τα κάτω, η καφετιά μάζα του χώματος που δίνει καρπούς σαν το σώμα, τη μήτρα της ζωής.
   -Χωρίς αγάπη θα μπορούσε το αγόρι να εργάζεται με τόση επιμονή και αφοσίωση; Μα οι κινήσεις του είναι πράγματι ερωτικές, έστω κι αν απέχουν πολύ απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού, αναρωτήθηκε και συμπέρανε ο κοκκινολαίμης.
   Ήθελε να πλησιάσει, να δει από κοντά την τεχνική των κινήσεων, το χαΐδεμα της γης από την απειρία, να αισθανθεί τον χτύπο της καρδιάς. Τότε, εντελώς ανέλπιστα σκορπίστηκε στον άνεμο η φωνή του αγοριού σαν φύλλο τσακισμένο:
   -Αν καταφέρω ν’ ανέβω εκείνο το φράκτη και περάσω απέναντι…Ίσως τη δω μέσα στον κήπο, να τρέχει μαζεύοντας όμορφα λουλούδια. Ίσως ανοίξει το παράθυρο και χωρίς να κινήσει τα χείλη, μόνο με το βλέμμα της μου πει πως μ’ αγαπά. «Σ’ αγαπώ», τι ήχους μελωδικούς περιέχει αυτή η φράση, όταν προφέρεται! Αρκεί να τ’ ονειρεύομαι, πως κάποτε θα μου μιλήσει. Ας εκδηλώσει την αγάπη της, τον έρωτά της πρώτα και μετά ας κατεβάσει τα μάτια της από ντροπή. Πρέπει ν’ ανοίξει το παράθυρο, οπωσδήποτε.
   Ο κοκκινολαίμης άρχισε να συμπάσχει με τον πόνο του αγοριού που υποφέρει από την απόσταση του έρωτα. Υποσχέθηκε στον εαυτό του πως αυτή τη φορά με το κρύο θα φέρει τον έρωτα στις καρδιές των ανθρώπων και όχι τη ματαιοδοξία και τη διχόνοια που χωρίζουν. Άρχισε να φτερουγίζει πάνω απ’ τα κλαδιά της μηλιάς για να τραβήξει την προσοχή του παιδιού. Έκανε μερικές στροφές γύρω από το κεφάλι του. Υψώνονταν ξαφνικά με μια αξιοζήλευτη ώθηση και έπεφτε με βουτιά ασυγκράτητο, αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση με το έδαφος. Μήπως ήθελε να υποδηλώσει τα σκαμπανεβάσματα του έρωτα ή να δείξει πως έχει την ικανότητα να βοηθήσει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα;
   -Άχ, ξεφύσηξε το αγόρι, αχ και να σ’ έβλεπα για λίγο! Ο πατέρας μου δεν μπορεί να εξηγήσει τη μεγάλη μου προθυμία να τον βοηθώ στις δουλειές του και ιδιαίτερα την αγάπη μου για τις μηλιές. Πού να ήξερε εκείνος πως η μοναδική αιτία είναι η Ανθή; Τι μεγάλο πλεονέκτημα να γειτονεύει το κτήμα σου μ’ έναν άγγελο!
   Τώρα εξηγήθηκε το πάθος του μικρού για εργασία· ήταν ο μασκαρεμένος πόθος του για έρωτα. Ο κοκκινολαίμης το κατάλαβε και μετά από δυο-τρεις δοκιμαστικές προσπάθειες πέτυχε μερικά χτυπήματα στο τσάμι της Ανθής. Ένα ολόξανθο αγγελούδι  έσκυβε πάνω από το βιβλίο του, αλλά δεν ήταν αφοσιωμένη, γιατί έφτιαχνε σχέδια και μουντζούρωνε τις σελίδες. Το βλέμμα της ξεπερνούσε τον φράκτη κι αναπαυόταν κάτω στη μηλιά, εκεί που το αγόρι σκάλιζε την εύφορη γη.
   Το αγόρι είχε δίκαιο, ο έρωτας είναι ένα τεράστιο φως που διαπερνά όλο το σώμα σου και σε ζεσταίνει, σε κάνει να μην υπολογίζεις κόπους. Θλίβει αυτούς που δεν μπορεί να ενώσει, για να πετάξουν προς το όνειρο τους. Ο ένας σκυμμένος στο σκοτεινό χώμα κι ο άλλος στο ανιαρό βιβλίο.
   Η προσμονή όμως της συνάντησης έχει μεγαλύτερη αξία από τον ίδιο τον έρωτα.
   -Έρωτας είναι το ταξίδι που σε κάνει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, να σκεφτείς καλά για όλα τα δημιουργήματα του κόσμου, να κάνεις σχέδια, μέσα από το σκοτάδι να ξεχωρίζεις το φως και να το δυναμώνεις κάθε μέρα με την αγάπη σου για το άγνωστο. Άραγε το παιδί θα συνέχιζε να σκαλίζει τη γη και να ελπίζει σε καλή σοδειά, αν μάθαινε κάποτε πως ένα και μόνο μήλο, ήταν ικανό να διώξει τους πρωτόπλαστους από τον παράδεισο;
   Ο κοκκινολαίμης θα μπορούσε να γυρίσει πίσω, να περάσει από την άλλη πλευρά των βουνών, να έρθει με την αποχώρησή του μια ζεστή μέρα μέσα στο χειμώνα, η Ανθή να κατέβει στον κήπο, ώστε το αγόρι να την πλησιάσει και να ειπωθούν τα πρώτα λόγια. Μα έπρεπε καταρχήν ο έρωτας ν’ απλωθεί στα μάτια, στο μικρό γαλάζιο και μετά από χρόνια ν’ αγγίξει το μεγαλύτερο γαλάζιο τ’ ουρανού· αυτό που ποτίζει τις ψυχές με ωριμότητα, με εφόδια διανοητικά για ν’ αντέξουν στις όποιες κακουχίες.
   Το πουλί θα βοηθούσε, αλλά για μια πρόσκαιρη στιγμή ευτυχίας δε θέλησε να χαλάσει ολόκληρο το δημιούργημα της αγάπης, που από αρχαιοτάτων χρόνων ενισχύεται περισσότερο από την απόσταση και την ένοχη μυστικότητα. Προτίμησε τον συνηθισμένο ρόλο του, αφού το να μιλήσει ένα πτηνό για έρωτα αντιβαίνει στους κανόνες της λογικής, είναι πιο φυσιολογικό να τον τραγουδήσει με πάθος.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ένα ποίημα της Vicky Kostenas Lagdos


Posta nuvole – Pfoebus
(se il sole fosse dentro a te, il vento fosse un abbraccio) 

Μάθε τη γλώσσα τ’ αηδονιού τη μελύδρια,
που γλυκοπλέκει αμιγή  νοήματα τ’ αγέρα.
To σιωπηλό αποστήθισε κι απόλυτα μυστικιστικό λίκνισμα
της φτέρης να ψελλίζεις σαν ονομάκλητο επιφώνημα,
που αφήνεται  έωλο στους δρόμους της Εκάτης να πλανάται .
Σαν το νερό το δρόμο του έμαθε απέξω να κυλάει
και τώρα δεν αρέσκεται να κρυφτοπαίζει την αναμονή.
Γιατί κάτω απ’ την αδρομερή σκιά της φλαμουριάς
μακρύκομες Ναιάδες  με το κορμί
βαλμένο στα βυσσινιά πέπλα
στήνουν ενέδρα στους μεθυσμένους απ’ το κρασί
και από τον ήχο της φλογέρας δασύτριχους ημίθεους.
Το παρελθόν ξεγράφοντας κανείς
μπορεί να ζει η να μη ζει χωρίς προβλήματα
εκτός κι αν τη ζωή του πιάσουν πειρατές
καταμεσής στο δρόμο και την ανακρίνουν σε νοήματα.
Επικηρυγμένοι στίχοι φέρνουν το νου
στα μουσικά μονοπάτια της ψυχής.
Η αδήριτη ανάγκη ν’ ανακτηθεί η αξιοπιστία του στίχου
περνάει μέσα από έναν ενδελεχή έλεγχο
μιας  επιρρεπούς υπευθυνότητας  
στη διαφάνεια και ακεραιότητα της ρίμας.
Μα πώς τα πουλιά φυγαδεύτηκαν
μέσα απ’ του μυαλού το ξελόγιασμα
κι απ’ των υγρών ματιών το δάκρυ
για το ταξίδι πέρα απ’ τις προσδοκίες της θάλασσας
και τις χωροταξικές οριοθετήσεις του ορίζοντα;
Μάθε να τραγουδάς τον ήχο της βροχής  
πριν γίνει ποτάμι κι αφανιστεί απ’ την οργή της θάλασσας.  
Με τις νότες της σμίλεψε στο πεντάγραμμο καλοκαίρια,
που μας άφησαν έρμαιους στο δρόμο κάτω
απ’ τους άσκεπους ουρανούς ν’ αναζητούμε
διόδους  επικοινωνίας με τ’ αστέρια.
Μια  χούφτα πάρε από φύλλα φθινοπωρινά
κατάχλομα φεγγάρια να ζωγραφίσεις
να τα ’χεις μέσα στο κρύο καταχείμωνο
με τους ερμητικά παντάκλειστους και στους θεούς
απρόσβατους χαμοσκεπείς ουρανούς.
Η κατακλείδα ενός έργου αξιολογείται με το χορό
να συνοδεύει για μια Παλινωδία την Ελένη στο παλάτι.

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich 22. September 2011


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Αποτελέσματα Α΄ Διαγωνισμού Ποιήματος και Διηγήματος του Περιοδικού Τέχνης και Λόγου "ΝΗΣΙΔΕΣ"


Φίλες και φίλοι, αναγνώστες και συμμετέχοντες, μια μακρά περίοδος μελέτης και αξιολόγησης όλων των υποβληθέντων έργων φθάνει πλέον στο τέλος της με την ανακοίνωση των παρόντων Αποτελεσμάτων για τον Α’ Διαγωνισμό Ποιήματος και Διηγήματος του περιοδικού τέχνης και λόγου «ΝΗΣΙΔΕΣ».
Δε σκοπεύουμε στο παρόν να αναπτύξουμε τα αισθητικά ή και ανθρωπογεωγραφικά σημεία που συναποτέλεσαν το μωσαϊκό τούτου του Διαγωνισμού. Τούτο θα γίνει μέσα από τις σελίδες του περιοδικού.
Ας μας επιτραπεί όμως να απευθύνουμε μία σειρά από θερμές ευχαριστίες τόσο σε όλους τους δημιουργούς που μας εμπιστευτήκαν τους πνευματικούς τους καρπούς όσο και τα 5 μέλη της κριτικής μας Επιτροπής που με μεγάλο κόπο και συνάμα φροντίδα ανέδειξαν εκείνα τα κείμενα που χρίουν δημόσιου επαίνου κι ασφαλώς δημοσίευσης.
Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρήσαμε σωστό πέρα από την άμεση ενσωμάτωση των βραβευμένων ποιημάτων και διηγημάτων στο προσεχές, 7ο τεύχος των «ΝΗΣΙΔΩΝ», να προχωρήσουμε στην ταυτόχρονη δημοσιοποίηση και των ονομάτων που συμπεριελήφθηκαν στις βραχείες λίστες των δύο κατηγοριών, διότι προτιθέμεθα να συμπεριλάβουμε τα εν λόγω έργα τους στα επόμενα μας τεύχη. Το αξίζουν.
Καλή μας συνάντηση πλέον μέσα από τις σελίδες του 7ου τεύχους που αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στον Οκτώβριο.

Η συντακτική ομάδα του περιοδικού «ΝΗΣΙΔΕΣ»


Αποτελέσματα Διαγωνισμού
περιοδικού «ΝΗΣΙΔΕΣ»




Ποίηση:

1. Α’ Βραβείο: Απόστολος Θηβαίος (Απόστολος Λαμπρινός)
2. Β’ Βραβείο: Μάλαμας Καρύδας (ΠΛΟΥΜΗΣ ΑΓΑΠΗΤΟΣ)
3. Γ’ Βραβείο: Διέννη Παναγιώτα (Αίολος)
4. Ειδική Μνεία: Μάνος Κουνουγάκης (Peredur)
5. Ειδική Μνεία: Βασίλης Πης (Θεόκριτος)


Λοιπά μέλη Βραχείας Λίστας:
Αρετή Στραφιώτου (Αντιγόνη): «Απόσπασμα Βιογραφικού Σημειώματος», «Ελπίδος αναρρόφηση»
Δώρα Δημητριάδου (Τισιφόνη): «Όλοι οι χαμένοι έρωτες», «Η θύρα του μυαλού…»
Σωτηρία Κρητικοπούλου (Σαλεντίνα): «Αισθήσεις»
ΒΑΡΕΛΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΦΙΤΗΣ): «ΧΑΡΤΙΝΑ ΤΑ ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ» και «ΚΟΥΡΤΙΝΑ ΜΙΣΑΝΟΙΧΤΗ»
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΝΗΣ (Αλέξανδρος Κάππος): «Υστερόγραφο» και «Αστρολογικό»
Δέσποινα Μουζουράκη (Όστρια): «Αδιάβροχο ένδυμα», «Γενάρης»


Διήγημα:

1. Α’ Βραβείο: Βικτωρία Τράκη (Λωρένα Λιόντου): «Οι μικροί πρόσφυγες»
2. Β’ Βραβείο: Ηρώ Κάπα (Ίριδα Κούτσα): «Η μαύρη τρύπα»
3. Γ’ Βραβείο: Διονύσης Μαρίνος (Αδαμάντιος Απείθαρχος): «Το πρόβλημα με το χέρι»
4. Ειδική Μνεία: Γιώργος Νικολόπουλος (ΕΚΕΙΝΟΣ): «Και το όνομα αυτού, Ιωάννης Μάουζερ…»
5. Ειδική Μνεία: Παναγιώτης Πασσάς (Ανανίας): «Το κατά Λυδίαν ευαγγέλιο».


Λοιπά μέλη Βραχείας Λίστας:
Κωστής Α. Μακρής (Φάβιος Ψυχάνθης): «Ο παστουρμάς και το γραικόχορτο»
Τσιρπανλής Δημήτριος (Έρεβος): «Οι φωνές από αντίκρυ…»
Ηφαιστίων Δημήτριος Χριστόπουλος (“Λοίσθιος”): «Οι Φάλαινες στο Φεγγάρι»
Φάμελλος Παναγιώτης (Νοσταλγός): «Ο ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ»
Κώστας Παναγόπουλος (Γιάννης Νόκιας): «Αρχάγγελοι Ιππείς»
Ματίνα Παπαδιά (Ζωή Μυλωνά): «Τσανς ο κατά λάθος Μεσσίας»
ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΟΥΤΣΑΝΑ (Μοίρα Φραγκιά): «ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ»
Μίκα Παρασκευά (Ηρώ Σκιαθίτη): «ΤΟ ΜΠΑΟΥΛΟ»
Μπουκουβάλα Αλεξία (Φεβρωνία Δικαίου): «Η ΔΙΚΗ», «ΤΟΥ ΜΕΜΑ»
Αθηνά Τζοβάρα (Φαίδρα): «Ο κόκκινος κουβάς».

(Πηγή: Λογοτεχνία για όλους)

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Παρουσίαση Ποιητικών Συλλογών της Νανάς Στ. Παπαϊωάννου

Ορισμοί και κρίσεις


Ποίηση είναι να σκάβεις στα κρυφά
για έναν παράδεισο ξεχωριστό.
Σκυμμένος μες στα έλατα, στους τόνους
των συλλαβών σου και στα βουνά τα απόκρημνα
κάποιου βιαστικού νοήματος,
μέσα στης μνήμης τα χορταριασμένα μονοπάτια
με χέρια λερωμένα από εύπλαστα αισθήματα,
χιλιάδες λέξεις ταγμένες στην αποστολή σου
βαδίζουν με το ένστικτο της διαφυγής
απ’ το δικό τους κόσμο τον αδύνατο.

Αυτό το δημιούργημα να ’ναι αληθινό
ή άκαρπο στολίδι;
Μήπως στο τέρμα του κανένα αντικλείδι
για το μυστήριο του θανάτου και της ζωής;

Αν κάποιος μες στο ποίημα σου κοιτάξει
και μες στις φράσεις σου σταθεί για ένα λεπτό,
κάπως αναστατωμένος, με μια υποψία
πως τελείται κάτι ιερό,
τότε έχει πετύχει ο σκοπός.
Η ομιλία με το κρυφό σα ν’ ανήκει
τώρα και στον αναγνώστη
μέσα απ’ τους δαιδαλώδεις
διαδρόμους της κατανόησης.

Συγκίνηση εκστατική, κάποιος ανένδοτος
έρωτας στη σύναξη των αιωρούμενων δακρύων
και ήρθε θαρρείς το βάλσαμο μέσα απ’ το όνειρο,
ο πλους του άναρχου υλικού σε χώματα
δικά μας. Οι λέξεις· οι μούσες του φωτός
χορεύουν ζηλότυπα ν’ αποτυπωθούν σ’ αθάνατο χαρτί
με χίλια πρόσωπα.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δελτίο Τύπου για το τεύχος 50 του Περιοδικού "Πλανόδιον"



                                                                                                          


Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Αμε­ρι­κανών Συγ­γρα­φέ­ων


Η Ελ­λη­νο­αμε­ρι­κα­νι­κή Έ­νω­ση πα­ρου­σιά­ζει, σε συ­νερ­γασί­α με το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό Πλα­νό­διον και το ι­στο­λό­γιό του για το μι­κρό δι­ή­γη­μα Ι­στο­ρί­ες Μπονζά­ι, το 50ό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού με τί­τλο «Α­με­ρι­κα­νι­κό μπον­ζά­ι [Flash Fiction]: 43 Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Α­με­ρι­κα­νών Συγ­γρα­φέ­ων. Μια αν­θολο­γί­α».

Η πα­ρου­σί­α­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί την Πέ­μπτη, 22 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011 στις 20:00, στο Θέ­α­τρο της Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής Έ­νω­σης (Μασ­σα­λί­ας 22, Κο­λω­νά­κι).

Το 50ό τεύχος του πε­ριοδι­κού Πλα­νό­διον εστιά­ζει στο αμε­ρι­κα­νικό μι­κρό διήγη­μα, γνω­στό ως flash fiction, το οποίο από τις αρχές της δε­καετί­ας του ’90 γνώρι­σε με­γά­λη επιτυχί­α στον αγγλό­φω­νο κό­σμο και παγκόσμια ανα­γνώ­ρι­ση και ά­σκη­σε ευ­ρύ­τα­τη επιρ­ροή. Στο τεύ­χος πα­ρουσιάζο­νται 43 μι­κρά διη­γή­μα­τα σταχυολο­γη­μέ­να από τις πέ­ντε κα­λύ­τε­ρες αμε­ρικανικές ανθο­λο­γί­ες του είδους που κυ­κλο­φο­ρούν. Με­ταξύ των αμε­ρι­κανών συγγραφέ­ων που με­τα­φρά­ζο­νται, πε­ριλαμ­βά­νονται ση­μα­ντι­κά ονόματα της α­μερικανικής λογο­τε­χνί­ας, όπως οι Ρέι Μπρά­ντμπε­ρι, Τομ Χαζούκα, Λάνγκστον Χιούζ, Τζό­ις Κάρολ Όουτ­ς, Σαμ Σέ­παρ­ντ, Τζον Απντά­ικ, Τέ­νε­σι Ουί­λιαμ­ς, Το­μπάιας Γούλ­φ.

Το ι­στολό­γιο Ιστο­ρί­ες Μπον­ζά­ι είναι μια δια­δι­κτυακή επιθεώρη­ση για το μικρό δι­ή­γη­μα και ταυ­τό­χρο­να μια δια­δι­κτυακή ανθο­λο­γί­α εν προόδ για το συ­γκε­κρι­μέ­νο είδος. Ειδι­κεύεται στο ελλη­νικό διήγη­μα και ταυτό­χρο­να πα­ρου­σιά­ζει έγκυ­ρες με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των στα ελλη­νικά.


Θα μι­λή­σουν οι:

Γιάν­νης Πα­τίλης, ποι­η­τής, εκδό­της του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού Πλα­νό­διον και της ιστο­σε­λί­δας "Ιστο­ρί­ες Μπον­ζά­ι"
Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, συγ­γρα­φέ­ας, κα­θη­γη­τής, με­τα­φρα­στής
Ηρώ Νι­κο­πού­λου, συγ­γρα­φέ­ας, εικα­στι­κός

Κα­τά τη διάρ­κεια της εκ­δή­λω­σης θα δια­βα­στούν δι­η­γή­μα­τα α­πό το α­φιέ­ρω­μα.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011, 20:00


Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (2ος όροφος)
Μασσαλίας 22, Κολωνάκι


Eίσοδος ελεύθερη


Ήρα Παπαδοπούλου (210 3680052), www.hau.gr/culture

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Ξέχωροι τόποι, δυνατές ψυχές


«Μην αφήνεις γέροντα την παλιά σου αίγλη
τη θάλασσα που σ’ ανάθρεψε, το παλιό λιμάνι
το αμπέλι που σε μέθυσε, τους όμορφους σιτοβολώνες
κι εκείνο το υπέροχο μάλαμα από τα υπέδαφός της».

Κρατάει τα σκήπτρα αυτής της γης ο πολυμαθής
ο χρόνος κι εξουσία απέραντη ως έχει, μοιράζει
τα αγαθά μας, τα υλικά μιας μνήμης αξεθύμαστης
μιας λύπης μουδιασμένης, καθώς προφέρεις τη ζωή
με μία φράση: «γη, πλάση ανθισμένη στου Εύξεινου
Πόντου την αγκαλιά κοιμάσαι λυπημένη, με τα
μαλλιά σου πιασμένα στις άκρες του Παγασητικού».

Η μοίρα κατέστρεψε την ομορφιά της με τη φλόγα
κι εμείς λυγάμε σαν τα δέντρα που σκιρτάνε
παρομοιάζοντας το παλιό χώμα με το νέο.
Το νέο αίμα έτρεψε, η νέα γενιά υπάρχει. Κάποια
στηρίγματα θα βάζει μπρος το αδιέξοδο.
Μες το παλιό κομμάτι η τωρινή σου ευτυχία.
Άνθρωποι, ζωντανή κληρονομιά που ημέρωσαν
Την ξέρα και χίλια χρώματα άφησαν με δύναμη ψυχής.

Η μοίρα πλάθεται συνεχώς με νέα χέρια, δεν τη χωράει
ο τόπος, εκείνο που μετράει είναι ο καρπός.
Όλα συνηγορούν στην προκομμένη γη
στους προκομμένους ανθρώπους που ζύμωσαν την πέτρα
για την αρχή ενός ένδοξου ταξιδιού.

Οι άνθρωποι μιλάνε απλά: παλιοί και νέοι μιλάνε
τη σκληράδα της μοίρας, της γης τον ενθουσιασμό.
Ηχούν οι λέξεις βουρκωμένες με λίγο ήλιο τονισμένο
στα φωνήεντα κι οι φθόγγοι αληθινοί εργάτες
του μαρμάρου ακονίζουν τ’ άπειρο.

Ο ίδιος πάντα γέρος μες την αφθαρσία του γαλάζιου
μας μεταφέρει στα τοπία, στους πάντα ακέραιους
ανθρώπους, γλυπτά του Ελληνισμού που παραμένουν
μες τα θαυμάσια δειλινά. Κι εκεί που λέμε για καημούς
και πόνους, αγάπες νέες μεγαλώνουν με τα λουλούδια
της ακμής, νέα τραγούδια αηδονιών
με την παλιά μας δόξα.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

                                     

Το ίδιο ξημέρωμα


   Ξημέρωνε Κυριακή. Ο ήλιος σε λίγο θα έπαιζε κρυφτούλι πίσω από τα σύννεφα. Δίσταζε να ξεμυτίσει και να εντυπωσιάσει τους αγουροξυπνημένους με το κόκκινο πρόσωπό του. Ήθελε να μείνει ακόμη στην αγκαλιά της νύχτας, να μετεωριστεί πριν παραδώσει το σώμα του στη μέρα. Γι’ αυτό εμφανιζόταν σύντομα στον ουρανό κι όταν το μετάνιωνε, γυρνούσε προς τα πίσω. Τα σκοτεινιασμένα σύννεφα ήθελαν να στείλουν στους περαστικούς αρκετή βροχή, αλλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη ώρα ακόμη. Εξέταζαν τις διαθέσεις του ήλιου και περίμεναν υπομονετικά. Ο ήλιος άκεφος, φαίνεται τελικά πως θα άφηνε τα σύννεφα να κρύψουν τα χρώματά του, να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά πάνω από την ήσυχη και αθόρυβη πόλη.
   Τότε ακούστηκε ο πρώτος λυγμός της κοπέλας. Κάλυψε το βήχα του Σωτήρη. Εκείνος βρίσκονταν στο μπάνιο και προσπαθούσε ν’ αφανίσει τα σημάδια της νύχτας απ’ το πρόσωπο και το σώμα του. Κοίταξε τις δαγκωματιές στους ώμους και στα χέρια του και απελπίστηκε. Σήμερα δε θα μπορούσε να κυκλοφορήσει αμάνικος στην πλατεία. Τα σημάδια θα γίνονταν μεγάλες μελανιές· πειστήρια μιας πολύ ερωτικής νύχτας. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από την ταλαιπωρία, όταν ακούστηκε ο δεύτερος λυγμός της. Μπήκε στο δωμάτιό του τρομαγμένος να δει τι συμβαίνει. Το κρεβάτι του ήταν άδειο. Η πόρτα της βεράντας ανοιχτή. Οι γυμνές πλάτες της ξανθιάς  κοπέλας διακρίνονταν ολοκάθαρα. «Τι κάνει η ξεδιάντροπη;» σκέφτηκε.
   Της φώναξε: «Έλα μέσα, θα παγώσεις. Θέλεις να μαζέψεις όλο τον κόσμο κάτω απ’ το μπαλκόνι μου;».
   Το σώμα της ένιωθε το δροσερό αεράκι· τεντώθηκε το δέρμα της από το ανέλπιστο άγγιγμα του βοριά. Η Θεά του Έρωτα είχε αφήσει έκθετα τα κάλλη της στη φύση, μα οι αμφιβολίες του ήλιου δεν την ηρεμούσαν, ίσα-ίσα τη συντάραζαν. Η Ζβετλάνα δεν άκουγε, ήταν βυθισμένη στον εαυτό της. Τα μεγάλα της γαλανά μάτια πετούσαν φωτιές στο ξημέρωμα και θαύμαζαν το επικίνδυνο παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα.
   «Αυτό το ξημέρωμα είναι διαφορετικό από τα άλλα» του είπε καθώς εκείνος της χάιδευε το λαιμό.
   Απέναντι ήταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και δεν είχε καμία όρεξη οι πιστοί που θα συνέρεαν με τα πρώτα χτυπήματα της καμπάνας, να κοντοσταθούν και να κοιτάζουν αδιάκριτα προς τα πάνω. Ένιωθε πως όλες εκείνες οι συμπαθητικές κυριούλες θα κολάζονταν με τη συμπεριφορά του. Σκέφτηκε πως και η ίδια η σπιτονοικοκυρά του δε θα δεχόταν τέτοια πρόκληση και θα κατάφθανε με τα ολοστρόγγυλα μάγουλά της ν’ απαιτήσει τα χρωστούμενα νοίκια, θα τον έδιωχνε κακήν κακώς.
   «Πρέπει να φύγεις, σε λίγο θα ξεκινήσει η κίνηση στο δρόμο», της είπε αγανακτισμένος.
   «Θα καθίσω λίγο ακόμα. Η θέα του σπιτιού σου είναι πολύ καλή. Μου θυμίζει τη θέα του σπιτιού μου στο Μπέογκραντ» του απάντησε χωρίς δισταγμό.
   Ο Σωτήρης την αντάμειψε πλουσιοπάροχα για τις «υπηρεσίες της». Αλλά εκείνη δε δεχόταν τίποτα, ήταν ανένδοτη κι έψαχνε επιχειρήματα για να τον πείσει να την αφήσει να μείνει.
   «Θα σου ανοίξω την καρδιά μου. Θέλω να συζητήσουμε» του είπε με μελωδική χροιά στη φωνή της.
   «Βρε τι πάθαμε! Είπα να περάσω μια ερωτική νύχτα και τώρα είμαι αναγκασμένος ν’ ακούσω τις εξομολογήσεις σου», αντέδρασε χτυπώντας θυμωμένα τα χέρια του στο τραπέζι.    
   Η Ζβετλάνα όμως άρχισε να συγκινείται, τα μάτια της θόλωσαν, τα δάκρυά της κυλούσαν πάλι στο μάγουλό της και οι σκιές και η μάσκαρα άρχισαν να ξεβάφουν. Έτσι δυστυχισμένη και κλαμένη αυτή η «βόρεια καλλονή» έπαιρνε στοιχεία από τη μεσογειακή ομορφιά. Ήταν έτοιμος να της πει: «Εντάξει κορίτσι μου, ήσουν πολύ καλή στις υποχρεώσεις σου. Ομολογώ πως λίγες γυναίκες με συγκίνησαν όσο εσύ, αλλά μην μας πουλάς και αίσθημα τώρα!». Συγκρατήθηκε. Το κορμί της άρχισε να τουρτουρίζει από την ψύχρα του πρωινού. Τη λυπήθηκε, τη σκέπασε με τη ρόμπα του. Η κοπέλα είχε αρπαχτεί πάνω του για να ζεσταθεί. Βούλιαζε στα συναισθήματά της. Τα χέρια της προσπαθούσαν να πιαστούν από τον χλωμό ήλιο και το λιγοστό φως. Ήθελε να γελάσει λίγο κι ας πέρασε απ’ τη ζωή της δηλητήριο που πότισε την ψυχή της. Ο ήλιος κλωθογύριζε τον ίδιο πόνο. Οι αναμνήσεις ξεχείλιζαν στο πικρό ποτήρι της.
   Ο Σωτήρης ένιωσε υπαίτιος και άρχισε να ψάχνει το σφάλμα του στις κινήσεις και στα λόγια του.
   «Που οφείλεται αυτό το συγκινησιακό ξέσπασμά της; Μα αυτή η πανύψηλη κοπέλα, χθες τη νύχτα, πέρασε την πόρτα του διαμερίσματός μου και η κορμοστασιά της και το ύφος της σιγουριάς της σ’ έκαναν να νιώθεις άβολα. Τώρα, βρίσκεται στη βεράντα μου ένα ψυχικό ράκος και το χειρότερο δεν ξέρω πως να το χειριστώ. Αν συνεχίσω να επιμένω να φύγει, ίσως η αντίδρασή της γίνει εντονότερη. Το κλάμα της και οι φωνές της θα ξυπνήσουν τους γείτονες και τότε θα καταφθάσει ο «κέρβερος»· η σπιτονοικοκυρά μου, με διάθεση να μου παραδώσει μαθήματα ηθικής».
   Τότε εκείνη θα αποκάλυπτε μια σημαντική παράμετρο της προσωπικής ζωής του Σωτήρη· την ασωτία και τη φιληδονία. Δεν ήταν καθόλου άσχημος και είχε ωραία και ευγενικά χαρακτηριστικά. Θα δυσκολευόταν κανείς να πιστέψει πως δεν ήταν ικανός να δημιουργήσει φυσιολογικές σχέσεις με γυναίκες, αλλά να γεύεται τις χαρές του «άλλου φύλου» μέσω των γνωστών γραφείων γνωριμιών. Η γοητεία του ήταν το μεγάλο του δόλωμα. Ήξερε κιόλας να μιλά με τρόπο, να τουμπάρει και τις πιο δύσκολες με την αρρενωπότητά του. Έκανε και επίδειξη των μυών του στα κοριτσόπουλα που τον πλησίαζαν με θαυμασμό. Βέβαια, το αδύνατό του σημείο ήταν η νευρικότητα· τα απότομα ξεσπάσματα, του είχαν στοιχίσει πολύ σε γνωριμίες. Η αλήθεια είναι ότι εκτιμούσε πολύ το «ωραίο φύλο», αλλά απέφευγε τις δεσμεύσεις και τις συναισθηματικές ακρότητες. Απεχθανόταν τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις πολύχρονες και ώριμες σχέσεις. Ήθελε να παραμένει αμετανόητος εργένης.
   «Μάλλον θα την κατέκλυσαν οι συνηθισμένες τύψεις συνειδήσεως, λόγω του ξεπεσμού της, και γι’ αυτό βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση» σκέφτηκε χωρίς αμφιβολίες.
   Άρχισε να μαλακώνει ο Σωτήρης, τις έπιασε το χέρι· κίνηση ασυνήθιστη για το χαρακτήρα του. Ποτέ δεν ασχολήθηκε με τα προκαταρκτικά. Όποια ποθούσε, την κοιτούσε απευθείας στο στήθος και στα πόδια. Άγνωστη η λέξη «τρυφερότητα» στο λεξικό αυτού του εργένη.
   «Έλα, πάμε μέσα να μου τα πεις!» την τράβηξε χωρίς να του εναντιωθεί εκείνη.
   Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να του διηγείται την ιστορία της:
   «Μια μέρα σαν τη σημερινή έφυγα από την πόλη μου, το Βελιγράδι. Ήταν έτσι, όπως αυτή τη στιγμή ακριβώς· σκοτεινή. Τα κτίρια μουντά και ανόρεχτα σαν τους ανθρώπους που χάσανε τους δικούς τους στον πόλεμο. Μόνο και μόνο αυτό αρκούσε για να πάρω την απόφαση να φύγω… Το χαμένο χαμόγελο στο πρόσωπο των παιδιών, ο θάνατος στα μάτια των μεγάλων. Άνθρωποι, αν και ζωντανοί, έμοιαζαν περισσότερο με νεκρούς».
   Ο Σωτήρης την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Προσπαθούσε να ξεχωρίσει το γαλάζιο από το πράσινο, το καστανό από το μαύρο. Έβρισκε άπειρες αποχρώσεις. Κάθε χρώμα γεννούσε μια καινούργια αντανάκλαση και του θόλωνε το τοπίο. Θυμήθηκε πως, μικρό παιδί κάποτε, εντυπωσιάστηκε από το θέαμα ενός ουράνιου τόξου που διαπέρασε την ψυχή του και ευχαρίστησε το Θεό γι’ αυτό το δώρο της φύσης. Μετά την ψυχική καταιγίδα, η Ζβετλάνα προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τη ζωή της. Όσο μιλούσε, η προφορά της δεν την πρόδιδε. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ότι δεν είναι βέρα ελληνίδα, αλλά ξένη μετανάστρια. Ο Σωτήρης ήθελε ν’ αναστενάξει. Δεν θυμήθηκε να πέρασε ποτέ τόσο καταπιεστικό ξημέρωμα. Η κοπέλα του είχε μεταδώσει τον πόνο της.
   «Οι δικοί σου που βρίσκονται;» ρώτησε μ’ ενδιαφέρον.
   «Στο Βελιγράδι. Πίστεψαν πως θα συνέρχονταν από τις πληγές και πως η πόλη θα έπαιρνε την παλιά της, ελκυστική φυσιογνωμία. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί, γιατί οι σφαίρες, οι βόμβες και οι κραυγές των πληγωμένων σφύριζαν στ’ αυτιά μου, παρόλο που ο πόλεμος είχε τελειώσει πια».
   «Και τελικά ήρθες στην Ελλάδα, στη χώρα του ήλιου, της θάλασσας και του έρωτα!» είπε και στα λόγια του φανερώθηκε μια δόση ειρωνείας.
   «Ναι, ήμουν ένα άμυαλο κορίτσι τότε, τι περίμενες; Σκέφτηκα πως θα έβρισκα γρήγορα δουλειά σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Κατάλαβα όμως πως αν είσαι ξένος, τίποτα δεν αξίζεις για τους ντόπιους. Όλοι θέλουν να σ’ εκμεταλλευτούν. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ, αλλά το παράπονό μου είναι αυτό. Κανείς δεν μ’ αγκάλιασε στοργικά. Με πρόδωσε ο ήλιος εκείνης της μέρας, με πρόδωσε κι ο φωτεινός ήλιος της χώρας σου. Πίστεψα πως οι άνθρωποι είναι καθαροί, όπως ο ουρανός σας, μα γελάστηκα».
   Ο άντρας ένιωσε την αδικία του πολέμου, τις ελπίδες των ανθρώπων που προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ τη μοίρα τους. Διαπίστωσε πως οι αγαθές προθέσεις καμιά φορά αντί να φέρουν την ευτυχία, φέρνουν τη δυστυχία. Δεν ήξερε, ούτε είχε δοκιμάσει ποτέ του να παρηγορήσει, αφού όσους ανθρώπους γνώριζε, όλοι τους φορούσαν τη μάσκα του δυνατού, του αλύγιστου στις δύσκολες περιπέτειες. Άρχισε ν’ αναπτύσσει θεωρίες περί μεταναστών, να βάζει κλίμακες ανωτερότητας σε μερικούς λαούς και άλλους να τους ρίχνει στον Καιάδα.
   «Οι Σέρβοι, βέβαια, σαν ομόθρησκοι και αξιόλογοι πολιτιστικά βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας μαζί με τους Έλληνες».
   Η Ζβετλάνα γέλασε αυθόρμητα για πρώτη φορά. Ο Σωτήρης ένιωθε μεγάλη ταραχή και αμηχανία. Εκείνη τινάχτηκε έκπληκτη από τη θέση της. Το βλέμμα της διαπέρασε την ανατολή.
   «Για κοίταξε Σωτήρη, ο ήλιος τελικά σκόρπισε τα σύννεφα. Νίκησε το πυκνό σκοτάδι. Ο ουρανός χαμογελάει και πάλι».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης