Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ένα διήγημα της Έλενας Γιαννακού, με τίτλο: «Ο Αρχοντάρης».

 


<<Τέκνον Αναστάσιε, εφεξής αναλαμβάνεις το ιερό καθήκον του υπευθύνου υποδοχής της Μονής μας. Ο έλεγχος της καταλλήλου  ενδυμασίας  δια τους εισερχομένους εις τον ιερόν τούτον χώρον είναι έργο υψίστης σημασίας. Αδιαμφισβήτητος ανάγκη η απομάκρυνσις των κακών δαιμονίων, τα οποία  καιροφυλακτούν –καιροφυλακτούν, λέγω υμάς!!!- σε γυναικείους κόρφους, γυμνούς πόδας, ακάλυπτες χείρες …. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! είπε ο μοναχός και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα Ουράνια για να συγχωρεθούν οι μολυσμένες λέξεις…

>>Σήμερον γεννάται ο «Αρχοντάρης» του μοναστηριού! Ου δήπου ει μοναχός, όμως διάγεις βίον μοναχικόν, σεμνόν, ειρηνικόν, σεβάσμιον! Από μικρός, η Μονή ταύτη είναι το δεύτερο σπίτι σου! Οι Γέροντες αποφασίσαμεν ότι αξίζεις τη συγκεκριμένη θέση, η οποία διασφαλίζει τα ήθη εις μίαν εκτραχυμένην εποχή. Άξιος, τέκνον μου!>>

Και με αυτά τα καθαρευουσιάνικα λοφία στην κεφαλή της έρμης νεοελληνικής, ο Αναστάσιος χρίσθηκε «Αρχοντάρης» του μοναστηριού. Στο άκουσμα του ανέλπιστου, αν και καταχρηστικού τίτλου, ένιωσε να κατακλύζεται από στιγμιαία αίσθηση μεγαλείου. Σταυροκοπήθηκε νοερά για ν’ αποδιώξει την έπαρση. Μεγάλη αμαρτία κι αυτή!

 Ήταν εξήντα δύο ετών, γεροντοπαλίκαρο, μικρόσωμος, μισοφαλακρός και φαφούτης. Θα μπορούσε να συγγενεύει με τον Κουασιμόδο της Παναγίας των Παρισίων. Ζούσε μόνος στο πατρικό σπίτι, ξεκομμένος από το χωριό. Ο μόνος άνθρωπος που τον αγαπούσε ήταν η κυρά Αριάδνη, η μάνα του, η οποία  αποδήμησε προς διετίας εις τόπον χλοερόν. Όμως, ο Αναστάσιος άκουγε ακόμα τα λόγια της στον ύπνο και στον ξύπνιο του: «Ηθική, τάξις και ασφάλεια… τίποτε άλλο, παιδάκι μου! Και όλες αυτές που κυκλοφορούν εκεί έξω είναι κίνδυνος, ανήθικες, φίδια κολοβά! Άπαξ και τυλίξουν τον άνδρα, μετά τον πνίγουν όπως ο βόας τυλίγεται γύρω από τον λαιμό του θύματος. Αχ παιδάκι μου! Μόνον ο Θεός υπάρχει (!)και η μανούλα σου, αχ,  που δίνει και τη ζωή της για σένα,  κανείς άλλος! Δεύτερο σπίτι να είναι για σένα το μοναστήρι, δεύτερο σπίτι! Για να’ χεις θέση εκ δεξιών Του στην τωρινή και στην άλλη ζωή!»

 

Κάπως έτσι ο Αναστάσιος έμεινε για εξήντα δύο συναπτά έτη παιδί στα μάτια της χήρας μάνας του και του καλύτερου «πατριού»  του κόσμου, του Θεού!

Η κυρά Αριάδνη τον μύησε από μικρό στον οίκο του Παντοκράτορα. Φανταστείτε ότι και την εξομολόγηση στον Πνευματικό, μαζί την έκαναν! Η μάνα να εκφράζει τους φόβους της για τα νοσηρά εγκόσμια   και ο Αναστάσιος να επιβεβαιώνει ότι-σαν άλλος Άι- Γιώργης- χτυπούσε με την ξιφολόγχη του κάθε  πειρασμό που τον πλησίαζε ύπουλα.  Τότε που θα μπορούσε να  κλέψει πορτοκάλια από το δέντρο της κυρά Μάρως, της γειτόνισσας, εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι επιστροφή στο σπίτι του. Όταν ο Ριρής, ο συμμαθητής του, σχεδίαζε ολόκληρη επιχείρηση για  λαθροφθαλμόλουτρο κάτω από τη φούστα της δασκάλας, εκείνος, σαν καλό παιδί, πήγε στον Δ/ντη και τον ανέφερε. Ακόμα θυμάται τον ήχο της βέργας να σκάει επάνω στις ματωμένες παλάμες του Ριρή… και τα βουβά δάκρυα του συμμαθητή του, έτοιμα να ξεχυθούν σαν καταρράκτης από τις κόγχες των ματιών του.  

Βέβαια, δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει την αντάρα που ξεσήκωνε μέσα  στο παντελόνι του ο ατίθασος, απείθαρχος, ανεξάρτητος εγκέφαλος, το άκρως διαδεδομένο «εξωτικό φρούτο» , κάθε φορά που αντίκριζε από το παράθυρο την Κατίνα, την κόρη του περιπτερά. Η Κατίνα, ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρόνων,  εξασκούσε την τέχνη του φλερτ με κάθε πελάτη,  παριστάνοντας ταυτόχρονα την καλή εργατική κόρη του ανάπηρου πατέρα της. Μυστήριο ότι κάθε φορά που την κρυφοκοίταζε από το παράθυρο της κάμαράς του, εκείνη τον αντιλαμβανόταν. Τρυπώντας τον με το σαγηνευτικό βλέμμα της,  έβγαινε από το περίπτερο και ξεκούμπωνε  τα πρώτα  κουμπιά της μπλούζας της, δήθεν για να δροσιστούν τα τεράστια αναμμένα της στήθη.

Όμως ο Αναστάσιος βράχος! Ο έπαινος του ιερέα μπρος στη μάνα του άξιζε όλους τους πειρασμούς του κόσμου!

Ξεκίνησε άμεσα, λοιπόν, η αποστολή του Αναστάσιου! Την επομένη του χρίσματος τοποθέτησε μία καρέκλα εκ δεξιών της εισόδου της μονής ωσάν φρουρός. Μπροστά του, ένα μικρό στρόγγυλο τραπέζι «σήκωνε» ένα μεγάλο κοφίνι γεμάτο αυτοσχέδιες, παλιές, μάξι ως τον αστράγαλο φούστες! Ήταν πλέον επίσημος φύλακας της ηθικής, της τάξης και της… ασφάλειας!

Οι πιστοί ανηφόριζαν πεζή προς τη Μονή. Άντρες και γυναίκες της Τρίτης Ηλικίας , στο συντριπτικό ποσοστό των επισκεπτών, ιδρωμένοι και κατάκοποι, έβλεπαν στην ανηφοριά τα βάσανα που η Μοίρα είχε επιλέξει γι’ αυτούς.  Έκαναν στάση για να πάρουν ανάσα, έπιναν γουλιές εμφιαλωμένου νερού από το μπουκαλάκι που κρατούσαν στο χέρι, σταυροκοπιόνταν για να πάρουν δύναμη, και συνέχιζαν τον συμβολικό «Γολγοθά» μέχρι την Ανάσταση που τους περίμενε… στην σκοπιά του Αναστάσιου.

Ο φρουρός επόπτευε με άγρυπνο βλέμμα τις γυναίκες. Αν έβλεπε  φούστα μόλις κάτω από το γόνατο  ή -ακόμη χειρότερα- παντελόνι ή βερμούδα,  καλούσε αυστηρά την πιστή να σεβαστεί τον χώρο δακτυλοδείχνοντας τον εν τω κοφίνω νόμο του maxi skirt(1). Κάποιες τον θεωρούσαν υπερβολικό και στράβωναν τα μούτρα, μονολογώντας «Απεταξάμην τω Σατανά». Όχι, δεν θα γινόταν το χατίρι του δαίμονα! Θα έμπαιναν στη Μονή, ακόμη κι αν έμοιαζαν με κουρελούδες! Κάποιες άλλες καλοδέχονταν τη σύσταση του Αναστάσιου. Είναι γνωστό τοις πάσι. , τα «καλά κορίτσια» δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να φαίνονται υπάκουα και καλά!

Ο Αναστάσιος έκοβε τα φουστο-εισιτήρια, νιώθοντας νοερά το βλέμμα της μάνας του να τον επιβραβεύει για το σπουδαίο έργο που έφερνε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία! Όμως ο πειρασμός κρύβει μέσα του μεγάλη δύναμη, γι’ αυτό και ο Θεός τον εφηύρε… για να δοκιμάζει τις αντοχές του καλού και πειθαρχημένου ανθρώπου!

 

 

Εκείνο το πρωί, η Μαρίκα, δεκαέξι ετών, λυγερή σαν βέργα, μαυρομαλλούσα  νεράιδα, επισκέφτηκε τη Μονή. Ντυμένη ένα εφαρμοστό μίνι ροζ φόρεμα, λίγα άφηνε στη φαντασία του οπτικού νεύρου απέναντι. Η Μονή ήταν η τελευταία της ελπίδα. Λένε πως η προσευχή μετατρέπει τα προβλήματα σε χαρτοπόλεμο! Είχε αποφασίσει να προσευχηθεί, μπας και ο μαθηματικός καταλάβαινε, επιτέλους!  Εδώ και δύο χρόνια, από τότε που τον είδε για πρώτη φορά να μπαίνει στην αίθουσα διδασκαλίας, της είχε γίνει έμμονη ιδέα. Τον ονειρευόταν στην αγκαλιά της, να φιλιούνται παθιάρικα και να της ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Είσαι αυτή που περίμενα! Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω…» και κόντρα αναστεναγμοί και ερωτικά «αχ, βαχ, μμ..» να χτυπούν σαν μπαλάκι του σκουός στον τοίχο του ονείρου! Και πάντα ο τοίχος να γκρεμίζεται από την επίθεση των ολοκληρωμάτων, των κλασμάτων, των γεωμετρικών σχημάτων, των αξιωμάτων και θεωρημάτων… τέτοια θραύση, ούτε drone (2) καμικάζι!

-Τα μαθηματικά, όπως κάθε μάθημα, απαιτούν συγκέντρωση! Μαρίκα, πού «ταξιδεύεις» πάλι; Θέλεις να μας αναλύσεις το Πυθαγόρειο Θεώρημα;

Αχ! Αν είχε έστω στοιχειώδη μαθηματική σκέψη, ίσως και να μπορούσε να τον κάνει δικό της!

Η Μαρίκα έκανε να διασχίσει την είσοδο της Μονής, αγνοώντας τον φρουρό της φουστο-ηθικής!

-Κοπελιά! Ψιτ! Εδώ είναι ο Οίκος του Θεού, όχι πασαρέλα! Φόρεσε μια φούστα και αν είναι όπως πρέπει, μπαίνεις για να προσκυνήσεις!

Πες «όχι» στην έφηβη, κι ο ταύρος μέσα της ξυπνά σαν μπρος σε κόκκινο πανί!

Η Μαρίκα τον κοίταξε απορημένα υψώνοντας τα λεπτά τοξωτά φρύδια της.

-Ο κανονισμός!

-Δεν κατάλαβα! Ρίξ’ το πάλι!

-Τι να ρίξω;

-Αυτό που είπες! Κατάλαβα σωστά; Μου απαγορεύεις την είσοδο ;

-Οι γυναίκες δεν μπαίνετε στη Μονή… ακάλυπτες! Είναι ασέβεια!

-Μια χαρά καλυμμένη είμαι!

-Μα… αυτό το … αυτό το… τέλος πάντων, αυτό το πράγμα επάνω σου είναι… ανύπαρκτο!

-Τότε πώς το βλέπεις;

H Μαρίκα έκανε   να τον προσπεράσει. Ο Αναστάσιος, κατακόκκινος από θυμό, τινάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα του προτάσσοντας ανάμεσα σε εκείνον και την κοπέλα το κοφίνι με τις φούστες.

-Δεν προχωράς βήμα! Πάρε μία φούστα, με σωστό μάκρος! Το κατώτατο άκρο της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου και τότε θα περάσεις!

Η κοπέλα τον κοίταξε μέσα στα μάτια και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια!

-Δηλαδή, αν είναι 31 εκατοστά «κόβομαι»;

O Αναστάσιος ένιωσε το αίμα στο σώμα του να ανεβαίνει ορμητικά και να κατακλύζει το κρανίο του! Η ένταση που ένιωσε απόδιωξε το γλωσσικό ολίσθημα!

-Μην αυθαδιάζεις,  αναιδεστάτη! Όφι φαρμακερέ!

-Δεν πας καλά, μου φαίνεται. Θα σε καταγγείλω στον Αρχιεπίσκοπο και στους παπα-ροκάδες! . Αυτοί θέλουν τους νέους στη Μονή όπως είναι! Άιντε τράβα να εξομολογηθείς πριν το τέλος σου… που θα μας προσβάλλεις κιόλας … άκου, όφι!!!

Ο θυμός είχε φουσκώσει επικίνδυνα μέσα της. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να τηρήσει τον Κανονισμό και να εισέλθει ήρεμα στον ναό για να προσευχηθεί. Όμως, η άκαμπτη απαγόρευση  ερέθισε τα φτερά της εφηβείας,  τα μάτωσε, ενόσω αυτά απλώνονταν για να μεταφέρουν τη νέα σε κόσμους πνευματικούς, εκεί όπου όλα είναι δυνατά, εκεί όπου και τα αμαρτωλά γίνονται άγια!

Στην περυσινή αποχαιρετιστήρια γιορτή του σχολείου, το υποκείμενο του πόθου της συνοδευόταν από τη γυναίκα του. Μία φακλάνα αποκρουστική! Μεγάλη αδικία τα αταίριαστα συνταιριάσματα! Προφανώς είχε υποχρεωθεί με κάποιο τρόπο να τη φορτωθεί στη ζωή του. Κι αυτό γιατί δεν είχε καταλάβει ακόμη τον πόθο της για εκείνον!

Ο συντηρητισμός που όλοι έχουμε μέσα μας αναδεύτηκε από τον θερμό άνεμο των ερωτικών ορμονών. Αν γνώριζε η μάνα της τις κρυφές της σκέψεις, θα την ξεμάλλιαζε. Εδώ… είδε κι έπαθε να δεχθεί την «ξετσίπωτη» μόδα των μίνι φουστανιών!

Όπως και να’χει, η Μαρίκα προσπέρασε τον Αναστάσιο, σεινάμενη και λυγάμενη.

Εκείνος, αποσβολώθηκε για μια απειροελάχιστη στιγμή, βυθισμένος στα πεπονοειδή οπίσθια της νεαράς, όταν επάνω τους εμφανίστηκαν τα μάτια της μάνας του που ανοιγόκλειναν νευρικά και αυστηρά!

-Αναστάσιε, το χρέος σου!!!

Ο Αναστάσιος αναπήδησε και άρπαξε τη Μαρίκα από το μπράτσο, αναγκάζοντάς την να στραφεί προς το μέρος του.

- Βάλε μια φούστα τώρα!

-Φιρί φιρί το πας, άνθρωπέ μου! Θα βάλω τις φωνές!

-Σκασμός, Εύα της Εδέμ!

-Ποιον είπες Εύα, χριστιανέ μου; Μαρίκα με λένε! Είσαι τρελός!!!

Τελικά, ο «Εξαποδώ» πνίγει κάθε λογική σαν βόας.

Σαν να’ ταν κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος, ο Αναστάσιος χαστούκισε τη Μαρίκα. Την αποκάλεσε «πουτ@ν@», Θου, Κύριε, φυλακί το στόματί μου… εγώ απλή μεταφορά των γεγονότων κάνω! Και η Μαρίκα τον αποκάλεσε διεστραμμένο πορνόγερο, που βρήκε ευκαιρία να την ακουμπήσει! Οι φωνές τους ξεσήκωσαν τους μοναχούς που εγκατέλειψαν την προσευχή στο κελί τους για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι την εικόνα: ο Αναστάσιος και η Μαρίκα να παλεύουν με τα σώματά τους σε απόσταση αναπνοής… το πανέρι με τις φούστες είχε κυλήσει παραπέρα…

Εννοείται ότι οι μοναχοί επενέβησαν για να χωρίσουν τα θύματα του Σατανά από τον κακό καυγά! Εννοείται ότι ειπώθηκε το γνωστό «ειρήνη υμίν» γύρω στις πενήντα φορές. Εννοείται ότι ακολούθησαν ευχέλαιο και ψαλμοί για τη δίωξη του κακού! Εννοείται ότι ο Αναστάσιος αποχώρησε συγχισμένος, με έντονη τη γεύση της αποτυχίας στο στόμα. Η δε Μαρίκα κατευθύνθηκε στο εξομολογητήριο, κολάζοντας τους μοναχούς με το λεπτό κορμί της και τα δακρυσμένα, περιγεγραμμένα με μαύρο μολύβι μάτια της.

 

Εκείνο το βράδυ ο Αναστάσιος δεν ήπιε το γάλα του, όπως κάθε βράδυ, πλην Τετάρτης και Παρασκευής λόγω νηστείας.  Ξάπλωσε βαρύς, με τα ρούχα που φορούσε, στο στρώμα. Ο αέρας δεν έφτανε  να γεμίσει τις ανάσες του. Κρίση πανικού;  Ένιωσε μια μαχαιριά στο στήθος! Λες να πέθαινε; Τρέμοντας πήρε στα χέρια την κορνίζα με τη φωτογραφία της κυρά Αριάδνης, την οποία άφηνε πάντα στο δεύτερο μαξιλάρι δίπλα του! Έσφιξε την κορνίζα στην αγκαλιά του κι άρχισε να μονολογεί:

«Εγώ τον νόμο  ήθελα να τηρήσω! Χωρίς τους νόμους, οι κοινωνίες γίνονται ζούγκλες, έτσι έλεγες πάντα. Κι αυτό το βρομοθήλυκο με παρέκαμψε, μανούλα! Ήθελε να με προκαλέσει ερωτικά, είμαι σίγουρος! Όμως εγώ έπρεπε να κάνω το σωστό. Πρέπει να μένω προσηλωμένος στην αποστολή μου!»

Ο Αναστάσιος βυθίστηκε στην αγκαλιά του Μορφέα εξαντλημένος. Για τον Σίγκμουντ Φρόιντ τα όνειρα είναι η «βασιλική οδός προς το Ασυνείδητο». Για τον Αναστάσιο, το όνειρο στο οποίο βρέθηκε ήταν η «βασιλική οδός προς το δικό του αδιευκρίνιστο “διότι”».

----------

Κατόπιν διαταγής του Προέδρου της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται και υποβάλλεται εις το Υπουργείον Εσωτερικών προς έγκρισιν αστυνομική διάταξις, δι’ ης απαγορεύονται αι κονταί φούσται των γυναικών. Το κατώτατον άκρον της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου. Εις τον περιορισμόν τούτον υπάγονται άπασαι αι γυναίκες από του 12ου έτους και άνω. Αι παραβάτιδες θα παραπέμπωνται εις το επ’ αυτοφώρω πταισματοδικείον, συνυπεύθυνοι θα είναι και οι γονείς αυτών. Η εφαρμογή θα αρχίση από 15 Δεκεμβρίου…

Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως διάβασε μεγαλόφωνα το κείμενο κι έτεινε το νομοθέτημα στον δικτάτορα που τον έλεγαν Θεόδωρο Πάγκαλο (3). Ο τελευταίος  ίδρωνε και κρυοϊδρωνε μες στην παρασημοφορεμένη στολή του, καθισμένος πίσω από  ένα τεράστιο μαύρο σιδερένιο γραφείο. Μπροστά του, όρθιες και ακίνητες, δύο έφηβες άκουγαν την βαρύγδουπη νομοθεσία. Η μία χασκογέλασε. Ένας αστυνομικός εμφανίστηκε μέσα από μία πόρτα. Κρατούσε στο χέρι μεζούρα.  Ο δικτάτορας του ένευσε κι εκείνος άρχισε να μετράει την απόσταση της φούστας της από το έδαφος. Ο Αστυνομικός κοίταξε απογοητευμένος τον δικτάτορα.

-Σαράντα εκατοστά! Απαράδεκτον! είπε

Ο δικτάτορας, πάντα βουβά, διέταξε με το νεύμα του τον αστυνομικό να συνεχίσει το ελεγκτικό του έργο στο φουστο-μάκρος της δεύτερης  έφηβης. Το όργανο την πλησίασε. Εκείνη άρχισε να ξεκουμπώνει την μπλούζα της μπροστά σε όλους κι ύστερα να τον χτυπάει, φωνάζοντας ότι ήθελε να τη χαϊδολογήσει και μάλιστα μπροστά σε όλους!

-Λυπάμαι Αρχηγέ! Η Κοκό Σανέλ θα μας καταστρέψει! Απείθεια  κι εξύβρισις οργάνου! ανέφερε ο αστυνομικός, αναστατωμένος από την έκρηξη της ελεγχόμενης

Ο δικτάτορας  βούτηξε το φτερό στο μελάνι και –σαν να κατάφερνε μαχαιριά στις υπόδικες- υπέγραψε το κείμενο.

ΚΑΤ

Ο δικτάτορας σήκωσε το βλέμμα και τους κοίταξε όλους, έναν προς έναν. Κι ύστερα ξέσπασε σε ένα νευρικό, τρομακτικό γέλιο που έμοιαζε σατανικό. Τα μάτια του ήταν ολόιδια με αυτά της κυρά Αριάδνης.

Οι δύο υπόδικες  γδύνονταν αισθησιακά ! Πέταξαν τις φούστες μακριά αλά “9 & ½ Εβδομάδες»  (4) και πλησίασαν  τον αστυνομικό, ψιθυρίζοντας σαγηνευτικά στο αυτί του: «Αναστάσιε, you can leave your hat on»!» (5).

Η πρώτη ήταν η Κατίνα , η κόρη του περιπτερά. Βούτηξε το πρόσωπό του και το έχωσε στα πλούσια καυτά στήθη της.

Η δεύτερη ήταν η Μαρίκα , το επεισόδιο της Μονής. Οι δύο γυναίκες  μάζεψαν τις φούστες τους από το πάτωμα και τις φόρεσαν στον εκστασιασμένο Αναστάσιο!

Στο μεταξύ, ο δικτάτορας που είχε το κοίταγμα της κυρά-Αριάδνης  δεν σταματούσε να γελά, σατανάς σωστός! Ο Υπουργός  έπινε κρασί, γιορτάζοντας την σπουδαία πολιτική μεταρρύθμιση!

Ο Αναστάσιος ξύπνησε κάθιδρος. Κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του  την κορνίζα με τη φωτογραφία της μάνας του και… φορούσε δύο φούστες της…

-------------

 

 

Φίλες αναγνώστριες, φίλοι αναγνώστες…

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Αρχοντάρης-  μετά από εκείνο το όνειρο- έπαθε νευρικό κραχ. Εξαφανίστηκε από το χωριό και δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Μονή. Λένε πως κρύφτηκε σε μια σπηλιά κι έγινε ερημίτης, μέχρι που ο Κύριος τον πήρε κοντά του! Με μία αυτοσχέδια ξιφολόγχη κυνηγούσε τις αμαρτίες αυτού του κόσμου, και πρώτα τις δικές του! Ένας Δον Κιχώτης της τάξης, της ασφάλειας και της ηθικής!

Η Εκκλησία έχει αναγάγει τον «Αρχοντάρη» πολέμιο της αμαρτίας, σύμβολο του διαρκούς αγώνα του ανθρώπου ενάντια στο κακό!

Για την Επιστήμη της Μεταφυσικής, ο Αρχοντάρης δείχνει προς την κατεύθυνση ότι η θεωρία της μετενσάρκωσης  έχει μεγάλη δόση αλήθειας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό παρόμοιων ιστοριών.

Για την Επιστήμη της Ψυχολογίας, ο Αρχοντάρης αποτελεί  παράδειγμα αναφορικά με τη γένεση και την εξελικτική πορεία των νευρώσεων και καταθλιπτικών διαταραχών συνεπεία του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος!

Ανεξαρτήτως αναλύσεων, οι θρύλοι είναι μείγμα ιστορίας και φαντασίας, γι’ αυτό επιμένουν στον χρόνο…

 

 

(1)(μτφ) μακρύ ρούχο

(2)(μτφ)μη επανδρωμένα αεροσκάφη

(3) Έλληνας δικτάτορας , εξουσίασε από τον Ιούνιο του 1925 έως την ανατροπή του τον Αύγουστο του 1926,  εμπνευστής του νομοθετήματος για την απαγόρευση της κοντής φούστας

(4) Αμερικανική ερωτική δραματική ταινία ( σκηνοθεσία Άντριαν Λυν και σενάριο των Σάρα Κερνότσαν, Ζάλμαν Κινγκ και Πατρίσια Λουιζιάνα Νοπ, πρωταγωνιστές: Κιμ Μπέισινγκερ και Μίκι Ρουρκ)

(5) Αναστάσιε, μπορείς να αφήσεις το καπέλο… (τραγούδι του Randy Newman, ερμηνεύει ο Joe Cocker στην ταινία «9 και 1/2 Εβδομάδες)

Σημείωση συγγραφέα:  Η 22χρονη Κατίνα Βογιατζή ήταν η πρώτη γυναίκα που συνελήφθη βάσει του νομοθετήματος για τις κοντές φούστες. Κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς η φούστα που φορούσε έφτανε στα 38 εκατοστά απόσταση από το έδαφος. Παράβαση ολόκληρων τριών εκατοστών!

Η 20χρονη Μαρίκα Μπακαρτζή συνελήφθη για το ίδιο ακριβώς παράπτωμα. Τρεις πόντοι κοντύτερη η φούστα. Το δικαστήριο της επέβαλε πρόστιμο 100 δραχμών συν άλλες 36 για δικαστικά έξοδα. 

Στοιχεία του διηγήματος «Ο αρχοντάρης» αντλήθηκαν από τη διαδικτυακή πηγή : https://www.protothema.gr/stories/article/1735620/tin-epohi-tou-pagalou-itan-makries-oi-foustes/) και αξιοποιήθηκαν παραλλαγμένα στο πλαίσιο της μυθοπλασίας. 

 


Η Ελένη Γιαννακού γεννήθηκε το 1976 και μεγάλωσε στη Χαλκίδα, όπου ζει μέχρι σήμερα. Εργάζεται στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.

Από μικρή αγαπούσε τον κόσμο των βιβλίων. Σπούδασε κοινωνιολογία, ελληνικό πολιτισμό και είναι κάτοχος Master of Arts (MA)  στο επιστημονικό αντικείμενο της Δημιουργικής Γραφής. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά.

Γράφει θέατρο, παραμύθια, ποιήματα, διηγήματα. Επίσης, έχει εργαστεί ως επιμελήτρια λογοτεχνικών κειμένων σε εκδοτικό οίκο.

Αναφέρονται τα ακόλουθα έργα της:

 «Η Ώρα της Γης»  (θεατρογράφημα που παρουσιάστηκε στα Οινόφυτα, στο πλαίσιο της ομώνυμης εορτής/ 2009), «Με την Ελλάδα Καραβοκύρη» (θεατρική ένδυση μουσικής εκδήλωσης αφιερωμένης στον Ν. Γκάτσο, του δημοτικού ωδείου Τανάγρας/2011), «Νότες της Πλώρης» (παραμύθι που «έντυσε» μουσική εκδήλωση του δημοτικού ωδείου Τανάγρας, στο πλαίσιο του πολιτιστικού πολυήμερου «ΚΟΡΙΝΕΙΑ 2011»), «ΟΥΑΧ» (Μαύρη Κωμωδία που παρουσιάστηκε από θεατρική ομάδα πολιτιστικού συλλόγου στο Δήλεσι Βοιωτίας/2013), «Το Κορίτσι με τα Παραμύθια» (παραμύθι που παρουσιάστηκε θεατρικά  δύο φορές για κοινωφελείς σκοπούς/2014), «Η Ελβίρα και το ποτάμι» (θεατρικό παραμύθι, εμπνευσμένο από τον Ασωπό ποταμό/ηλεκτρονικές εκδόσεις Amazon 2015), «Το μαύρο τριαντάφυλλο» (παραμύθι που παρουσιάστηκε σε εθελοντικό Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό /2019), «Η εξομολόγηση ενός Αγίου» (θεατρικός μονόλογος που παρουσιάστηκε από το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο  Ηρακλείου Κρήτης στο πλαίσιο live Streaming χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων/2020), «Ιερολοχιτών Λόγος» (/θεατρικό κείμενο το οποίο διασκευάστηκε και παρουσιάστηκε ως δραματοποιημένο κινηματογραφικό αφιέρωμα, στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση- διαθέσιμο στο youtube)

Εκτός από την ανάγνωση και τη συγγραφή, αγαπά την υποκριτική, την κλασική μουσική, το brainstorming, τους μεγάλους περιπάτους  στη φύση και τις ατελείωτες κουβέντες με τη λατρεμένη κόρη της.

Κόντρα στον αρνητισμό της εποχής, η Ελένη επιμένει να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο!


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Το μοιραίο ταξίδι...






Η Εύα κοιτούσε συχνά τον ουρανό ψάχνοντας κάποια ξεχασμένα όνειρα απ' τα παιδικά της χρόνια. Σαν τσαμπιά σταφύλια κρέμονταν οι ελπίδες της από τ’ αστέρια. Την κύκλωναν οι αναμνήσεις από τότε που έμαθε να λικνίζεται χαριτωμένο πλάσμα στους δρόμους της γειτονιάς και τ’ αγόρια σφύριζαν με τόλμη για τα κάλλη της. Και τώρα, τι έκανε; Είχε βυθιστεί στις τύψεις της, σαν καράβι που είχε κολλήσει σε βούρκο, και τη βασάνιζαν τα λάθη της ζωής της. Τι ωφελούσε η ωριμότητα της πια, αφού δεν ήταν σε θέση να πάρει μια απόφαση χωρίς να ανατραπεί αμέσως μετά από μια αιφνίδια εξέλιξη των γεγονότων; Σκέφτηκε, πως η μοίρα την είχε παγιδέψει για τα καλά στα δίχτυα της κι έβρισκε ως μόνη λύση ένα μικρό ταξίδι. Αυτό το ταξίδι, θα την έκανε να ξεχάσει το παρελθόν της και να διώξει μακριά τις στεναχώριες της. Μα αποδείχτηκε ότι δεν το είχε μελετήσει καλά, καθώς όσο προχωρούσε χέρι χέρι με τον μεγάλο της έρωτα, καταλάβαινε πως δεν είχε επιστροφή. Ήταν πέλαγα οι καρδιές και οι ψυχές που αντάμωναν κι οι τρικυμίες θαρρείς δυνάμωναν αυτό το σύμπλεγμα, ώστε κανένα νησί δεν ήταν αρκετό για να το κατοικήσουν. Η απλωσιά της ευτυχίας ικανοποιούταν με τους ωκεανούς. Ήταν μοιραίο αυτό το ταξίδι να μη σταματήσει ποτέ....



Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Ακόμη ένα καλοκαίρι ήρθε...



Ακόμη ένα καλοκαίρι ήρθε ψιθυρίζουν τα όνειρα ανεβασμένα στις συννεφιές κι ύστερα γίνονται παραπονεμένες αλήθειες με ρούχα ξεθωριασμένα από το κυνήγι των σκέψεων και των ελπίδων. Ακόμη ένα καλοκαίρι ήρθε φωνάζουν οι ματιές σχίζοντας τη γαλήνη των ωρών με μια αίσθηση μονοτονίας ή ενός πολυπαιγμένου έργου. Ακόμη ένα καλοκαίρι ήρθε διαλαλούν στη θάλασσα τα σώματα, το μαρτύριο του αφρού και της αλμύρας ομορφαίνει το πνεύμα, ο ήλιος ο διασώστης ενός ναυαγίου πιάνει από τις φτερούγες του κουρασμένου νοτιά την απόλυτη χαρά, μια ψυχή γλυτώνει από τον πνιγμό, οι πληγές τώρα μαλακώνουν καθώς τα αγρίμια τιθασεύονται εντός κι εκτός του ανθρώπου και οι απογοητεύσεις κομματιάζονται στις προπέλες των καραβιών.

14/06/2019

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Η ΕΡΣΗ ΤΟ ΤΡΕΛΟΚΟΡΙΤΣΟ.







   Πρόβες και πάλι πρόβες! Σκέτη απελπισία ο Αλέκος, η τελευταία του ερωτική απογοήτευση τον είχε κάνει να σέρνεται κυριολεκτικά... Ούτε το μικρόφωνο δεν μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του, η φωνή του ηχούσε διαλυμένη σακαράκα σε ντουβάρι. Αδύνατον να υποταχτεί σε οποιοδήποτε μελωδικό ρυθμό. Ακόμη και για τα ουρλιαχτά του Death Metal θα ήταν απαράδεκτος!!!

   Με το φιλαράκι μου στη σύνθεση του συγκροτήματος, όχι μόνο δε θα «σπάγαμε ταμεία», αλλά θα τρώγαμε κι από πάνω ξύλο για την ανοησία μας να πιστεύουμε ότι είμαστε μουσικοί. Πώς θα εμφανιζόμασταν στο ερασιτεχνικό φεστιβάλ ροκ μουσικής του Βόλου; Το ζήτημα ήταν λεπτό, απαιτούσε ιδιαίτερο χειρισμό.



   Ο «Ντόκτορ ρίζα στο τετράγωνο», σαΐνι στο μυαλό, μου πρότεινε, αφού είμαι ο αρχηγός του γκρουπ, να πλησιάσω την Έρση, τη μέχρι πριν λίγο καιρό γκόμενα του Αλέκου. Να προσπαθήσω να την πείσω να του κάνει πάλι τα γλυκά μάτια, μήπως ανορθώσουμε ξανά το ερείπιο... Το στομάχι μου είχε διπλωθεί απ’ το άγχος, μ’ είχε πιάσει ακατάστατη ταχυκαρδία. Τεράστια η ευθύνη μου. Πιο τίμιο θα ήταν να πλησιάσω τον Αλέκο να του ανοίξω τα μάτια, αφού το τρελόπαιδο φέρνει στη μούρη τον Τζιμ Μόρρισον και δε θα χρειαζόταν να παρακαλάει να γυρίσει κοντά του η «ξενέρωτη» Έρση. Μιλιούνια οι αλλοπαρμένες θαυμάστριες του τρέχουνε συνεχώς από πίσω του και δεν καταλαβαίνω γιατί να έχει τέτοιο κόλλημα με την Έρση!



   - Του έκανε απίθανο σεξ, προσπάθησε να εξηγήσει τα ανεξήγητα ο φυσαρμονίστας μας. Κι ύστερα με προέτρεψε ν’ αφήσω για λίγο ήσυχη την κιθάρα, να τρέξω με μια ανθοδέσμη στο σπίτι της Έρσης με μία κάρτα που να γράφει:«Συγχώρεσέ με μωρό μου, που σε πλήγωσα».

Λόγια γραμμένα δήθεν απ’ το χέρι του Αλέκου και κατόπιν ειλικρινούς μετάνοιας.



   Έτσι κι έκανα, αλλά μόλις η Έρση ξεκαρφίτσωσε την κάρτα από τα κόκκινα τριαντάφυλλα, το βλέμμα της έπεσε πάνω μου με καχυποψία, σαν να μην πίστευε τι ακριβώς διάβαζε.



   - Αυτό το εγωιστικό γουρούνι αποκλείεται να έγραψε τα λόγια. Γνωρίζω τόσο καλά τον γραφικό του χαρακτήρα και συμπεραίνω ότι η πλαστογραφία που κάνατε απέτυχε! Πάτε να μου στήσετε παγίδα για το καλό του συγκροτήματος.

   Δεν ήταν τυχαίο που ονομάσαμε το συγκρότημα «Ιστοί Αράχνης».



   Ήμουν έτοιμος να αποχωρήσω με κατεβασμένο κεφάλι, τα έβαζα κιόλας με τη γυναικεία ευφυΐα, όταν η Έρση με τράβηξε απ’ την μπλούζα, την ώρα που της είχα γυρίσει την πλάτη μου για να φύγω θυμωμένος. Κατά λάθος, ένα από τα νύχια της, μου χάλασε τη μύτη του Έλβις -του ινδάλματος μου- λευκή χαλκομανία, την οποία είχε σιδερώσει η μάνα μου πάνω στη μαύρη μπλούζα μου. Μετά μ’ έπιασε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιό της. Αφού με κοίταξε με διαπεραστικό και ταυτόχρονα επιθετικό βλέμμα, μ’ έσπρωξε με δύναμη, ώστε να πέσω στο κρεβάτι της.

   - Λείπει η μάνα μου. Πρέπει να το εκμεταλλευτείς!, μου πέταξε με κυνικότατο ύφος.



   Έβγαλε την μπλούζα της αστραπιαία, κάνοντας να εμφανιστούν μπροστά μου δυο χυμώδη σφιχτοδεμένα στήθη. Κόλαση η κοπέλα, μαζί της θα αργούσα να φτάσω στον Παράδεισο. Εκτός αν με πηγαίνανε με φορείο λόγω υπερκόπωσης και φόρτου εργασίας...



   Το στομάχι μου κόντευε να σπάσει. Οι φλέβες μου χτυπούσαν ανελέητα σαν καμπάνες. Και το παντελόνι της Έρσης κατάχαμα, ενώ εκείνη φώναζε υστερικά πέφτοντας πάνω μου με λύσσα:

   - Θα σε εξαντλήσω κιθαρίστα!



   Το τελευταίο απομεινάρι ηθικής επαναστάτησε στο μυαλό μου, ενώ επανήλθε η χαμένη λογική μου. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό στον φίλο μου, αν κι η θέα του κορμιού της με μάγευε!



Σκέφτηκα πως ίσως με προκαλούσε σκόπιμα να δει τις αντιδράσεις μου κι ύστερα να τα πει «χύμα και τσουβαλάτα» στον Αλέκο για τον «ερωτιάρη» φίλο του και να σφαχτούμε τελικά στο συγκρότημα.

Την απώθησα βίαια και τινάχτηκα όρθιος, ιδρωμένος από δύο αντίθετες καταστάσεις, από την ερωτική φλόγα κι από την αυτοσυγκράτηση, που μου επέβαλλε η λογική.



   - Λοιπόν, Έρση, ηρέμησε! Έχω μια φοβερή ιδέα! Τι θα έλεγες να γίνεις η μούσα του γκρουπ μας; Να ντουμπλάρεις τον Αλέκο στη σκηνή, λίγο τραγούδι, λίγο χορό, λίγο αισθησιασμό... λίγο απ’ όλα. Ας δοκιμάσουμε, δεν ξέρεις τι μπορεί να βγει απ’ αυτόν τον συνδυασμό...



   Η Έρση ξεφυσούσε βγάζοντας όλη την ένταση από μέσα της. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν είχε ακόμη επιθετικές τάσεις, κάθισα δίπλα της στην άκρη του κρεβατιού. Μου έριξε ένα φευγαλέο χάδι στο πρόσωπο, λες κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει κάτι από εμένα, έστω το ελάχιστο. Έδειχνε ότι το σκεφτόταν σοβαρά. Μέχρι που χαμογέλασε και μου είπε δήθεν αυστηρά:

   - Να με περιμένετε αύριο στις πρόβες κωλόπαιδα! Θα σας βγάλω τα μάτια με αυτά που θα φοράω...


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Ένα επίκαιρο κείμενο του Γιάννη Τζανή.

                                                        Μην κλαις, Μαρία                                         Πρωτοχρονιά 2018

         Άγιε  Βασίλη,  άγγελε της προσμονής, και φέτος σκάλωσε στα σύννεφα το αστέρι της Ανατολής, η Σμύρνη κι η Βαγδάτη πάλι στο γιανγκίνι, πώς θα φύγεις από την Καισάρεια δίχως την άδεια του σουλτάνου;
«Θάλαττα! Θάλαττα!..» κραυγάζουν οι τρισμύριοι κι ορμούν σε βάρκες φουσκωτές: Kάτι μαυραγορίτες, πράκτορες του Χάροντα τους μπατικώνουν για τις όχθες της Αχερουσίας. «Κατάρατε, απόδος τα πορθμεία!..»  Ύπουλη Μεσόγειος, πόσους θα καταπιείς ακόμη να χορτάσεις; Και η Ιθάκη με τον αποθρώσκοντα καπνόν απόμακρη στη Βαλτική κι η Χίος με τη Λέσβο  βουλιαγμένες.

Στου κόσμου τις πολύβουες καρδιές ο πανικός, ύπουλο φίδι σέρνεται, παγώνει τα αθώα όνειρα, δαγκώνει και γεμίζουν αίμα οι πλατείες και τα στέκια της χαράς.

Άσπονδοι σύμμαχοι ζητούν τα συμπεφωνημένα: γην και ύδωρ, σμύρναν και χρυσόν, πετρέλαιο, μισθούς, συντάξεις, σπίτια και λιμάνια, όλα στο σφυρί κι εμείς χτυπάμε τις καμπάνες της απελευθέρωσης.

Οι επιχώριοι Καίσαρες, Ρωμαίοι και Βυζαντινοί διάφορων χρωμάτων και προσανατολισμών, με μισοάδεια τα πουγκιά μοιράζουν οβολούς και τυχερά λαχεία από τα μπαλκόνια και τα γυάλινα παράθυρα   και υπόσχονται νέο Παράδεισο με δανεικά απ’ τους χρηματιστές της οικουμένης… «Ευοί, ευάν!» Υψώστε στο καράβι του Θησέα άσπρα τα πανιά, το σκάφος της Ελλάδας μόλις πέρασε σε ήρεμα νερά, οι πεινασμένοι έκοψαν στη μέση τις μπουκιές και τις αυγάτισαν, οι άνεργοι μοιράσανε τις ώρες κι έτσι  στις καρτέλες όλο λιγοστεύουν, οι επαίτες βρήκαν στέκι μόνιμο στα σταυροδρόμια και στις εκκλησιές, φέτα ψωμί και μια σαλάτα στα συσσίτια και ο Αινείας με τον σεβαστό γονιό στους ώμους βρήκε διαβατήριο πλαστό και ψάχνει για το Λάτιο της θεϊκής επαγγελίας, οι κοπέλες και τα παλικάρια μας, αποδημητικοί καημοί, έρχονται για Χριστούγεννα και φεύγουν κι οι βαλίτσες με τα άπραγα όνειρα στοιβάζονται στ’ αεροδρόμια. «΄Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Όχι πια νέα τάξη τρισκατάρατη, αλλά νέος Παράδεισος με ήρεμα νερά, νέα κανονικότητα με όραμα τα τριακόσια αργύρια για κάθε τέρμινο… στ’ αλώνια με τον τελικό λογαριασμό. Που αποξεχαστήκατε τριακόσιοι του Λεωνίδα;;; 

Άγιε Βασίλη, φρόντισε να δραπετεύσεις και να ’ρθεις! Φέτος μας  ζήτησαν να υπογράψουμε και δήλωση πενίας  τα αδέρφια, «που ξαπλώσαμε στην ίδια χλαίνη τον χειμώνα» και το ίδιο εμβατήριο μας σήκωσε το χάραμα, αίτηση για το μέρισμα του ουρανού που κουβαλάμε όλοι στους ισχνούς μας ώμους, ένα κομμάτι ξαστεριάς ίσα για πρόφταση. Σε περιμένουμε για να μοιράσεις ένα πιάτο σούπα στα πουλιά μες στις πλατείες, ένα ψίχουλο χαμόγελου στα θορυβώδικα σπουργίτια της αυλής…

Φέτος τα γράμματα απ’ τα παιδιά βουνό μα τα πακέτα σου δεν έφθασαν ακόμη… Οι προσευχές χτυπάνε απ’ ευθείας στου Θεού τα κουρασμένα τύμπανα. Εδώ στη γειτονιά του ήλιου και της γελαστής υπομονής, στέγνωσε η δύναμη και το κομπόδεμα, οι δέκα ανοιχτές πληγές του Φαραώ όλο αυξάνουν κι ας ανέβηκε η αγορά τρεις πόντους απ’ το φιλοδώρημα κι  ελάχιστοι πιστεύουν πως θα πάμε στο καλύτερο. Το λεν οι κούκοι στα έρημα βουνά, οι πέρδικες στα συνοφρυωμένα πλάγια κι οι ερευνητές προφήτες στα βαρύθυμα λεκανοπέδια… «Απέσβετο και λάλον ύδωρ» μες στα βουερά τα καφενεία.

Περνοδιαβαίνουν οι σωτήρες, άρχοντες και ταγοί, γραμματείς και φαρισαίοι, καρεκλούχοι και τιτλούχοι, μα η σωτηρία, τρομαγμένη απ’ το πλήθος και το πάθος της αγάπης, κρύφτηκε στις δίπλες του καιρού… Κι εμείς,  φτωχοί σώματι και ψυχή, μαζεύουμε, έστω και ρόγες, όρθιοι χειροκροτούμε στα συνέδρια της ρουτίνας και στις συναυλίες της παρηγοριάς, αλλά κρατάμε την οργή γροθιά  για τους Αργείους και χειροβομβίδα για τους Δαναούς «και δώρα φέροντας»…

Μην κλαις, Μαρία, για το δέμα που δεν πήρες! του παππού και της γιαγιάς η σύνταξη, ξεψυχισμένη από κόφτες και ψαλίδια, φόρους, εισφορές, και ό,τι άλλο μέλλεται, κρατάει ακόμη για το γέλιο και την ξενοιασιά σου, το ψωμί και τ’ όνειρο όλης της νιότης: Κόκκαλο γερό η γενιά μας άντεξε πολύ χειρότερα με παξιμάδι και νερό, χωρίς να γλύψει εκεί που έφτυνε.

Έλα να ψάξουμε μαζί των Χριστουγέννων το αστέρι κι ύστερα, πρίμα μπαλαρίνα, να χορέψεις με τη Συμφωνία της Χαράς, την Εποχή της Άνοιξης και τον Καρυοθραύστη για να σπάσεις τη σκληράδα του κακού. Σπάσε το ρόδι να σκορπίσεις θρύψαλα τις δύσκολες στιγμές και κοίταξε στο απέναντι βουνό με τα  χλωρά πράσινα έλατα τον ήλιο να ροδίζει την κορφή του κόσμου με το χρώμα που αγαπάς…

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

"Να 'ταν μέλισσα ο άνθρωπος, θάματα θα γινόντουσαν...", ένα λαογραφικό διήγημα της Εύας Λόλιου.




   "Ποιος κάνει μωρέ κουμάντο στο σώμα μου!", φώναζε ο κυρ Αντώνης με όλη την δύναμη των πνευμόνων του.
   Ολόγυρα στα σπίτια, αναμμένα είχαν οι άνθρωποι τα φώτα μα πολύ καλά κλεισμένα τα παραθύρια. Κανείς δεν άκουγε, μόνος του στο βαθύ σκοτάδι του δρόμου παραμιλούσε. Που και που στεκόταν έξω απ' ένα φωτάκι και μάλωνε τις ανθρώπινες φιγούρες πίσω απ' τις κουρτίνες: "Μια μέλισσα μωρέ συλλέγει και γύρη απ' τα αγκάθια! Τέτοια αγάπην έχετε εσείς μωρέ! Αγκάθια είστε, να σας φτύσω, τέτοιο μέλι που χορταίνετε τα παιδιά σας! Αχ φύλλο μονάχο είμαι, ξεράθηκαν τα διπλανά μου και έπεσαν απ' του βοριά τ' αλώνι...".
   Περπατούσε μέσα στον άνεμο π' ήθελε ο άτιμος να τον ερίξει στη γη, μα χτυπούσε το μπαστούνι στο χώμα και πείσμωνε η ψυχή που κουβαλούσε το σώμα του.
    Οι μοίρες αλλιώς είχαν αποφασίσει το ξόδεμα της ζωής του. Χρόνια μπάρκαρε στους ωκεανούς, να στέλνει χρήματα στη μητέρα του και στα μικρά του αδέλφια. Καθώς ήταν ο μεγαλύτερος πήρε το πηδάλιο και φόρεσε το καπέλο του καπετάνιου οργώνοντας τις θάλασσες. Σπούδασε τα αδέρφια του, προίκισε την αδερφή του και κάθε φορά που έπαιρνε ένα γράμμα από δαύτους, δάκρυα χαράς κυλούσαν απ' τα μάτια του. Περνούσαν τα χρόνια και δεν έλεγε να αράξει. Μεγάλωνε η φαμίλια, γεννούσε η αδερφή, γεννούσαν οι νύφες. Γέμιζε το σεντούκι τους χρήματα και το δικό του φωτογραφίες. Απ' τους γάμους, τα βαφτίσια, τα γεννητούρια με τις ροζ κορδελίτσες και τις θαλασσιές άγκυρες στα φορμάκια. Τέντωνε το τόξο του κάθε φορά και περισσότερο αλλά δεν τον ένοιαζε αν θα σπάσει, τέντωνε τη ζωή του στα αρμυρίκια των σκοπέλων που του γρατζουνούσαν το πρόσωπο, αφήνοντας βαθιές τις ρυτίδες στο μέτωπο του. Σκορπίστηκε για την αγάπη, και κάθε φορά που τον ρωτούσε ο Νικόλας: "Πότε θα βρεις λιμάνι αφεντικό; Του λόγου σου εγέρασες πια...", βαρούσε το χέρι στο τιμόνι κι έλεγε: ''Ποιός κάνει μωρέ κουμάντο στο καράβι μου! Η ψυχή μου Νικολή, η ψυχή μου!!". 

   Και ήρθε εκείνη η ημέρα που αναγκάστηκε ν' ανέβει τα φρικαλέα ύψη της πραγματικότητας και να δει πως στην προκυμαία κανείς δεν τον περίμενε. Η μάνα του είχε χρόνους αφήσει τη ζωή και τ' αδέρφια του άφαντα απ' το λιμάνι.
    "Αγκάθια είστε ωρέ! Να σας φτύσω το μέλι που σας ανάθρεψε η μάνα σας! Απ' τα αγκάθια μωρέ, απ' τα άνθη που τα βαφτίσατε αγκάθια...".

   Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Μόνο του ένα φύλλο στο κλαδί χωρίς την αγάπη της οικογένειας του, φθινοπώριασε και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του δρόμου. Ιχνηλατούσε ο Θεός τα βήματα του και πήρε το μπαστούνι απ' το χέρι στον δρόμο έως να φτάσει στη ψυχή του.Το καράβι ήταν δεμένο στο λιμάνι και τον περίμενε.

Εύα Λόλιου.
 

22-2-2017.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Τα άστρα τρεμοσβήνουν




   Τόσες νύχτες περάσανε πάνω απ’ τα μάτια μας και δεν προλάβαμε οι άνθρωποι να κοιτάξουμε λίγο ουρανό. Λες και μας έπιανε απελπισία όταν τα άστρα μάς χαμογελούσαν. Ή εκείνα τρεμόσβηναν και παραλληλίζαμε κατ’ επέκτασιν τη ζωή μας με αυτό το τρεμόσβησμα.
   «Στη γη, στη γη σκυμμένος πάντα να είσαι παιδί μου! Να τη σκαλίζεις και να την ποτίζεις!», μου έλεγε ο πατέρας μου όλο θέρμη.
   Αυτός ήταν κι ο μοναδικός τρόπος ζωής, που τον συνέδεε με ό,τι θεωρούσε σημαντικό, όπως συνηθίζει να κάνει κάθε άνθρωπος για να δώσει τον αγώνα του και να πει κάποια μέρα: «Να, κάτι έκανα κι εγώ πριν με φάει το χώμα και εξαφανιστώ από προσώπου γης».
   Άλλη εναλλακτική δεν υπήρχε για ανθρώπους εγκάρδιους και απλούς σαν τον πατέρα μου. Αν τον ρωτούσες τι σημαίνει όνειρο, θα σου απαντούσε: «δεν ξέρω, μόνο από προσευχή ξέρω, πρώτα πρέπει να σ’ έχει ο Θεός καλά για να μπορείς να ονειρεύεσαι...».
   Μήπως δεν ήξερε από όνειρα κι ας προσπαθούσε να με πείσει για το αντίθετο! Επειδή ο αδελφός του είχε ένα ελάττωμα στο πόδι και ήταν αδύνατον να δουλέψει στα χωράφια, για να μην εγκαταλειφθούν αναγκάστηκε να επωμιστεί όλο το βάρος της οικογένειας: μάνα, πατέρα, αδελφή και αδελφό. Αν και ήταν σπίρτο στα γράμματα, δεν πήγε για σπουδές, και βρέθηκε από παιδί με δυο άλογα και ένα αλέτρι, να καλλιεργεί την απαιτητική γη για να του δώσει καρπούς. Ποτέ δεν τον άκουσα να παραπονιέται και να λέει με καημό ότι αν βρισκόταν κάπου αλλού και έκανε κάτι άλλο, θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος. Πλήρης αποδοχή της μοίρας, χωρίς αναστεναγμούς και γογγυσμούς.
   Ήξερε πολύ καλά να ξεχωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα. Αν έβλεπε κάποιο όνειρο στον ύπνο του, επέρριπτε άμεσα γι’ αυτό τις ευθύνες στον «έξω από εδώ», λέγοντας ότι είναι του πονηρού πειρασμοί και δεν πρέπει να τα δίνουμε σημασία.
   Αντιθέτως, εγώ που κοιμόμουν πολλές ώρες τη μέρα ως παιδί και αργότερα ως έφηβος, παρακαλούσα να έρθει στον ύπνο μου κάποιο εξωπραγματικό ον για να μου μιλήσει. Έτσι θα εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία να μάθω πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με την απτή και γήινη ζωή.
   Κάθε φορά που γινόταν αυτό, πετούσα από την χαρά μου μόλις ξυπνούσα, και προσπαθούσα ταυτόχρονα να θυμηθώ σκηνές από το όνειρο, συσχετίζοντάς το με την καινούργια μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας προμάντευα τι ακριβώς θα μου συμβεί.
   Κάποτε είδα στον ύπνο μου την κοπέλα με την οποία ήμουν ερωτευμένος στην Α΄ Λυκείου, γοργόνα με ψαρίσια ουρά... Ήταν καλοκαίρι, είχε κατέβει κι εκείνη στη θάλασσα να κολυμπήσει. Τη στιγμή λοιπόν, που με γνώρισε από μακριά κι άρχισε να κάνει μεγάλες απλωτές για να με φτάσει, τι λέτε πώς συνέβη;
   Ένα μικρό δελφίνι βρέθηκε ανάμεσά μας. Αρχικά, μας έκοψε τα ήπατα το κορμί του κάτω απ’ τα πόδια μας. Ύστερα πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά μας και αμέσως βούτηξε στα νερά προσωρινά, μέχρι να πεταχτεί και πάλι. Όπου φύγει φύγει και οι δυο μας, με μάτια τρομαγμένα, ποιος μας εγγυόταν ότι αυτό που βλέπαμε δεν ήταν ένας καρχαρίας, ο οποίος ετοιμαζόταν για ένα θεσπέσιο γεύμα;
   Τα όνειρα είχαν και ευτράπελες εξελίξεις στην καθημερινή ζωή μου. Ήταν όμως σίγουρα αυτά που μ’ έκαναν να πιστέψω στον έρωτα και στις δυνάμεις μου. Από τότε που άρχισα να τους δίνω τη δέουσα σημασία, θέριευαν και με τύλιγαν στον λαιμό αν δεν τα αντάμειβα με τις άοκνες προσπάθειές μου. Από τότε έπαψαν να με φοβίζουν τα άστρα, μου άναβαν φωτιά στην ψυχή να επιδιώκω τα ιδανικά και τα ωραία. Μου φώτιζαν τον δρόμο, να προχωρώ με ψηλά το κεφάλι.
   Μόνο οι άνθρωποι με τα κατεβασμένα μάτια με τρόμαζαν, γιατί έμοιαζαν με πουλιά που κατήργησαν τα φτερά τους για να μην βλέπουν πόσο όμορφα είναι να πετάς στον ουρανό.

29/01/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης