Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2024

Πρόλογος για την ποιητική συλλογή της Λίτσας Μοσκιού: «Απ’ της ψυχής τ’ απόσταγμα», Εκδόσεις Βεργίνα, 2016, σελ. 148

 


Δέχτηκα με μεγάλη χαρά να προλογίσω την ποιητική συλλογή της Ροδίτισσας ποιήτριας Λίτσας Μοσκιού, χαρακτηρισμό τον οποίο η ταπεινότητα της δεν την αφήνει να αποδεχτεί, χρόνια πριν ακόμη όταν έγινε η πρώτη γνωριμία μας και μάλιστα στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το facebook. Άλλωστε, η ίδια ξεκαθαρίζει τις απόψεις της στο ποίημά της:                    «Στον ποιητή».


Αστροβροχή που γέννησε

το υπέρλαμπρο φως

και σ' έφερε στο κόσμο τούτο να υπάρξεις

οδηγός ταπεινότητας

στις ψυχές των ανθρώπων

της υπέρτατης αρετής

ρασοφόρος.

Πιστεύω ότι η αποδοχή των προσωπικών αισθημάτων είναι το πρώτο βήμα και το δεύτερο βήμα είναι η άρνηση του κόσμου που περιτριγυρίζει τον ποιητή, με την έννοια ότι δεν είναι ποτέ πλασμένος ιδανικά ή αγγελικά (όπως έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός), για να περάσει αφιλτράριστος από την ευαίσθητη ψυχή του ποιητή. Τις περισσότερες φορές, ο κόσμος μοιάζει με δέντρο που δεν ποτίζει τις ρίζες του η αλήθεια και τα κλαδιά του τα τσακίζει η υποκρισία και η ευκολία.

Η αγαπητή Λίτσα Μοσκιού, μπορεί να καθυστέρησε να εμφανιστεί στα ελληνικά γράμματα με το πρώτο εκδοτικό της εγχείρημα, όμως -μας κάνει να υποψιαζόμαστε- ότι περίμενε να έρθει ο κατάλληλος καιρός, ώστε να είναι σε θέση να αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη που απαιτείται από τη μεριά του ποιητή και να κυοφορήσει τις ιδέες της, περνώντας τες από το φίλτρο του νου και της ψυχής. Τις μετέτρεψε σε αφομοιώσιμα υλικά για κάθε αναγνώστη, ακόμη και γι’ αυτόν που δεν ελκύεται ιδιαίτερα από τον ποιητικό τρόπο έκφρασης και αποφεύγει να νιώσει τη χαρά που προσφέρει η ανάγνωση ενός ποιητικού βιβλίου.

Η απλότητα και η καθαρότητα των στίχων της, παρόλο που δεν είναι βασισμένη σε ποιητικές φόρμες και αυστηρές ποιητικές μορφές, κερδίζει απ’ την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη. Αυτό δε σημαίνει βέβαια, ότι αποτέλεσε και κρυφή επιδίωξή της τα ποιήματά της ν’ αγγίξουν τους μελλοντικούς αναγνώστες της, αλλά τα έγραψε με το εύπλαστο ζυμάρι της ψυχής που αντιτάσσεται, διαμαρτύρεται έντονα, κρίνει, αναθεωρεί, γκρεμίζει, γεννάει και δε σταματά ποτέ να ονειρεύεται. Τα όνειρα είναι ο κεντρικός πυρήνας ανάπτυξης της δραστηριότητας κάθε ευαίσθητου ανθρώπου, πόσο μάλλον μιας ποιήτριας που τα συνοδεύει με όμορφα επίθετα και μεταφορές.    

Ασυναίσθητα γίνομαι συλλέκτης ονείρων και με τη μαεστρία που τα ντύνει η Λίτσα, θαρρείς ακόμη και τα νεκρά όνειρα ζεσταίνονται και ζωντανεύουν. Γίνονται τόσο οικεία, ενώ πριν ήταν αρκετά μακριά. Στο ποίημα: «Αποστάτες ονείρων», γράφει:

 

Απαρηγόρητα τα όνειρά μας

πετροβολήσαμε.

 

Στο ποίημα: «Ανώνυμες θλίψεις»:

 

Τα σκυμμένα φεγγάρια μέσα μας

κλαίνε για τα νεκρά όνειρα.

 

Στο ποίημα με τίτλο: «Δοσίλογοι» αποτυπώνει με πίκρα:

 

Σε μια αλάνα αφήσαμε

να παίζουν παιδιά

πάνω σε πτώματα ονείρων.

 

Στο ποίημα με τίτλο: «Δε θα λεγόσουν άνθρωπος», το μήνυμα που δίνει η ποιήτρια είναι αισιόδοξο.

 

Δε θα λεγόσουν άνθρωπος

αν έθαβες τα όνειρά σου

μετά από κάθε θάνατό τους

μην ελπίζοντας σε μια ανάσταση.


Αν και τα όνειρα πεθαίνουν ανασταίνονται, ακόμη και μέσα από τις στάχτες τους, αφού η θύμησή τους μπορεί να πονά και να αναζωογονεί ταυτόχρονα. Έτσι, στο ποίημα: «Εξ’ αρχής», «το χώμα, στάχτη ήταν» και τελειώνει με τη διατύπωση: «ανούσια πια η ανάσταση...».

Όνειρα εδώ, όνειρα εκεί, αντικείμενα λατρείας αλλά και κακοπάθειας, αν και δεν περιγράφονται αναλυτικά πέρα από τη λέξη τους που υπονοεί κάτι μεγάλο και σημαντικό για τη ζωή κάθε ανθρώπου. Όνειρα που θα μπορούσαν να βιώνονται ως χάδι και αγγέλου αύρα, αλλά στην πορεία χάνεται η αρχική γοητεία τους, όπως δίνεται η εικόνα τους στο ποίημα: «Στυγερό έγκλημα»:

 

Η βροχή μούσκευε

ως το κόκαλο

όλα τα μισά

και απροστάτευτα όνειρα

που τριγυρνούσαν

πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού.

 

Όνειρα ίσως χειροπιαστά μα ποτέ υλικά, πάντα πνευματικά και δημιουργικά, όπου μέσα τους καθρεφτίζεται η ποιήτρια να διαβάζει τον περασμένο χρόνο της ζωής της και τις προσωπικές της στιγμές μέσα από το καμίνι και τη φλόγα της έμπνευσης, όπως σημειώνει στο τέλος του ποιήματος: «Το ταξίδι»:

 

Μες τα λιμάνια

βουλιάζουν

αταξίδευτα

τα όνειρα των ανθρώπων.

  

Όμως ποτέ δεν ξεχνιέται «Ο λόφος», όπου στην πρώτη στροφή διατυπώνεται όμορφα:


Ο λόφος των παιδικών μας χρόνων

ο λόφος που η ψυχή μας σκαρφάλωνε

ματώνοντας χέρια και γόνατα

να κατακτήσει το όνειρο.

 

Τι μένει λοιπόν από το ν’ ανοίξουν οι πόρτες και τα παράθυρα αυτού του «ονειρόσπιτου», που μας παραδίδει με αγάπη και σεβασμό η Λίτσα, να βλέπουμε τα ποιήματά της σαν ολόλευκα περιστέρια να πετούν ψηλά, άπιαστα, υπέροχα, ανυπόταχτα, να στοχεύουν στην καρδιά και την ψυχή. Συγκινούν απεριόριστα και σε κάνουν να σκέφτεσαι για τη ζωή σου: αν έζησες ειλικρινά, αν έζησες με κρυμμένες αλήθειες, αν τόλμησες, αν δίστασες, αν κυνήγησες την ευτυχία ή αν η ευτυχία σε βρήκε εντελώς ξαφνικά. Αυτό ακριβώς το νόημα περιλαμβάνει το ποίημα: «Εικονικά»:

 

Μα τώρα, πόσες αλήθειες αλήθεια

σε καθιστούν μερικώς ανυπότακτη.

Ανακαλύπτεις με πόνο πως η ψυχή σου

δεν έχει μνήμες απ' αυτό το σώμα

και ψαχουλεύεις στο κενό της ύπαρξης σου.

  

Η ποίηση είναι βροχή στην ξηρασία της σύγχρονης υλιστικής εποχής. Τα εκατόν τέσσερα ποιήματα της Λίτσας Μοσκιού γίνονται η δροσιά κάθε ταλαιπωρημένης ψυχής, οι αντικατοπτρισμοί σε μια έρημο, τα ριγωτά κύματα της θάλασσας, τα λαμπυρίζοντα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό, βλέμματα, αγγίγματα, ομιλίες ανθρώπων που ήρθαν κι έφυγαν από τη ζωή μας και άλλων που συνεχίζουν να βρίσκονται μαζί μας, πίνοντας τη γλύκα της φιλικής ανταπόκρισης και της ανταλλαγής όμορφων στιγμών και αισθημάτων, αρνούμενοι να πιουν το δηλητήριο της λήθης. Η Λίτσα Μοσκιού δε φωνάζει, μα η φωνή της ακούγεται πολύ δυνατά γιατί στην ουσία μας εκμυστηρεύεται διαπιστώσεις και αποφάσεις ζωής. Κι ο ποιητής που έχει σκεφτεί καλά πριν κάνει το πρώτο του βήμα, ξέρει τι σημαίνει φτώχεια:

 

Αυτό είναι φτώχεια

 

Ξέρεις τι είναι

να μην έχεις φυτέψει

ένα λουλούδι;

Να μην έχεις νιώσει ποτέ

να τρέμεις από φόβο στον άνεμο

κάθε φορά που το δέρνει;

 

Να μην έχεις απλώσει

ένα χέρι με τρυφερότητα

σε κάποιον

και το βλέμμα σου να προσπαθεί

να τρυπήσει την ψυχή του

να κλάψει εκεί από συμπόνια;

 

Φτώχια είναι...

Ναι, αυτό είναι φτώχια...

Η ίδια δε θα τολμούσε αυτό το βήμα αν δεν αρνιόταν την έλλειψη προσδοκιών από μια ζωή συμβατική, όπως αναφέρει στο ποίημά της «Αρνούμαι», στην τρίτη και τελευταία στροφή:

 

Αρνούμαι τη ζωή

από δήθεν ελεήμονες

που μ' έναν δίσκο εράνου

με έχρισαν, άπορη κορασίδα.

 

Και το φως είναι τόσο «ανήλικο», σοφή επιλογή τίτλου και πετυχημένη η διαπραγμάτευση του θέματος στο ποίημα: «Ανήλικο φως»:


Ανήλικο το φως ακόμα

να φανερώσει την αλήθεια.

 

Το δίκαιο θα αναγνωριστεί

όταν ο ήλιος βασιλέψει.

Και τότε κάποτε

κάποια αυγή

ίσως ξυπνήσουμε

σοφότεροι

και πιο γενναίοι.

 

Διακινδυνεύοντας μια μεταφορά, θα πω ότι το φως μας κάνει να μη βλέπουμε την αλήθεια, αφού το πλεονέκτημά του και το μειονέκτημά του ταυτόχρονα είναι να μας παραδίδει στον αισθητό κόσμο κι έτσι ασυνείδητα να συντελείται η τύφλωσή μας, όπως στην επιφάνεια της θάλασσας αντανακλά το πρώτο φως της ημέρας, το οποίο μας κάνει να αφηνόμαστε στην ομορφιά και να μην αναζητούμε, να αδιαφορούμε γενικά για όλα όσα βρίσκονται στον βυθό της, παρόλο που θα έπρεπε να αφήνουμε εκεί κάτι από την ψυχή μας. Όπως γράφει σε ανάλογο κλίμα στο ποίημα: «Ένα σφουγγάρι και η ψυχή σου»:

 

Για κάθε σφουγγάρι που θα μαζεύεις

εκεί ως αντάλλαγμα

στον βυθό της

να αφήνεις κάθε φορά

κι ένα μικρό κομμάτι από την ψυχή σου.

 

Οι στίχοι της δεν έχουν τη φανταχτερή λάμψη, απαλλαγμένοι από περιττά ποιητικά στολίδια, μας φέρνουν σε άμεση επαφή με την ψυχή της και τις προθέσεις της να μας μιλήσει χαμηλόφωνα αλλά δραστικά. Μια ουσιώδης εκδήλωση της ποίησής της είναι η αγάπη και ο έρωτας, τόσο ως θεματική επιλογή όσο και ως λυρική έκφραση. Γράφει στη δεύτερη στροφή του ποιήματος με τίτλο: «Ήταν ο έρωτας»:

 

Η ανακάλυψη πως τίποτα ως τώρα δεν είχα

πως τίποτα δεν έζησα

λες και γεννήθηκα ξαφνικά

τη στιγμή που σε αντίκρισα

κι αρνήθηκα τον έρωτα πριν έρθει

σ' όλα τα πρόσωπα

που δε θα έχουν τη μορφή σου.

 

Παρόλο που «Δεν έχει ήχο η αγάπη», προσπαθεί να επικεντρωθεί σε αυτό το συναίσθημα, αναγνωρίζοντας την αξία του στην καθημερινή ζωή της:

 

Είναι που η αγάπη δε χωράει σε κανέναν ήχο

δεν ταιριάζει σε καμιά λέξη

δεν ανήκει σε καμία γραφή.

 

Η ποίηση της Λίτσας Μοσκιού μοιάζει να ακροβατεί, όπως το παραδέχεται στο ποίημα: «Ακροβάτης», την πρώτη στροφή του οποίου παραθέτω εδώ:

 

Ακροβατεί η ψυχή μου,

πάνω σε σημεία στίξης

ώρες ώρες αυτό το κόμμα

γίνεται δρεπάνι

και με θερίζει.

 

Όταν γράφει στο υπέροχο και περιεκτικό ποίημά της «Ανυπαρξία»: «Γεμίζαμε τα αμπάρια της ψυχής μας προσμονές...», μας μεταδίδει μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία, αφού τους ψυχικούς τόπους και τα συναισθήματα τα μεταλαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι όπου γης, περνώντας από τη δοκιμασία της ζωής. Κι η πίεση της ύπαρξης είναι ευδιάκριτη, που γίνεται: «Αόρατη φυλακή»:

 

Ακόμη κι αν βρεθεί τρόπος διαφυγής

τη λευτεριά δε θα χαρώ ούτε θα αντέξω.

Βλέπεις δεν έμαθα να ζω

με την παρουσία της.

 

Για την ποιήτρια, είναι εξαιρετικά ωφέλιμη η σύρραξη στο εσωτερικό της ύπαρξής της, ώστε να προκύψουν ποιότητες και να εξισορροπηθούν οι αντιθέσεις με την τρέλα, την τρέλα της ποιητικής αδείας στο ποίημα: «Εκ βαθέων»:

 

Σύρραξη εντός μου

δυο κόσμοι μάταια μάχονται

τρόπαιο νικητή δε θα σηκώσουν

τρόπος συνύπαρξης μόνο η τρέλα.

 

Τέσσερις στίχοι της Λίτσας Μοσκιού μπορούν να μπουν στο τέλος αυτού του πρόλογου, συνοψίζοντας όσα αποκομίσαμε από την ανάγνωση των ποιημάτων της. Είναι από το ποίημα: «Ίσως κάποτε γίνεις ποιητής»:

 

Όταν οι λέξεις σου πετάξουν σαν πουλιά

και γίνουν όνειρα τα βράδια

στον ύπνο κάθε απελπισμένου

που προσεύχεται να μην ξημερώσει.

 

Κατά τη γνώμη μου, αυτό ακριβώς κατάφερε η φίλη ποιήτρια Λίτσα Μοσκιού, να μεταμορφώσει τις λέξεις της σε ζωντανές οντότητες, φτερουγίσματα που μπορεί ν’ ακούσει ο καθένας μας μέσα στη σιωπή της νύχτας, ψιθυρίσματα ονείρων που ζητούν τη δικαίωσή τους, ώστε η παρηγοριά να μην είναι η μοναδική προσφορά του ποιητή στην κοινωνία. Ώστε το ξημέρωμα να εναποθέσει ακόμη μία ελπίδα ως πυξίδα του αποπροσανατολισμένου σήμερα ανθρώπου κι όπου το φως θα έχει επιτέλους ενηλικιωθεί μέσα από ατέλειωτα ποιητικά ταξίδια.

 

 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός 

Νέα Αγχίαλος Βόλου, 2 Μαρτίου 2016

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Κριτικό Σημείωμα για την ποιητική συλλογή «Διερμηνείς» της Χρύσας Μαστοροδήμου, Λάρισα, 2009 (Αναμνηστική δημοσίευση-το πρώτο εγχείρημα βιβλιοκριτικής του Λάσκαρη Ζαράρη).



Διερμηνείς· μία συλλογή που έρχεται να ταράξει τα τρίσβαθα της ψυχής. Διερμηνείς γιατί όσα νιώθουμε και μας συμβαίνουν απαιτούν εκείνο τον άνθρωπο τον ονειροπόλο, τον καταδικασμένο να μην «κοιμάται ποτέ».

Η Χρύσα Μαστοροδήμου δίνει τη δική της ερμηνεία μέσα από λιτούς αλλά γεμάτους στίχους, που σαν τη δροσερή βροχή έρχονται για να δροσίσουν την ηλιοκαμένη ύπαρξή μας. Ηλιοκαμένη από το ερήμην ταξίδι της, όταν δεν προσδοκά μία ουσία, μία διαφορετική ποιότητα στη μοναξιά. Παντού και πάντα παραμονεύουν οι «Αόρατοι εχθροί», αυτοί που καθημερινά αλλοιώνουν με τα αθέμιτα μέσα τους τον λυτρωτικό ρόλο της ποίησης στις ψυχές των ανθρώπων.

Διάβασα με προσοχή τα ωραία ποιήματα της Χρύσας Μαστοροδήμου. Βέβαια δεν είμαι ο κατάλληλος να μιλήσω γι’ αυτά αλλά θα πω λίγα λόγια, έτσι για να υπάρξει διάλογος, γιατί οι ποιητές χρειάζονται αυτή την υποστήριξη και το οξυγόνο της πνευματικής συνομιλίας.

Ένιωσα πως η ποίησή της είναι μία παύση στη σκληρή πραγματικότητα, παρόλο που τροφοδοτείται συνεχώς απ’ αυτήν και πλάθει μορφές ικανές να συγκινήσουν και μάλιστα σε βάθος. Με τους στίχους της ξεκινούν να ραγίζουν τα εύθραυστα σχήματα του γύρω κόσμου. Είναι πολύ σημαντικό να μη βλέπουμε πάντα το οφθαλμοφανές αλλά το αφανέρωτο και το κρυφό.

Το τραγούδι των στίχων της ποιήτριας ακούγεται δυνατό και αρμονικό, ηρεμεί με την αυτάρκειά του. Το πέπλο με το οποίο τυλίγει τα συναισθήματα και τα πράγματα είναι φτιαγμένο από απαλές χορδές, που πάλλονται όταν ενορχηστρώνει τα ποιήματά της, πετυχαίνοντας τον συνδυασμό εικόνων γεμάτων λυρισμό και αναπτύσσοντας μία «μελαγχολική στοχαστικότητα». Οι ανυποψίαστοι όμως, είναι εκείνοι που θα μείνουν ξεκρέμαστοι στο αύριο, γιατί δεν αναρωτήθηκαν ποτέ για τα μεγάλα και μικρά της ζωής, βολεμένοι στον ασφαλή ευδαιμονισμό τους.

Η Χρύσα Μαστοροδήμου μπορεί να «μιλάει» με ποικίλες γλώσσες γι’ αυτό το θαύμα· την ποίηση και να συνεισφέρει στην ποιητική τέχνη με ιδιαίτερη πολυχρωμία στην έκφραση. Η άποψή μου είναι ότι «δεν μεταφράζει καθόλου φάλτσα της ζωής το τραγούδι», όπως εκείνη γράφει στο ποίημα «Διερμηνείς». Για ν’ ανθίσει το μέλλον, αρκούν τα ερωτηματικά και η πίκρα του σήμερα. Πάντως, «Έχει αισιόδοξα μηνύματα να πει/ και τραγούδια όμορφα να μας τραγουδήσει», όπως σημειώνει στο ποίημα «Απογοήτευση». Όλα τα ξεπερνά στο ποίημα «Χειμωνιάζει», η έκφραση: «η μέρα γελά/ της ποίησης το ένδυμα ντύνεται».

Πάρα πολλά όμορφα ποιήματα που με άγγιξαν: Διερμηνείς, Αόρατοι εχθροί, Ελληνική γη, Παλαιστίνη, Απογοήτευση, Νύχτες, Νύχτα φθινοπώρου, Περιπλάνηση, Η Μυστική βροχή, Η λέξη, Στο τέλος…, Χειμωνιάζει, Η νιότη, Ελπίδα και άλλα…

Θα τελειώσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση με λίγους στίχους από το ποίημα «Άτιτλο»:

«επιστροφή

δεν υπάρχει

ίσως μόνο μια στροφή

μια στροφή προς τα μέσα».


Αυτό κυρίως επιδιώκουν όσοι ασχολούνται με τη συγγραφή ποιημάτων. Η «στροφή προς τα μέσα» είναι η εσωτερική όαση μας και η καταφυγή μας από το ανελέητο κυνηγητό της έξω ερήμου.

Ας κάνω μια ευχή· όλοι οι ποιητές του κόσμου να βρίσκουν πάντα την κατάλληλη γλώσσα για να μιλήσουν στις ψυχές μας, χωρίς ρητορείες και λέξεις λαμπερές. Η Χρύσα Μαστοροδήμου φαίνεται να ανακαλύπτει τον δικό της δρόμο μέσα από τη λιτότητα και την καθαρότητα του στίχου της.

Ένα ζήτημα που μένει ανοιχτό ακόμη και απασχολεί την πλειονότητα των απασχολούμενων με την ποίηση είναι, γιατί στις μέρες μας η επιρροή της ποίησης είναι πολύ μικρή, γιατί κανείς δεν αγοράζει ποιητικά βιβλία; Πρόσφατα επισκέφθηκα τους πάγκους της έκθεσης βιβλίου στην παραλία του Βόλου και πουθενά δεν είδα κάποια ποιητική συλλογή να φιγουράρει σε περίοπτη θέση. Μόνο σε ένα-δυο περίπτερα παρατήρησα κάποιες αξιομνημόνευτες αλλά «παροπλισμένες συλλογές» του Ελύτη, του Καρυωτάκη και λοιπών Ελλήνων ποιητών-κολοσσών. Πρώτη γραμμή προώθησης λοιπόν τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, τα οποία και αντιπροσωπεύουν κυρίως στο μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου των εκδόσεων, εμπορικά κριτήρια.

  

02/07/2010

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Νέα Αγχίαλος Μαγνησίας

  

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Κυκλοφόρησε η Ποιητική Συλλογή "Πύρρειος Νίκη" της Νότας Μαντά, Αυτοέκδοση, Ιούλιος 2024, σελ. 87


Βιογραφικό Σημείωμα Νότας Μαντά



Γεννήθηκα σ’ ένα πανέμορφο χωριό κοντά στην Αθήνα, τον Κάλαμο. Σπούδασα κλασική κιθάρα, ανώτερα θεωρητικά και αντίστιξη.
Μένω σ’ ένα αγρόκτημα, στο πατρικό μου σπίτι, με τη λατρεμένη μου κόρη Μάνια, τους 3 Ελληνικούς ποιμενικούς μας και τις 11 γάτες μας.

Καταλυτική ήταν η επιρροή του πατέρα μου, στη διάπλαση του χαρακτήρα μου και στη διαμόρφωση της φαντασίας μου. Ζώντας ο ίδιος με αγάπη για τη φύση, τα ζώα, τους ανθρώπους και τον Θεό, μας διηγούταν –σ’ εμένα και στις δύο αδελφές μου-, διάφορες ιστορίες με υπερφυσικά πλάσματα, που τις νύχτες γιγάντωναν τον φόβο μας αλλά και την περιέργεια μας για άλλους κόσμους, μυστηριακούς και μακρινούς!

Με αυτό το πρότυπο, άρχισε στην ηλικία των 12 ετών, να με ελκύει η ποίηση και να λατρεύω το έργο των Ελλήνων ποιητών. Τότε  συνάντησα στο νου και στην ψυχή μου τη μούσα μου, ν’ απαγγέλει σε μια πλούσια γλώσσα που οι  Θεοί  μάς χάρισαν γεμάτη λυρισμό, εικόνες και συναισθήματα! 
Η ποίηση μπορεί να ειδωθεί ως ένα διηνεκές ταξίδι, αλλά και ως μία επανάσταση με το αποτύπωμα των εμπειριών του καθενός μας.

Ο ποιητής  σαν τον λύκο βαδίζει μόνος  του στην ερημιά, κραυγάζοντας.
Εύχομαι
  η κραυγή μου  να ενωθεί με τις κραυγές των αναγνωστών μου, που άφησαν ανομολόγητες τις μύχιες σκέψεις τους και ανέκφραστους τους πόθους τους. 

 

Νότα Μαντά

Ποιήτρια




Πρόλογος για την ποιητική συλλογή «Πύρρειος Νίκη» της Νότας Μαντά





    Υπάρχουν έρωτες που σε οδηγούν σε ταξίδια πρωτόγνωρα, έρωτες που με τα αγγελικά φτερά τους σε κάνουν να νιώθεις, συναισθηματικά και ψυχικά παντοδύναμος, κι ας είσαι στην πραγματικότητα ένα απειροελάχιστο μόριο ύλης μέσα στην ολότητα του σύμπαντος. Υπάρχουν όμως και έρωτες, λιγότερο φωτεινοί, αν και μεστωμένοι με την αψάδα του πάθους, παραφυλάνε σε μία γωνία σαν αγρίμια, για να σε κατασπαράξουν και να γυμνώσουν την ψυχή σου από τα προστατευτικά της οχυρά. Έτσι, απομένεις ανασφαλής, μόνος και αιωρούμενος σε μία επικίνδυνη διαπάλη, όπου το φως και το σκοτάδι συμπλέκονται και το απαύγασμά τους είναι η σιωπή, ο πόνος, οι αιμάσουσες πληγές και ο τεμαχισμός της προσωπικότητάς σου σε ό,τι προστάζει η εμμονή ή η φυγή.

    Την άλλη πλευρά του έρωτα, την αρνητική ή σκοτεινή, όπου οι σχέσεις των δύο προσώπων -αντρός και γυναικός-, δεν είναι αμφίδρομες και επικρατεί η λογική της επικράτησης και της επιβολής του ενός στον άλλον, έρχεται να μας υπενθυμίσει η Νότα Μαντά με την ποιητική της συλλογή «Πύρρειος Νίκη». Με αυτή την ιστορική αναδρομή στην Αρχαία Ελλάδα, η ποιήτρια επιθυμεί να μας προσανατολίσει στο σημείο, όπου ο νικητής και ο ηττημένος είναι αμφίβολο αν στο τέλος της «μάχης του έρωτα» δεν καταμετράνε και οι δυο τους σημαντικές και βαθιές απώλειες...

    Η πολυγραφότατη σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια Νότα Μαντά, μας προσφέρει με την παρούσα έκδοση ένα δείγμα της ποιητικής της γραφής -απαλλαγμένο από τις μετρικές φόρμες των κλασικών ποιητών οι οποίες ανέκαθεν βασίζονταν στον διαχωρισμό ομοιοκατάληκτων στροφών-, χρησιμοποιώντας με ώριμο τρόπο την ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, δεν απομακρύνεται σημαντικά από τις καταβολές των παλιών αξιόλογων Ελλήνων ποιητών οι οποίοι «δούλεψαν» τον ελεύθερο στίχο, καθώς η επίδρασή τους φαίνεται να γονιμοποιεί με πλούσιους σπόρους το ποιητικό της έργο. Βαραίνει πάνω της -θαρρείς-, η παράδοση των ρομαντικών και μελαγχολικών ποιητών, αλλά η μελαγχολία εξισορροπείται με μία θαυμαστή εικονοποιΐα, προερχόμενη από τις παρακαταθήκες των «μεγάλων» Ελλήνων σουρεαλιστών ποιητών. Η φαντασία της Νότας Μαντά όμως, δεν αποτελεί μία επιπόλαιη προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά συνταιριασμένη με την ελεγχόμενη «αυτόματη γραφή» της, δημιουργεί λογικές αλληλουχίες, οι οποίες μεταφέρουν καίρια τα νοήματα των στίχων και μετουσιώνουν το προσωπικό όραμα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό όραμα.

    Ομολογουμένως, η αληθινή, γνήσια ποίηση δεν έχει ανάγκη τόσο από στιχουργικούς πειραματισμούς και ακροβατισμούς, όσο από μεταπλάσεις της πραγματικότητας, συμβατές με το προσωπικά βιωμένο και ποιητικά εκπεφρασμένο περιεχόμενο. Επομένως, ο χαρακτήρας του κάθε ποιητή παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του και στο κατά πόσο θα τον αποδεχτούν οι αναγνώστες του. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη Νότα Μαντά, η οποία ναι μεν αφομοιώνει διάφορα σύμβολα για να δομήσει την πλοκή του ενιαίου ποιήματός της (πρωταγωνιστές το «εγώ» και το «εσύ», μα και τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματά της), αφετέρου δε «άνοιξε τα φώτα του νου της» και συνέθεσε ένα τόσο συμπαγές και πυκνό ποιητικό κείμενο, με κινητήριος δύναμη τον πόνο, τη λύπη και την απογοήτευση, αλλά κυρίως με επίκεντρο το πάθος της στη βίωση αγνών συναισθημάτων, που απέναντί τους η άδικη μοίρα αρκετές φορές λιποψυχεί.

    Ίσως λοιπόν, κάποιοι από τους αναγνώστες αναρωτηθούν, πώς μπόρεσε εκείνη να «χωνέψει» τόσο πόνο και καημό, πώς μπόρεσε τελικά να αναστηθεί, ενώ έφτασε δίπλα της να «ανασαίνει» ο θάνατος, ο μέγας ακυρωτής των έργων του ανθρώπου και ο ακατάπαυστος γκρεμιστής της ψυχής; Η απάντηση είναι απλή και βρίσκεται στη λέξη «τόλμη». Ο έρωτας χρειάζεται απαραιτήτως τόλμη, ώστε να τον βιώσεις ουσιαστικά και αληθινά και να σε τραβήξει πέρα από τα όριά σου, ανακαλύπτοντας ακόμη και άγνωστες πτυχές του εαυτού σου. Αυτό συνιστά αναμφιβόλως την ποιητική persona της Νότας Μαντά, μαζί με τα πάθη, που -όπως είχε επισημάνει ο αείμνηστος φιλόσοφος Δημήτρης Λιαντίνης-, «μας ξεσηκώνουν το μεγάλο βούρλισμα της δημιουργίας και κάνουν την κούκλα γυναίκα, και το γεφύρι πέρασμα, και τον καλόγερο Παπαφλέσσα».

    Τα προηγούμενα λόγια φαίνεται να ερμηνεύουν κατάλληλα την ποίηση της Νότας Μαντά, και να εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την κινητοποίηση όλων των ευαίσθητων κεραιών της στη βίωση του μοναδικού και πανανθρώπινου ερωτικού συναισθήματος. Οι λέξεις και οι στίχοι της κυλάνε αβίαστα σαν το νερό του ποταμού ή εντυπώνονται σαν ζωηρές χρωματιστές πινελιές στον πίνακα του εσωτερικού υπαρξιακού της τοπίου. Καταλήγει σε μία ανηλεή ψυχική μάχη μέσα από έναν λαβύρινθο ευμετάβλητων και αντιθετικών συναισθημάτων. Το ελληνικό τοπίο, γενικά διαυγές και μεταφυσικό, αντανακλά με την εμφάνιση συχνά στους στίχους της συμβόλων της χριστιανοσύνης (ο Χριστός, οι σταυροί, τα ξωκλήσια, τα κυπαρίσσια και οι άγιοι), μία οδό σύγχρονου προσωπικού μαρτυρίου και ένα πλήρες, ενδοσκοπικό ψυχογράφημα, προκειμένου να βεβαιώσει την πίστη της στο λατρεμένο της πρόσωπο. Παρόλη την επαναλαμβανόμενη προσταγή της «Βιάσου» και την ελπίδα της επιστροφής του προσώπου που τρέφει μέσα στην ψυχή, στην καρδιά, στο νου και στο σώμα όλους τους πόθους της, η ποιήτρια γνωρίζει καλά ότι ο φόβος της να αργήσει εκείνος να επιστρέψει, είναι ταυτόσημος με τον φόβο να επιστρέψει, αλλά τότε να τον έχει ήδη θρηνήσει και ενταφιάσει ολοκληρωτικά. Δηλαδή, σταδιακά να έχει θεραπεύσει τις ανοικτές πληγές της και να έχει δημιουργήσει μία ανθεκτική ασπίδα για τον εαυτό της, ώστε η ανάκληση της μνήμης να λειτουργεί εξιλεωτικά ή μία τυχαία συνάντηση με το αγαπημένο της πρόσωπο να μην προκαλεί πλέον αρνητικά και επώδυνα συναισθήματα. Εντούτοις, η μνήμη δεν «ξεθωριάζει» εύκολα και η διαδρομή της έντονης διαπάλης δεν μπορεί να υποβιβάσει έναν ιδανικό και ουράνιο έρωτα σε γονυπετή και χθόνιο. Εκείνο που μένει να εντυπωθεί δυναμικά τις ώρες της μοναξιάς, είναι η προσωπική νίκη της ποιήτριας εναντίον όλων εκείνων των νυχτερινών δύσμορφων θεριών, με τη συνδρομή μάλιστα του προσωπικού της αγγέλου-προστάτη.

    Τέλος, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το ποιητικό βιβλίο της Νότας Μαντά μπορεί να αναγνωστεί είτε ως ενιαίο ποίημα είτε ως ποιητική συλλογή την οποία συνέχει ένα κοινό θέμα και τα επιμέρους ποιήματα δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους τόσο από πλευράς τεχνοτροπίας όσο και από πλευράς περιεχομένου. Αν δεχτούμε την δεύτερη άποψη, τότε είναι απαραίτητο να εντοπίσουμε μία χαρακτηριστική διαφοροποίηση έναντι των υπολοίπων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών: δεν τιτλοφορεί κανένα ποίημα του βιβλίου της. Αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί αδυναμία έμπνευσης και επινόησης, αλλά σαφώς υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης της ποιήτριας να κατευθύνει τον αναγνώστη στην ουσία κάθε ποιήματός της, εφόσον δεχτούμε το επιχείρημα ότι οι τίτλοι συμπυκνώνουν τις ιδέες των ποιημάτων και συνήθως αποτελούν τροχοπέδες στην δεύτερη ανάγνωσή τους, στην ερμηνεία τους και την κατανόησή τους.

    Κατά τα άλλα, εξάγουμε το εύλογο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα άβατο και δυσεξήγητο ποιητικό σύμπαν, αλλά με ποίηση αληθινή, καθόλου ανώδυνη και απροβλημάτιστη, η οποία εκπέμπει ευρέα και βαθιά νοήματα, ενώ στο κέντρο της τοποθετεί τον άνθρωπο που υποφέρει. Αν και η αίσθηση που θα αφήσει στους περισσότερους αναγνώστες, θα είναι ένα βάρος στο στήθος, άλλωστε ένα δράμα παίχτηκε μπροστά στα μάτια μας, που όμως στο τέλος του κάνει την εμφάνισή του ο «από μηχανής θεός», με την εκδοχή όχι ενός εξωτερικού γεγονότος το οποίο οδηγεί στην «αριστοτέλεια κάθαρση», αλλά μίας «εσωτερικής» συνειδητοποίησης της απώλειας του αυθεντικού εαυτού. Ηχεί η προτροπή στο άπειρο του χρόνου, με τους εξής καθάριους στίχους:

 

«Σήκω ψυχή μου, αρκετά ορφάνεψες,

η θλίψη σού σκέπασε τα μάτια με βουνά,

σήκω ψυχή μου και μεγάλωσε,

ξύσε με τις οπλές σου τη γη, χλιμίντριζε!».

 

 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ποιητής-συγγραφέας-βιβλιοκριτικός 

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Ομιλία του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για την ποιητική συλλογή: «Κέρινος Θίασος» της Ζωής Μακρονάσιου, Εκδόσεις «Πηγή», Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 2018.






Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018, Wine Bar «4 Εποχές», Πεζόδρομος Τάκη Οικονομάκη, Βόλος.

   Αγαπητές κυρίες, αγαπητοί κύριοι, καλησπέρα σας. Σήμερα, συγκεντρωθήκαμε εδώ, -καλοί φίλοι-, για να τιμήσουμε με την παρουσία μας τη Ζωή Μακρονάσιου, μία νέα δημιουργό του γραπτού ποιητικού λόγου που κάνει ουσιαστικά το πρώτο της βήμα με την παρούσα εκδοτική προσπάθειά της να βαδίσει στα λογοτεχνικά μονοπάτια τα οποία και θεωρώ ότι πρέπει πάντοτε να παραμένουν ανοικτά –πέρα από τις οποιεσδήποτε κλίκες-, ώστε να δέχονται κάθε φορά την επίδραση των καινούργιων ποιητών και να πλουτίζουν με τη γόνιμη κατάθεση του ταλέντου τους σε στίχους.
   Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αποτελείται από 32 συνολικά ποιήματα, συγκινεί τον αναγνώστη και αγγίζει κάθε ψυχή που αναζητεί την ισορροπία της στα βαθιά νερά της ποιητικής ευφορίας. Ευφορία με την έννοια της ψυχικής ευεξίας αλλά και της άφθονης καρποφορίας. Εύφορη γη γίνεται η ποίηση διαμέσω της γραφής της ποιήτριας που αξιοποιώντας δυναμικά τον τίτλο: «Κέρινος Θίασος» -κυριολεκτικά και μεταφορικά-, συνθέτει ποιήματα με ποικιλία θεμάτων, αν και κυρίως περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα, με προσέγγιση όμως όχι ειδυλλιακή και ρομαντική ως ενατένιση περασμένων στιγμών, αλλά διδακτική, αφού το λογικό ισχυροποιείται έναντι του θυμικού κι έτσι εξάγονται γενικά και ωφέλιμα συμπεράσματα, οδοδείκτες προσωπικής ζωής οι οποίοι μπορούν να προστατεύσουν από τις κακοτοπιές, και ο πόνος, η απογοήτευση, τα λάθη, η διάψευση των ονείρων γίνονται ένα μεγάλο σχολείο. 
   Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Θεατρίνα», όπως και προς το τέλος της συλλογής το ποίημα με τίτλο «Μούμια» συντίθενται από την ποιήτρια σθεναρά, με τρόπο που η ψυχή κάθε γυναίκας διαθέτει το ειδικό βάρος και το ασυγκράτητο συναίσθημα για να κάνει την επανάσταση της, να αντιδράσει στην προσποίηση, στην υποχώρηση που επιλέγεται συνήθως ως επιθυμητή στάση, ώστε να γίνει κάποιος αρεστός ή να βρίσκεται σε αρμονική σχέση αποδοχής με τον κοινωνικό περίγυρο και τους κοινωνικούς θεσμούς. Στο πρώτο ποίημα, η Ζωή Μακρονάσιου παίζει έξυπνα με τις λέξεις δημιουργώντας σκόπιμα ασάφειες, αμφισημίες ή αλληγορίες, με τις εξής ομοηχίες, δηλαδή φωνητικές ομοιότητες: «Λήθη» με ήτα που σημαίνει τη λησμονιά –«λίθοι» με όμικρον γιώτα που σημαίνει τις πέτρες, αλλά παράλληλα και τόσο γραπτές ανομοιότητες που αυτές οι δύο λέξεις έχουν σε νοηματικό επίπεδο και δημιουργούν αναπόφευκτα στον αναγνώστη απρόβλεπτες αλληλουχίες σκέψεων. Το να ταυτίζεται ο αναγνώστης με την ποιητική σου περσόνα ή να τον οδηγείς κάπου αλλού, να προβληματιστεί πέρα από το φανερό νόημα του ποιήματος, αποτελεί και στοιχείο ποιητικής ικανότητας και δεξιοτεχνίας:

«Ψυχές
Εκτεθειμένες, έκθετες, έκφυλες, φαύλες
Παύλες.
Η ζωή στην καταμέτρησή της
Καταμεσής σε αρμαθιές από λάθη
Λήθη, λίθοι
Ένα θολό βάθος στη λήθη της θαλπωρής
Θήλυ
Θεμέλιο για ένα σθεναρό θύμα
Φωνάζει, θυμώνει, θέλει.
Θήλυ
Θηλάζει δήθεν ένα θεσπέσιο θαύμα θανάτου
Θωπεύει θρυμματισμένες θυσίες
Θέλει
Με δύναμη στο βάθος σε θαλερό βυθό
Δυνατή κι ανυπεράσπιστη
Πιστή ή άπιστη
Σωστή ή άσωτη
Μόνη
Δυνατή κι ανυπεράσπιστη».

   Στο ποίημα «Εν-τάσεις», η ποιήτρια χρησιμοποιώντας την κιμωλία επιλέγει το μαύρο. Αναρωτιόμαστε κιόλας γι’ αυτήν την επιλογή της, τη στάση ζωής της ή τη γενική οπτική της, που έχει να κάνει κυρίως με τη μη ευόδωση των ονείρων ή τη μη άντληση ευχαρίστησης από το παρόν, τις στιγμές που φεύγουν, που λιώνουν, τις κέρινες στιγμές που λιώνουν με τη φωτιά. Ποια φωτιά όμως, της ελπίδας και του πάθους ή τη φωτιά της απραξίας, της στασιμότητας η οποία καίει τα αποθέματα της ψυχής στο καμίνι του πόνου; Στην «Παράνομη Παραμονή» δίνεται άμεσα η εξήγηση:

«Μα το φταίξιμο άλλο
Πάντα φταις, πάντα λάθος
Καπηλεύει το πάθος
Άμυνά σου οι λέξεις
Σε παράνομο δέος
Παραμονή ιλίγγου».

   Στα ποιήματα με τίτλους: «Ανθίζω» και «Ακροθιγώς» είναι εύκολα διακριτοί οι νοηματικοί άξονες της γραφής της -τα όνειρα, ο πόνος και η αναγέννηση που ακολουθεί κάθε κύκλο ζωής. Επαναλαμβάνει συχνά μια λέξη που παίρνει το ρόλο του συμβόλου στην ποιητική της γραφή. Η πέτρα: Πέτρωμα μάλλον αλύγιστο – Πέτρινα όρια σμίλεψες – Βράχος ή πέτρα – Πέτρα στοργής – Πέτρινες χάντρες- Πετρώδες το έρεβος – Πέτρες, σμαράγδια, πετράδια. Η πέτρα έχει σκληρότητα, δύναμη, αιωνιότητα, δε σπάει, δεν είναι ευλύγιστη, δεν είναι δεκτική στις αλλαγές. Είναι βαριά, αν πέσει στη θάλασσα καταλήγει μ’ έναν γδούπο στον βυθό της. Επιπροσθέτως, φανερώνει την έλλειψη ευαισθησίας και συναισθηματισμού, τη μη επικοινωνία, τον σκληρό άκαρδο άνθρωπο, που ο σοφός λαός μας θέλοντας να τον περιγράψει λέει συνήθως γι’ αυτόν, ότι έχει καρδιά σαν πέτρα:

«Ανθίζω

Σκοπός νηνεμία
Βράχος ή πέτρα
Τα κοχύλια μου φέρ’ τα
Κι απαράμιλλα μέτρα
Χάιδεψέ μου τον πόνο
Κοίταξέ με φυτρώνω
Κι όλο ανθίζω στο πλάι
Με τα όνειρα ήλιο
Με τα όνειρα χώμα
 Ή νερό από τα χείλη
Μόλις πριν
Τόσα όνειρα ξένα
Τώρα πια…
Με τα όνειρα εσένα!».

   Στο ποίημα «Λεπίδες σ’ Ελπίδες», εκτός από τη λεπτή ειρωνεία και την πίκρα που αγγίζει τον σαρκασμό, η εύθραυστη, ευάλωτη ποιήτρια ντύνει τους στίχους της με μελαγχολία, η αιτία της οποίας μπορεί να βρίσκεται σε μία αποτυχημένη διαπροσωπική, για την ακρίβεια ερωτική σχέση:

«Μια στιγμή!
Δε θ’ αργήσω να σου πω καληνύχτα
Φεύγεις τώρα, μα ρώτα
Ρώτα εσύ
Πρώτα-πρώτα η φωνή σου λεπίδες
Δεν μιλάς
Δίνεις μόνον ελπίδες.
Μια ελπίδα που τρίζει
Τρεμοσβήνει ή τρίβει
Ενοχές με συντρίμμια
Εποχές για ψοφίμια
Εσοχές σε σκουπίδια
Κι ο ουρανός λιγοστεύει
Ούτε ήλιος ή νέφη
Το μυαλό σου μου γνέφει
Ισορροπίες κομμάτια
Στο μυαλό καληνύχτες
Εσύ γέρνεις την πλάτη
Είναι αργά για να μείνεις
Είναι ’κείνη η ανελέητη μήνις
Με λεπίδες σ’ ελπίδες
Λεπτεπίλεπτες Λήδες».

Κι εδώ βέβαια έχουμε την εμφάνιση ενός συμβόλου το οποίο δανείζεται η ποιήτρια από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Η Λήδα ήταν η βασίλισσα της Σπάρτης που ενώθηκε με τον Δία, όταν αυτός την ερωτεύτηκε και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε κύκνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόσο ωραία, ώστε την καταγωγή της διεκδικούσαν πλείστες χώρες της αρχαιότητας, όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία και η Κόρινθος.
   Στο ποίημα με τίτλο: «Λητώ», η ίδια η Λητώ γίνεται ακόμη ένα μυθολογικό σύμβολο. Η γυναίκα αυτή που κοιλοπονούσε επί εννέα ημέρες έχοντας στα σπλάχνα της τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, αφού την κυνηγούσε η ζηλιάρα Ήρα και έτρεχε κατάκοπη σε κάμπους, βουνά και θάλασσες για να γεννήσει τα δικά της παιδιά και παιδιά του Δία, αλλά ολόκληρη η γη αρνιόταν να τη δεχτεί γιατί φοβόταν την τρομερή εκδίκηση της Ήρας. Και τελικά ένα μικρό πλεούμενο νησί, φτωχό και άγονο, η Ορτυγία, έδωσε άσυλο στη δυστυχισμένη Λητώ και γέννησε επιτέλους ξαπλωμένη στη ρίζα μιας φοινικιάς, του μοναδικού δέντρου που υπήρχε στο νησί. Σύμβολο λοιπόν σωματικού και ψυχικού πόνου. Στο ποίημα αυτό, γίνεται πιο έντονη η διάθεση της ποιήτριας να παίξει με τις λέξεις, να δημιουργήσει ομοιοκαταληξίες (Λητώ με ωμέγα – λιτό με όμικρον – λινό – φόβο – φόνο – φόρο, μόνο, νόμο), με τη μονότονη επανάληψη του φωνήεντος «ο», δίνοντας στον αναγνώστη την ακουστική εντύπωση του εναγώνιου λυγμού της:

«Το φόρεμά της
Απέριττο και λιτό
Αέρινο και λευκό
Σαν το σώμα της
Λευκότης κρυστάλλινη
Λιτότης ανάλαφρη
Το φόρεμά της λινό
Το χτένισμά της λιτό
Το όνομά της Λητώ
Το βλέμμα της απατηλό.
Η διάστερη ομορφιά της
Πινελιά από φόβο
Σαν να εμπνέει τον φόνο
Τον δικό της τον φόρο
Που έχει χρόνια αποτίσει
Έχει χρόνια αποκτήσει
Μια παράξενη όψη
Και το μόνο που λέει
Το απερίγραπτο «όχι»
Τρία γράμματα μόνο
Τα προφέρει σαν νόμο
Στο λιτό πέρασμά της
Στο λιτό άγγιγμά της
Στο «Λητώ» άκουσμά της».

   Αν προσπαθούσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί η Ζωή Μακρονάσιου επιχείρησε να συγκεντρώσει και να εκδώσει τα ποιήματά της, η απάντηση θα ήταν αφ’ ενός μεν ότι η ενασχόληση με την ποιητική γραφή αποτελεί μια καλή ψυχοθεραπεία για τον δημιουργό σε περιόδους της ζωής του ιδιαίτερα επώδυνες και τραυματικές, ψυχική ανάγκη και λύτρωση από τα πάθη, αφετέρου δε εκείνο που συνιστά και τη δική μου άποψη, η πίστη της δηλαδή ότι διαθέτει  ταλέντο και θέληση να μοιραστεί τα συναισθήματά της και τις σκέψεις της με τους αναγνώστες της, ενώ αξίζει πραγματικά να δώσει τον μεγάλο και ανιδιοτελή αγώνα μπαίνοντας στην ομάδα των ανθρώπων που δεν αρκούνται στα υλικά αγαθά και τις ανέσεις, αλλά διψούν για ποιότητα ζωής και πνευματικά όνειρα, τροφοδότες ψυχής και όχι λιποτάκτες Ζωής… «Ζωής» με αρχικό κεφαλαίο γράμμα. Κι αυτό το καταφέρνει με αρκετά πρωτότυπο τρόπο, αφού οι στίχοι της κεντρίζουν νου και ψυχή και λειτουργούν πολλαπλώς στην πρόσληψή τους και κατανόησή τους, γεγονός που αποτελεί και την κορυφή της αισθητικής απόλαυσης. Να αντιλαμβάνεσαι το ποίημα με όλες σου τις αισθήσεις!!!
   Στο ποίημα «Θυμάμαι» γράφει: «Θυμάμαι ένα πηγάδι με όνειρα/ Σκοτεινό, μουχλιασμένο και σάπιο/ Όνειρα φρέσκα, παιδικά/ Όνειρα επίμονα/Επίμονα αισιόδοξα/ Επίπονα ματαιόδοξα». Όμως, η ποιήτρια φαίνεται στο τέλος να στεριώνει σε «όνειρα επίμονα και αισιόδοξα», αφού ολοκληρώνοντας το ταξίδι της εσωτερικής της αναζήτησης συμπεραίνει χωρίς επιφύλαξη, ότι εκείνα «τα άσπρα ξυλοπάπουτσα» του ποιήματος «Νύμφαι Ανύμφευτε» που φορούσε, την εμπόδιζαν να προχωρά μπροστά και το βλέμμα που είχε στο παρελθόν την έβλαπτε κι έπρεπε να αλλάξει τη θεώρηση της ζωής της για το καλό της.
   Θα τελειώσω την ομιλία μου αυτή, διαβάζοντας το ποίημα με τίτλο: «Εκλογικευμένο Συναίσθημα», όπου η ποιήτρια περιγράφει με όλο της το «είναι» τους ψυχικούς κραδασμούς που προκαλεί η έμπνευση και η λαχτάρα της αποτύπωσής της:

«Ένα ολέθριο κύμα
Μεσονύχτιο ποίημα
Η ανάγκη μεγάλη
Αγρυπνώ καρτερώντας
Συναισθήματα άλλα
Σαν εκείνα που σφύζουν
Την ψυχή κατακλύζουν
Και τον έλεγχο χάνω-
Αυθορμητισμό το φωνάζω
Δυστυχώς δεν τρομάζω
Παρορμητικώς ξεχειλίζει
Τη λογική ποιος ορίζει;
Μάχη σώμα με σώμα
Ξέρω…
Είμαι πάντα το πτώμα
Ανασταίνομαι
Φτάνω
Σε εξαίσιο πλάνο
Λογικές εκμαιεύω
Συναισθήματα ψέγω
Λογικεύομαι μήπως;
Με συναίσθημα… ίσως!».

02/09/2018

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής-συγγραφέας