Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2024

Πρόλογος του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για τη συλλογή διηγημάτων: «Ακρυλικό Τοπίο» της Εύας Λόλιου, Εκδόσεις Αμφικτυονίας Ελληνισμού, 2017.

 


Μία ανακάλυψη δημιουργεί πάντα ένα ευχάριστο και απρόσμενο κλίμα. Στη σημερινή εποχή, όπου οι λογοτεχνικές φωνές έχουν πληθύνει και τα εκδοτικά δεδομένα προσανατολίζονται κυρίως σε εμπορικά κριτήρια, μια φωνή που αποπνέει γλυκό άρωμα παλιάς εποχής και τρυφερό ρομαντισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρωχημένη, με την ελαφρότητα κάποιων κριτικών που έχουν αναγάγει τη λογοτεχνία σε σκαλοπάτι δημοσίων σχέσεων και προσωπικών επιδιώξεων.

Όμως εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση, και αισθάνομαι τυχερός που μπορώ να το βεβαιώσω αυτό, καθώς περιδιαβαίνοντας στα όμορφα γραπτά της Εύας Λόλιου -μιας καινούργιας συγγραφέως-, δεν ανακάλυψα μονάχα ένα αστείρευτο ταλέντο αλλά και μια ασυνήθιστη προσωπικότητα, που αγωνίζεται με οδηγό τις ηθικές της αξίες να καθιερωθεί στον λογοτεχνικό χώρο.

Τα πρώτα συγγραφικά της βήματα, μας δίνουν την ελπίδα πως στο μέλλον θα παρουσιάσει κάτι καλύτερο ακόμη, αφού προηγουμένως η δημιουργός ενισχυθεί με περίσσια αντοχή που προϋποθέτει η προσπάθεια της γραφής και η εξέλιξη σε διάφορους τρόπους έκφρασης.

Τα διηγήματά της, στολίδια ενός μικρόκοσμου -ευσύνοπτα και περιεκτικά, κυρίως ποιητικά και λυρικά πεζογραφήματα-, αναδεικνύουν όχι τόσο το εφήμερο της ζωής, όσο το αιώνιο. Γιατί κάθε περιπέτεια και κάθε ταξίδι, μας μαθαίνει, ενώ κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας- διηγήματος και των λέξεων-κυμάτων, βρίσκεται ο θησαυρός των ναυαγισμένων καραβιών-ο πλούτος των νοημάτων. Τραγούδι της μνήμης, γλυκό ή πικρό, που ακούγεται όμως αρμονικά με τον τρόπο που πλέκει τις λέξεις και πειραματίζεται παράλληλα σε πολλές θεματικές με σεβασμό πάντοτε στον αναγνώστη, στον απλό, καθημερινό και λαϊκό αλλά και στον πιο υποψιασμένο και εξοικειωμένο σε ανώτερες αναγνωστικές εμπειρίες άνθρωπο.

Φαίνεται πως το ανάλαφρο στοιχείο, δεν έχει θέση στη λογοτεχνική της ιδιοσυγκρασία. Δε θέλει να παρασύρει με περίτεχνες και παραστατικές περιγραφές σ’ έναν ύπνο γαλήνιο, αλλά χρησιμοποιώντας την ικανότητά της στην έκφραση των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών-ηρώων, να ξυπνήσει κάποιες χαμένες οάσεις στις ερήμους των θνητών που πελαγοδρομούν χωρίς ουσία στα αφώτιστα ακρογιαλιά της ψυχής.

Με «Αρώματα Συνείδησης» αναζητεί «τα ιερά χώματα της αλήθειας», με επίμονη διάθεση να υπηρετήσει τη φύση, τον άνθρωπο και τον Θεό, αγαπώντας και προσφέροντας ανιδιοτελώς τις ψυχικές, συναισθηματικές αντανακλάσεις και ευωδιές της, που βρίσκουν να ενώσουν τα σκόρπια θραύσματα ελπίδας σε κάθε πονεμένη ζωή. Συμπληρώνει το πολύχρωμο της ζωής σε ένα γόνιμο και φωτογενές «Ακρυλικό Τοπίο», όπου η ανάμνηση του αγαπημένου της παππού και ζωγράφου συνταιριάζεται με τη δική της λογοτεχνική πινελιά.

Αν ένας τόπος λατρεμένος, όπως τα Πευκάκια του Βόλου, έγινε στο παρελθόν το ασκητήριο της ψυχής και η κάθαρση του , η λατρευτή της θάλασσα που κυματίζει τον πόθο των ψαράδων για καλή ψαριά, μας φέρνει κοντά την οσμή ιδανικών στιγμών και ακέραιων πραγμάτων που κακώς λησμονήθηκαν και μας έλειψαν αρκετά στη σύγχρονη εποχή.

Ένας κόσμος, παλιός και τίμιος, ξετυλίγεται σαν κουβάρι, για να μας συνεπάρει η φίλη Εύα Λόλιου με τις αφηγήσεις της, τόσο όσο χρειάζεται για να της πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ που μας άγγιξε βαθιά, κι ότι πιο σύγχρονο και αναγκαίο αποκαλύπτεται μέσα στο λογοτεχνικό της βλέμμα, καθαρό και απέριττο, ώστε να αντλήσει αθόρυβα από τον βιαστικό κόσμο έναν ζωντανό ζωγραφικό πίνακα, ικανό να αποτυπώσει απηχήσεις ωφέλιμες, ψυχικές και νοητικές.

 

28/09/2016

 Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Συγγραφέας, ποιητής, βιβλιοκριτικός

 

 

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Κριτικό Σημείωμα για την ποιητική συλλογή «Διερμηνείς» της Χρύσας Μαστοροδήμου, Λάρισα, 2009 (Αναμνηστική δημοσίευση-το πρώτο εγχείρημα βιβλιοκριτικής του Λάσκαρη Ζαράρη).



Διερμηνείς· μία συλλογή που έρχεται να ταράξει τα τρίσβαθα της ψυχής. Διερμηνείς γιατί όσα νιώθουμε και μας συμβαίνουν απαιτούν εκείνο τον άνθρωπο τον ονειροπόλο, τον καταδικασμένο να μην «κοιμάται ποτέ».

Η Χρύσα Μαστοροδήμου δίνει τη δική της ερμηνεία μέσα από λιτούς αλλά γεμάτους στίχους, που σαν τη δροσερή βροχή έρχονται για να δροσίσουν την ηλιοκαμένη ύπαρξή μας. Ηλιοκαμένη από το ερήμην ταξίδι της, όταν δεν προσδοκά μία ουσία, μία διαφορετική ποιότητα στη μοναξιά. Παντού και πάντα παραμονεύουν οι «Αόρατοι εχθροί», αυτοί που καθημερινά αλλοιώνουν με τα αθέμιτα μέσα τους τον λυτρωτικό ρόλο της ποίησης στις ψυχές των ανθρώπων.

Διάβασα με προσοχή τα ωραία ποιήματα της Χρύσας Μαστοροδήμου. Βέβαια δεν είμαι ο κατάλληλος να μιλήσω γι’ αυτά αλλά θα πω λίγα λόγια, έτσι για να υπάρξει διάλογος, γιατί οι ποιητές χρειάζονται αυτή την υποστήριξη και το οξυγόνο της πνευματικής συνομιλίας.

Ένιωσα πως η ποίησή της είναι μία παύση στη σκληρή πραγματικότητα, παρόλο που τροφοδοτείται συνεχώς απ’ αυτήν και πλάθει μορφές ικανές να συγκινήσουν και μάλιστα σε βάθος. Με τους στίχους της ξεκινούν να ραγίζουν τα εύθραυστα σχήματα του γύρω κόσμου. Είναι πολύ σημαντικό να μη βλέπουμε πάντα το οφθαλμοφανές αλλά το αφανέρωτο και το κρυφό.

Το τραγούδι των στίχων της ποιήτριας ακούγεται δυνατό και αρμονικό, ηρεμεί με την αυτάρκειά του. Το πέπλο με το οποίο τυλίγει τα συναισθήματα και τα πράγματα είναι φτιαγμένο από απαλές χορδές, που πάλλονται όταν ενορχηστρώνει τα ποιήματά της, πετυχαίνοντας τον συνδυασμό εικόνων γεμάτων λυρισμό και αναπτύσσοντας μία «μελαγχολική στοχαστικότητα». Οι ανυποψίαστοι όμως, είναι εκείνοι που θα μείνουν ξεκρέμαστοι στο αύριο, γιατί δεν αναρωτήθηκαν ποτέ για τα μεγάλα και μικρά της ζωής, βολεμένοι στον ασφαλή ευδαιμονισμό τους.

Η Χρύσα Μαστοροδήμου μπορεί να «μιλάει» με ποικίλες γλώσσες γι’ αυτό το θαύμα· την ποίηση και να συνεισφέρει στην ποιητική τέχνη με ιδιαίτερη πολυχρωμία στην έκφραση. Η άποψή μου είναι ότι «δεν μεταφράζει καθόλου φάλτσα της ζωής το τραγούδι», όπως εκείνη γράφει στο ποίημα «Διερμηνείς». Για ν’ ανθίσει το μέλλον, αρκούν τα ερωτηματικά και η πίκρα του σήμερα. Πάντως, «Έχει αισιόδοξα μηνύματα να πει/ και τραγούδια όμορφα να μας τραγουδήσει», όπως σημειώνει στο ποίημα «Απογοήτευση». Όλα τα ξεπερνά στο ποίημα «Χειμωνιάζει», η έκφραση: «η μέρα γελά/ της ποίησης το ένδυμα ντύνεται».

Πάρα πολλά όμορφα ποιήματα που με άγγιξαν: Διερμηνείς, Αόρατοι εχθροί, Ελληνική γη, Παλαιστίνη, Απογοήτευση, Νύχτες, Νύχτα φθινοπώρου, Περιπλάνηση, Η Μυστική βροχή, Η λέξη, Στο τέλος…, Χειμωνιάζει, Η νιότη, Ελπίδα και άλλα…

Θα τελειώσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση με λίγους στίχους από το ποίημα «Άτιτλο»:

«επιστροφή

δεν υπάρχει

ίσως μόνο μια στροφή

μια στροφή προς τα μέσα».


Αυτό κυρίως επιδιώκουν όσοι ασχολούνται με τη συγγραφή ποιημάτων. Η «στροφή προς τα μέσα» είναι η εσωτερική όαση μας και η καταφυγή μας από το ανελέητο κυνηγητό της έξω ερήμου.

Ας κάνω μια ευχή· όλοι οι ποιητές του κόσμου να βρίσκουν πάντα την κατάλληλη γλώσσα για να μιλήσουν στις ψυχές μας, χωρίς ρητορείες και λέξεις λαμπερές. Η Χρύσα Μαστοροδήμου φαίνεται να ανακαλύπτει τον δικό της δρόμο μέσα από τη λιτότητα και την καθαρότητα του στίχου της.

Ένα ζήτημα που μένει ανοιχτό ακόμη και απασχολεί την πλειονότητα των απασχολούμενων με την ποίηση είναι, γιατί στις μέρες μας η επιρροή της ποίησης είναι πολύ μικρή, γιατί κανείς δεν αγοράζει ποιητικά βιβλία; Πρόσφατα επισκέφθηκα τους πάγκους της έκθεσης βιβλίου στην παραλία του Βόλου και πουθενά δεν είδα κάποια ποιητική συλλογή να φιγουράρει σε περίοπτη θέση. Μόνο σε ένα-δυο περίπτερα παρατήρησα κάποιες αξιομνημόνευτες αλλά «παροπλισμένες συλλογές» του Ελύτη, του Καρυωτάκη και λοιπών Ελλήνων ποιητών-κολοσσών. Πρώτη γραμμή προώθησης λοιπόν τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, τα οποία και αντιπροσωπεύουν κυρίως στο μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου των εκδόσεων, εμπορικά κριτήρια.

  

02/07/2010

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Νέα Αγχίαλος Μαγνησίας

  

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Κυκλοφόρησε η Ποιητική Συλλογή "Πύρρειος Νίκη" της Νότας Μαντά, Αυτοέκδοση, Ιούλιος 2024, σελ. 87


Βιογραφικό Σημείωμα Νότας Μαντά



Γεννήθηκα σ’ ένα πανέμορφο χωριό κοντά στην Αθήνα, τον Κάλαμο. Σπούδασα κλασική κιθάρα, ανώτερα θεωρητικά και αντίστιξη.
Μένω σ’ ένα αγρόκτημα, στο πατρικό μου σπίτι, με τη λατρεμένη μου κόρη Μάνια, τους 3 Ελληνικούς ποιμενικούς μας και τις 11 γάτες μας.

Καταλυτική ήταν η επιρροή του πατέρα μου, στη διάπλαση του χαρακτήρα μου και στη διαμόρφωση της φαντασίας μου. Ζώντας ο ίδιος με αγάπη για τη φύση, τα ζώα, τους ανθρώπους και τον Θεό, μας διηγούταν –σ’ εμένα και στις δύο αδελφές μου-, διάφορες ιστορίες με υπερφυσικά πλάσματα, που τις νύχτες γιγάντωναν τον φόβο μας αλλά και την περιέργεια μας για άλλους κόσμους, μυστηριακούς και μακρινούς!

Με αυτό το πρότυπο, άρχισε στην ηλικία των 12 ετών, να με ελκύει η ποίηση και να λατρεύω το έργο των Ελλήνων ποιητών. Τότε  συνάντησα στο νου και στην ψυχή μου τη μούσα μου, ν’ απαγγέλει σε μια πλούσια γλώσσα που οι  Θεοί  μάς χάρισαν γεμάτη λυρισμό, εικόνες και συναισθήματα! 
Η ποίηση μπορεί να ειδωθεί ως ένα διηνεκές ταξίδι, αλλά και ως μία επανάσταση με το αποτύπωμα των εμπειριών του καθενός μας.

Ο ποιητής  σαν τον λύκο βαδίζει μόνος  του στην ερημιά, κραυγάζοντας.
Εύχομαι
  η κραυγή μου  να ενωθεί με τις κραυγές των αναγνωστών μου, που άφησαν ανομολόγητες τις μύχιες σκέψεις τους και ανέκφραστους τους πόθους τους. 

 

Νότα Μαντά

Ποιήτρια




Πρόλογος για την ποιητική συλλογή «Πύρρειος Νίκη» της Νότας Μαντά





    Υπάρχουν έρωτες που σε οδηγούν σε ταξίδια πρωτόγνωρα, έρωτες που με τα αγγελικά φτερά τους σε κάνουν να νιώθεις, συναισθηματικά και ψυχικά παντοδύναμος, κι ας είσαι στην πραγματικότητα ένα απειροελάχιστο μόριο ύλης μέσα στην ολότητα του σύμπαντος. Υπάρχουν όμως και έρωτες, λιγότερο φωτεινοί, αν και μεστωμένοι με την αψάδα του πάθους, παραφυλάνε σε μία γωνία σαν αγρίμια, για να σε κατασπαράξουν και να γυμνώσουν την ψυχή σου από τα προστατευτικά της οχυρά. Έτσι, απομένεις ανασφαλής, μόνος και αιωρούμενος σε μία επικίνδυνη διαπάλη, όπου το φως και το σκοτάδι συμπλέκονται και το απαύγασμά τους είναι η σιωπή, ο πόνος, οι αιμάσουσες πληγές και ο τεμαχισμός της προσωπικότητάς σου σε ό,τι προστάζει η εμμονή ή η φυγή.

    Την άλλη πλευρά του έρωτα, την αρνητική ή σκοτεινή, όπου οι σχέσεις των δύο προσώπων -αντρός και γυναικός-, δεν είναι αμφίδρομες και επικρατεί η λογική της επικράτησης και της επιβολής του ενός στον άλλον, έρχεται να μας υπενθυμίσει η Νότα Μαντά με την ποιητική της συλλογή «Πύρρειος Νίκη». Με αυτή την ιστορική αναδρομή στην Αρχαία Ελλάδα, η ποιήτρια επιθυμεί να μας προσανατολίσει στο σημείο, όπου ο νικητής και ο ηττημένος είναι αμφίβολο αν στο τέλος της «μάχης του έρωτα» δεν καταμετράνε και οι δυο τους σημαντικές και βαθιές απώλειες...

    Η πολυγραφότατη σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια Νότα Μαντά, μας προσφέρει με την παρούσα έκδοση ένα δείγμα της ποιητικής της γραφής -απαλλαγμένο από τις μετρικές φόρμες των κλασικών ποιητών οι οποίες ανέκαθεν βασίζονταν στον διαχωρισμό ομοιοκατάληκτων στροφών-, χρησιμοποιώντας με ώριμο τρόπο την ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, δεν απομακρύνεται σημαντικά από τις καταβολές των παλιών αξιόλογων Ελλήνων ποιητών οι οποίοι «δούλεψαν» τον ελεύθερο στίχο, καθώς η επίδρασή τους φαίνεται να γονιμοποιεί με πλούσιους σπόρους το ποιητικό της έργο. Βαραίνει πάνω της -θαρρείς-, η παράδοση των ρομαντικών και μελαγχολικών ποιητών, αλλά η μελαγχολία εξισορροπείται με μία θαυμαστή εικονοποιΐα, προερχόμενη από τις παρακαταθήκες των «μεγάλων» Ελλήνων σουρεαλιστών ποιητών. Η φαντασία της Νότας Μαντά όμως, δεν αποτελεί μία επιπόλαιη προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά συνταιριασμένη με την ελεγχόμενη «αυτόματη γραφή» της, δημιουργεί λογικές αλληλουχίες, οι οποίες μεταφέρουν καίρια τα νοήματα των στίχων και μετουσιώνουν το προσωπικό όραμα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό όραμα.

    Ομολογουμένως, η αληθινή, γνήσια ποίηση δεν έχει ανάγκη τόσο από στιχουργικούς πειραματισμούς και ακροβατισμούς, όσο από μεταπλάσεις της πραγματικότητας, συμβατές με το προσωπικά βιωμένο και ποιητικά εκπεφρασμένο περιεχόμενο. Επομένως, ο χαρακτήρας του κάθε ποιητή παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του και στο κατά πόσο θα τον αποδεχτούν οι αναγνώστες του. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη Νότα Μαντά, η οποία ναι μεν αφομοιώνει διάφορα σύμβολα για να δομήσει την πλοκή του ενιαίου ποιήματός της (πρωταγωνιστές το «εγώ» και το «εσύ», μα και τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματά της), αφετέρου δε «άνοιξε τα φώτα του νου της» και συνέθεσε ένα τόσο συμπαγές και πυκνό ποιητικό κείμενο, με κινητήριος δύναμη τον πόνο, τη λύπη και την απογοήτευση, αλλά κυρίως με επίκεντρο το πάθος της στη βίωση αγνών συναισθημάτων, που απέναντί τους η άδικη μοίρα αρκετές φορές λιποψυχεί.

    Ίσως λοιπόν, κάποιοι από τους αναγνώστες αναρωτηθούν, πώς μπόρεσε εκείνη να «χωνέψει» τόσο πόνο και καημό, πώς μπόρεσε τελικά να αναστηθεί, ενώ έφτασε δίπλα της να «ανασαίνει» ο θάνατος, ο μέγας ακυρωτής των έργων του ανθρώπου και ο ακατάπαυστος γκρεμιστής της ψυχής; Η απάντηση είναι απλή και βρίσκεται στη λέξη «τόλμη». Ο έρωτας χρειάζεται απαραιτήτως τόλμη, ώστε να τον βιώσεις ουσιαστικά και αληθινά και να σε τραβήξει πέρα από τα όριά σου, ανακαλύπτοντας ακόμη και άγνωστες πτυχές του εαυτού σου. Αυτό συνιστά αναμφιβόλως την ποιητική persona της Νότας Μαντά, μαζί με τα πάθη, που -όπως είχε επισημάνει ο αείμνηστος φιλόσοφος Δημήτρης Λιαντίνης-, «μας ξεσηκώνουν το μεγάλο βούρλισμα της δημιουργίας και κάνουν την κούκλα γυναίκα, και το γεφύρι πέρασμα, και τον καλόγερο Παπαφλέσσα».

    Τα προηγούμενα λόγια φαίνεται να ερμηνεύουν κατάλληλα την ποίηση της Νότας Μαντά, και να εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την κινητοποίηση όλων των ευαίσθητων κεραιών της στη βίωση του μοναδικού και πανανθρώπινου ερωτικού συναισθήματος. Οι λέξεις και οι στίχοι της κυλάνε αβίαστα σαν το νερό του ποταμού ή εντυπώνονται σαν ζωηρές χρωματιστές πινελιές στον πίνακα του εσωτερικού υπαρξιακού της τοπίου. Καταλήγει σε μία ανηλεή ψυχική μάχη μέσα από έναν λαβύρινθο ευμετάβλητων και αντιθετικών συναισθημάτων. Το ελληνικό τοπίο, γενικά διαυγές και μεταφυσικό, αντανακλά με την εμφάνιση συχνά στους στίχους της συμβόλων της χριστιανοσύνης (ο Χριστός, οι σταυροί, τα ξωκλήσια, τα κυπαρίσσια και οι άγιοι), μία οδό σύγχρονου προσωπικού μαρτυρίου και ένα πλήρες, ενδοσκοπικό ψυχογράφημα, προκειμένου να βεβαιώσει την πίστη της στο λατρεμένο της πρόσωπο. Παρόλη την επαναλαμβανόμενη προσταγή της «Βιάσου» και την ελπίδα της επιστροφής του προσώπου που τρέφει μέσα στην ψυχή, στην καρδιά, στο νου και στο σώμα όλους τους πόθους της, η ποιήτρια γνωρίζει καλά ότι ο φόβος της να αργήσει εκείνος να επιστρέψει, είναι ταυτόσημος με τον φόβο να επιστρέψει, αλλά τότε να τον έχει ήδη θρηνήσει και ενταφιάσει ολοκληρωτικά. Δηλαδή, σταδιακά να έχει θεραπεύσει τις ανοικτές πληγές της και να έχει δημιουργήσει μία ανθεκτική ασπίδα για τον εαυτό της, ώστε η ανάκληση της μνήμης να λειτουργεί εξιλεωτικά ή μία τυχαία συνάντηση με το αγαπημένο της πρόσωπο να μην προκαλεί πλέον αρνητικά και επώδυνα συναισθήματα. Εντούτοις, η μνήμη δεν «ξεθωριάζει» εύκολα και η διαδρομή της έντονης διαπάλης δεν μπορεί να υποβιβάσει έναν ιδανικό και ουράνιο έρωτα σε γονυπετή και χθόνιο. Εκείνο που μένει να εντυπωθεί δυναμικά τις ώρες της μοναξιάς, είναι η προσωπική νίκη της ποιήτριας εναντίον όλων εκείνων των νυχτερινών δύσμορφων θεριών, με τη συνδρομή μάλιστα του προσωπικού της αγγέλου-προστάτη.

    Τέλος, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το ποιητικό βιβλίο της Νότας Μαντά μπορεί να αναγνωστεί είτε ως ενιαίο ποίημα είτε ως ποιητική συλλογή την οποία συνέχει ένα κοινό θέμα και τα επιμέρους ποιήματα δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους τόσο από πλευράς τεχνοτροπίας όσο και από πλευράς περιεχομένου. Αν δεχτούμε την δεύτερη άποψη, τότε είναι απαραίτητο να εντοπίσουμε μία χαρακτηριστική διαφοροποίηση έναντι των υπολοίπων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών: δεν τιτλοφορεί κανένα ποίημα του βιβλίου της. Αυτό δεν συνιστά επ’ ουδενί αδυναμία έμπνευσης και επινόησης, αλλά σαφώς υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης της ποιήτριας να κατευθύνει τον αναγνώστη στην ουσία κάθε ποιήματός της, εφόσον δεχτούμε το επιχείρημα ότι οι τίτλοι συμπυκνώνουν τις ιδέες των ποιημάτων και συνήθως αποτελούν τροχοπέδες στην δεύτερη ανάγνωσή τους, στην ερμηνεία τους και την κατανόησή τους.

    Κατά τα άλλα, εξάγουμε το εύλογο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα άβατο και δυσεξήγητο ποιητικό σύμπαν, αλλά με ποίηση αληθινή, καθόλου ανώδυνη και απροβλημάτιστη, η οποία εκπέμπει ευρέα και βαθιά νοήματα, ενώ στο κέντρο της τοποθετεί τον άνθρωπο που υποφέρει. Αν και η αίσθηση που θα αφήσει στους περισσότερους αναγνώστες, θα είναι ένα βάρος στο στήθος, άλλωστε ένα δράμα παίχτηκε μπροστά στα μάτια μας, που όμως στο τέλος του κάνει την εμφάνισή του ο «από μηχανής θεός», με την εκδοχή όχι ενός εξωτερικού γεγονότος το οποίο οδηγεί στην «αριστοτέλεια κάθαρση», αλλά μίας «εσωτερικής» συνειδητοποίησης της απώλειας του αυθεντικού εαυτού. Ηχεί η προτροπή στο άπειρο του χρόνου, με τους εξής καθάριους στίχους:

 

«Σήκω ψυχή μου, αρκετά ορφάνεψες,

η θλίψη σού σκέπασε τα μάτια με βουνά,

σήκω ψυχή μου και μεγάλωσε,

ξύσε με τις οπλές σου τη γη, χλιμίντριζε!».

 

 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ποιητής-συγγραφέας-βιβλιοκριτικός 

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Ομιλία του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για το αισθηματικό μυθιστόρημα της Μαρίας Μητσιούλη: «ΖΩΗ... η ζωή μου!!!», σελ. 187, Εκδόσεις Πηγή, Ιούλιος 2018.



Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019, Public, Βόλος

   Αγαπητές κυρίες, αγαπητοί κύριοι καλησπέρα σας. Βρισκόμαστε εδώ, αρκετοί ποιητές, συγγραφείς και λογοτέχνες, αλλά και φίλοι του βιβλίου, για να τιμήσουμε με την παρουσία μας τη Λαρισαία συγγραφέα κυρία Μαρία Μητσιούλη. Μαζί με τον εξαίρετο συνάδελφο στις διαδρομές του ποιητικού και πεζού λόγου κύριο Γιάννη Ζαραμπούκα και μαζί με την τιμώμενη και παρουσιαζόμενη σήμερα στο κοινό του Βόλου συγγραφέα μας, θα προσπαθήσουμε να ανοίξουμε ο καθένας μας με τη δική του κριτική ματιά, μία μικρή πόρτα ή ένα παράθυρο στο οικοδόμημα του μυθιστορήματος. Πρώτα απ’ όλα θα κοιτάξουμε με σεβασμό και αγάπη την προσπάθειά της, παρόλο που με το παρόν μυθιστόρημά της με τίτλο: «ΖΩΗ… η ζωή μου!!!» κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα αυτή με έργο αξιώσεων και αυτοτελές. Το λογοτεχνικό υλικό όμως που φυλάσσει στα συρτάρια της δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, διηγήματα και νουβέλες που μάλιστα τής απέφεραν αρκετές σημαντικές διακρίσεις σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
   Θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της που βρίσκεται στις σελίδες 53-54: «Βίωνε δυστυχία. Δυστυχία και κατάθλιψη. Όλα ήταν εκείνος. Χωρίς εκείνον, υπήρχε μουντάδα. Δεν υπήρχε αύρα, ούτε ήλιος που να είναι ζεστός. Δεν υπήρχαν εικόνες στη μέρα, παρά μόνο θολό τοπίο. Δεν μπορούσε να το διαχειριστεί, ούτε να το εξελίξει. Έκανε όμως προσπάθειες. Δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό. Έπεισε τον εαυτό της ότι είναι καλά. Ότι μπορεί και χωρίς τον Άρη. Ότι όλα είναι θέμα μυαλού και σωστού καταμερισμού συναισθημάτων! Πήρε αποφάσεις και στάθηκε στα πόδια της. Ο τρόπος της ισορροπίας της ίσως να μην ήταν τόσο ορθός, αλλά λίγο την ένοιαζε! Αυτό που την αφορούσε ήταν να προχωρήσει. Το όφειλε στον εαυτό της και κυρίως στους δικούς της. Στην οικογένειά της, που τη στήριξε».
   Παρακολουθούμε εδώ μία περιγραφή που κάνει η συγγραφέας για την πρωταγωνίστριά της τη Ζωή, η οποία είναι έντονα ψυχογραφική και δείχνει τις συναισθηματικές αντιθέσεις της ηρωίδας της. Η περιγραφή αυτή ακολουθεί ένα επεισόδιο του βιβλίου, όπου γίνεται μία συνταρακτική αποκάλυψη που σημαδεύει την ψυχολογία της Ζωής αλλά και εξελίσσει την πλοκή με γρήγορους ρυθμούς, ενώ παράλληλα μάς δίνει στοιχεία από τον χαρακτήρα της με τον οποίον μπορεί κάθε γυναίκα να ταυτιστεί. Η Ζωή καθίσταται ως μυθιστορηματικό πρόσωπο γήινη, άμεση, βατή, συνηθισμένη, πιστευτή και λειτουργική. Επιπροσθέτως, σκιαγραφείται από τη συγγραφέα με μεγάλο συναισθηματικό και ψυχικό πλούτο, που για να φανερωθεί χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια, το επιδέξιο χέρι που θα αγγίξει την πρωταγωνίστρια με στοργή και τρυφερότητα, μα και το χέρι που θα χαράξει πληγές στο δέρμα της, περισσότερο στην ψυχή της. Αυτός θα είναι και ο κυριότερος λόγος για να φτάσει μία όμορφη, ευαίσθητη, ταλαιπωρημένη, εξαρτημένη από τα πάθη της, μα και επαναστατική γυναίκα στην αυτοκριτική και στην αυτογνωσία, αρνούμενη να ζήσει με τον υποκριτικό τρόπο της επαρχιακής ζωής με τον οποίο συμβιβάζονται οι περισσότεροι άνθρωποι και μετατρέπονται όχι σε πρωταγωνιστές, αλλά κομπάρσοι της ίδιας τους της ζωής... Σε όλη αυτή τη διαδικασία, είναι καταλυτική στην ψυχολογία της Ζωής η παρουσία και η απουσία ακόμη του Άρη, ενός άκρως εγωιστή ανδρός, ο οποίος αντλεί ικανοποίηση από τη ζωή του όταν αποκτά εξουσία στους γύρω του ανθρώπους.
   Αυτό γενικά είναι το μοτίβο στο οποίο υπακούει ολόκληρη η ιστορία με μια αξιοθαύμαστη ισορροπία των δραματικών γεγονότων και των ψυχοσυναισθηματικών αλλαγών της πρωταγωνίστριας, μοτίβο που μας επιτρέπει να προβληματιζόμαστε και να θέτουμε ερωτήματα αναλογιζόμενοι τη δική μας ζωή, τι λάθη κάναμε και ποιες ευκαιρίες χάσαμε αντιμετωπίζοντας καταστάσεις με δειλία και αναποφασιστικότητα.




   Βέβαια, δεν θα έφταναν δύο μόνο ενδιαφέροντες και δυναμικοί χαρακτήρες, για να νιώσει δικαιωμένη η συγγραφέας μας από το λογοτεχνικό αποτέλεσμα και την αποδοχή του στο ευρύ κοινό, όσο και αν τους παρουσιάζει με επιδεξιότητα και φανερώνει με αδρές πινελιές τόσο τη φωτεινή τους πλευρά όσο και τη σκοτεινή τους... Όσο και αν μέσα από τις σκέψεις τους και τις πράξεις τους βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, έστω μερικώς, και επανεξετάζουμε ή ακόμη αναθεωρούμε κάποιες σταθερές ή κόκκινες γραμμές της ζωής μας. Το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος προσελκύει κατά γενική ομολογία το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους αναγνώστες εν σχέση με τη νουβέλα και το διήγημα και κατά συνέπεια λοιπόν ούτε μια καλή ιδέα θα αρκούσε, ούτε μια ενδιαφέρουσα ιστορία, για να αισιοδοξεί ο συγγραφέας ότι θα επιτύχει τον στόχο του απλά με μία συνταγή. Η Μαρία Μητσιούλη κερδίζει το στοίχημα που υποθέτω ότι έθεσε πριν πέντε χρόνια όταν ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, πραγματώνοντας ουσιαστικά τις προθέσεις της εξαιτίας της πρωτοτυπίας της να παρουσιάζει μία καθόλου συνηθισμένη μορφή αγάπης, παράξενης όμως και υπαρκτής... Διαβάζοντας το βιβλίο της, έζησα μία όμορφη αναγνωστική εμπειρία, όπως και κάθε άλλος αναγνώστης -πιστεύω-, θα νιώσει παρόμοια συναισθήματα με μένα πέρα από τις προσωπικές επιλογές του και αρέσκειες του. Θα αναγνωρίσει το πολύ καλό αποτέλεσμα, καθώς η αγωνία που προκαλεί η ανάγνωση είναι μεγάλη και οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη, ταξιδεύουν τις σκέψεις και μαγεύουν τις αισθήσεις...
   Η δεκαεννιάχρονη Ζωή και ο εικοσιεφτάχρονος Άρης ανακαλύπτουν και μαθαίνουν μέσα από την ερωτική τους σχέση ο ένας τον άλλον, τείνουν να ξεπεράσουν τα όρια τους, αναζητώντας το πραγματικό και αληθινό νόημα της αγάπης με έντονες επιθυμίες, επιτακτικές ανάγκες, φλογερά συναισθήματα, εύλογες προσδοκίες και αναζωογονητικά όνειρα, με σκοπό την ιδανική συντροφική σχέση που θα φέρει στο νου γαλήνη, στην ψυχή ευτυχία και στο σώμα πάθος και ταραχή.
   Θεωρώ όμως ότι από την πλευρά της Ζωής, οι προθέσεις της είναι αγνές και λιγότερο ωφελιμιστικές, αλλά εν πάση περιπτώσει ο καθένας μας οφείλει να δώσει τις δικές του απαντήσεις για το τι είναι αγάπη και έρωτας και για ποιον λόγο ορισμένες φορές συμβαίνει να επιδιώκουμε αυτό που μας σκοτώνει και όχι αυτό που μας ανασταίνει...


   Στη σελίδα 7 μόλις του βιβλίου, η συγγραφέας αναρωτιέται για τον ορισμό της αγάπης και τα όριά της, ακόμη και για το χρώμα της, ανησυχίες που με κάνουν να θυμηθώ τα λόγια ενός εξαίρετου βιβλίου με τίτλο: «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος» του Αμερικανού ψυχιάτρου και ψυχοθεραπευτή Δρ. Σκοτ Πεκ:
   «Η αγάπη είναι πάρα πολύ μεγάλη, πάρα πολύ βαθιά για να μπορέσει ποτέ να κατανοηθεί ή να μετρηθεί ή να περιοριστεί στο πλαίσιο των λέξεων. Από τη μεριά μου, ωστόσο, τολμώ να δώσω ένα μοναδικό ορισμό της αγάπης, και πάλι με πλήρη επίγνωση ότι πιθανόν σε κάποιο σημείο ή σε κάποια σημεία να είναι ατελής. Ορίζω την αγάπη έτσι: Η θέληση του ανθρώπου να επεκτείνει τον εαυτό του με σκοπό να καλλιεργήσει τη δική του, ή ενός άλλου, πνευματική ανάπτυξη.        
   Η αυθεντική αγάπη είναι βουλητική και όχι συναισθηματική. Το πρόσωπο που αληθινά αγαπά το κάνει επειδή πήρε μιαν απόφαση να αγαπά. Αυτό το πρόσωπο έχει αναλάβει μιαν αυτοδέσμευση να είναι στοργικό, άσχετα με το αν υπάρχει ή όχι το συναίσθημα της αγάπης. Η γνήσια αγάπη είναι ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας, της χωριστής ταυτότητας του αγαπημένου.
   Η πράξη της επέκτασης των ορίων μας προϋποθέτει προσπάθεια. Επεκτείνουμε τα όριά μας μόνο όταν τα υπερβαίνουμε, και η υπέρβαση των ορίων απαιτεί προσπάθεια. Όταν αγαπάμε κάποιον, η αγάπη μας γίνεται ευκολοαπόδεικτη ή ουσιαστική μόνο με την άσκησή της -με το γεγονός ότι γι’ αυτόν τον κάποιον (ή τον εαυτό μας) κάνουμε ένα παραπάνω βήμα ή βαδίζουμε ένα παραπάνω χιλιόμετρο».
   Υπό αυτό το πρίσμα των λόγων του Σκοτ Πεκ, ίσως δούμε με μία διαφορετική οπτική τα τεκταινόμενα του μυθιστορήματος της αγαπητής φίλης Μαρίας Μητσιούλη ή επιχειρήσουμε μία δεύτερη ανάγνωση. Άλλωστε, το μυθιστόρημά της μάς προϊδεάζει στο να το κάνουμε, αφού η συγγραφέας οργανώνει σοφά το υλικό της, δηλαδή τις σκέψεις της για την εξέλιξη των ηρώων της, τους μονολόγους και τις ιδιαίτερες περιγραφές κάποιων σημαντικών σκηνών δράσης.
   Τεχνικά δεν αφήνει κενά και η ροή του λόγου της είναι κανονική, με σωστή και στρωτή αφήγηση, με κινηματογραφική ακρίβεια και κομμένη ανάσα. Τα μοναδικά κενά που αφήνει σκοπίμως είναι στο εννοιολογικό επίπεδο, στις σχέσεις των πρωταγωνιστών μεταξύ τους, αλλά και με τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου, την αμφιλεγόμενη συμπεριφορά τους, τις προθέσεις τους που υποκρύπτονται συχνά, ενώ κάποιες στιγμές τις υποψιαζόμαστε μέσα από καμουφλαρισμένα λόγια, ή με σιωπές στο ενδιάμεσο των ζωντανών και παραστατικών διαλόγων που παραθέτει η συγγραφέας.
   Η ιστορία μάς προσφέρει την ευκαιρία να αξιολογήσουμε τη στάση των ηρώων πάνω στο διαχρονικό και παγκόσμιο θέμα της αγάπης και του έρωτα, να θέσουμε ερωτήματα ή να δώσουμε τις δικές μας λύσεις σε προβλήματα που προκύπτουν όταν ο έρωτας είναι σφοδρός και παθιασμένος, ώστε να πνίγει και να καταστρέφει την αγάπη ή να δώσουμε απαντήσεις σε περίπτωση που ατονήσει ή παρέλθει ο έρωτας, τότε τι γίνεται με την αγάπη; Θα υπερισχύσει απέναντί του ακόμη κι εάν χαθεί η σωματική πλευρά μιας ερωτικής σχέσης και αφαιρεθεί κατά συνέπεια η νοστιμιά της;


   Συμπερασματικά, η συγγραφέας Μαρία Μητσιούλη δημιουργεί τις ικανές συνθήκες με τις λέξεις της και τον χειρισμό του λόγου της. Κινείται στο κατάλληλο κλίμα, ώστε εμείς οι αναγνώστες να νιώσουμε ότι όλα όσα διαβάζουμε και μάς αφηγείται η συγγραφέας θα μπορούσαν να συμβούν μόνο σε αυτό το οικογενειακό, κοινωνικό και επαρχιακό περιβάλλον που εκείνη μάς περιγράφει με τον μοναδικό της τρόπο. Μέσα από αυτή την ιδανική και ταιριαστή ατμόσφαιρα αναδύεται η πρωταγωνίστρια, η Ζωή, με κύριο μέλημά της να κατανοήσουμε απόλυτα τον καθημερινό της αγώνα, τις συγκρούσεις των «θέλω» της με τα «πρέπει» της και την ανάγκη της να ξεφύγει από κάποια στερεότυπα που καταδυναστεύουν τη γυναικεία φύση της, κάνοντας την επανάστασή της για να κερδίσει ή να πάρει πίσω όσα της στέρησε η ζωή της... όλα τα χαμένα, που οφείλει να της επιστρέψει. Θαυμάζουμε την ειλικρίνειά της, μόνο που το μέλλον αρκετές φορές αντί να σβήνει πληγές, φέρνει καινούργιες...
   Επίσης, θα πρέπει να τονίσω ότι η Μαρία κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι και το τέλος του βιβλίου και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι νέες εξελίξεις της πλοκής εναρμονίζονται με την ανάγκη του αναγνώστη να αφομοιώνει τις νέες πληροφορίες, πληροφορίες από τη ζωή των ηρώων της τις οποίες δίνει η συγγραφέας σταδιακά και χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη της. Το ότι στο βιογραφικό της σημείωμα αυτοπροσδιορίζεται ως ρεαλιστική παραμυθού δεν αποτελεί αβασάνιστη κρίση, αλλά τεκμηριωμένη αλήθεια εξαιτίας της καλοδουλεμένης γραφής της.
   Συγχαρητήρια αγαπητή Μαρία για το πρώτο σου πνευματικό παιδί, που εύχομαι να γεμίσει τις ψυχές πολλών αναγνωστών, γιατί το αξίζει πραγματικά με τη συναισθηματική και ψυχολογική ποικιλία που του έχεις δώσει... Αποτελεί αναμφίβολα επένδυση ψυχής και προσφορά αγάπης του δημιουργού προς το καλλιτεχνικό δημιούργημά του.
   Τελειώνοντας την ομιλία μου, θα ήθελα να σου απευθύνω την εξής ερώτηση, γιατί αποτελεί και προσωπική μου απορία: «Για ποιον λόγο επέλεξες να ξεκινήσεις εκδοτικά την ατομική σου συγγραφική δραστηριότητα με ένα μυθιστόρημα και όχι με μία νουβέλα ή μία συλλογή διηγημάτων;».

20/02/2019

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής - Συγγραφέας

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

«Μια αλφαβήτα δρόμος», κείμενα έγκλειστων εκπαιδευομένων, Δομοκός 2018, APICCO ΚΟΙΝ .Σ. Επ.




   Κρατάω στα χέρια μου ένα εντελώς ξεχωριστό βιβλιαράκι 89 σελίδων, έργο συλλογικό ανθρώπων, που ο εγκλεισμός τους στη φυλακή επέδρασε θετικά ώστε ν’ ανακαλύψουν ξανά τον εαυτό τους και να προσπαθήσουν ν’ «αποδράσουν» δημιουργικά μέσω της σκέψης και της γραφής. Δεκαεφτά νέοι συγγραφείς, που αξιοποιώντας μια δύσκολη περίοδο της ζωής τους, ανοίγουν ορίζοντες εκεί που δεν υπάρχουν και το αγκαθωτό συρματόπλεγμα γίνεται εφαλτήριο για άλλους δρόμους, πρωτόγνωρους...
   Οι συγγραφείς του βιβλίου συνέθεσαν τα κείμενά τους και αποτύπωσαν τις σκέψεις τους, άλλοι με μεγαλύτερη ικανότητα, άλλοι με λιγότερη ικανότητα, δεν έχει σημασία... αφού εκείνο που έχει πρωταρχική αξία είναι κατά πόσο ωφελείται η ψυχή μέσα απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, κι έπεται η τριβή με την γραφή και η εξάσκηση για την αξιοποίηση κάποιου ταλέντου ή η απόκτηση υφολογικών ή συγγραφικών δεξιοτήτων. Άλλωστε, ο χρόνος θα δείξει πόσο θα έχουν ωφεληθεί οι κρατούμενοι από τα μαθήματα της δημιουργικής γραφής και πόσο αυτά θα τούς έχουν βοηθήσει στην ελεύθερη κοινωνική τους ζωή, όταν με το καλό θα έχουν αποφυλακιστεί.
   Όλα τα κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο αποτελούν τα αποτελέσματα των μαθημάτων, συγγραφικές δοκιμές των κρατουμένων που μαθήτευσαν στο 1ο Σ.Δ.Ε. Φυλακών Δομοκού (Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας), υπό την καθοδήγηση της Καλλιόπης Κ. Πασιά, επιστημονικά υπεύθυνης στη δημιουργική γραφή. Το βιβλιαράκι χωρίζεται σε εφτά ενότητες με τίτλους, οι οποίοι και προκαλούν την έμπνευση των ενήλικων κρατουμένων.


   Ο Αλέξανδρος γράφει στη σελίδα 36 του βιβλίου, με έντονο ρομαντισμό και ενδεικτική ποιητικότητα:
   «Πώς μυρίζει η αγάπη; Πώς μυρίζει το φιλί; Πώς μυρίζει η ψυχή; Πώς μυρίζει το σ’ αγαπώ; Είναι η μυρωδιά από τα φύλλα και το βρεγμένο χώμα, είναι η βροχή όταν σταματήσει, είναι η ανάσα σου στο τζάμι και οι καρδιές που ζωγραφίζεις και θέλεις να αποφύγεις και δεν το κάνεις, είναι το χέρι στο λαιμό της αγαπημένης σου, να τον χαϊδεύεις απαλά, τόσο, που νιώθεις τους χτύπους της καρδιάς της, είναι τα μάτια που σε καρφώνουν, είναι τα χείλη που λένε τόσα πολλά χωρίς να πουν λέξη, είναι το δέρμα και το σώμα, που η μυρωδιά γίνεται οικεία και απαραίτητη».
   Ο Θεόφιλος γράφει στη σελίδα 78 του βιβλίου, τολμώντας να συνθέσει ένα κείμενο με ευρύτερα νοήματα και αρκετή φαντασία. Του δίνει μάλιστα και τίτλο:
   «Μην με κοιτάς ανθρωπάκο, δούλευε...».
   «Στο έτος 2015 η κοινωνία άλλαξε. Ειδικά στη Νέα Υόρκη χωρίστηκαν οι άνθρωποι στους υψηλούς και τους χαμηλούς (υπόγειους). Έτσι και ο κος Ντένις δουλεύει σε μεγάλη επιχείρηση που ασχολείται με τον ηλεκτρονικό κόσμο, αλλά δεν είναι αφεντικό κανενός, κι αυτό τον στεναχωρεί, τον θυμώνει, τον κάνει να ζηλεύει, να φθονεί όλους αυτούς που είναι από πάνω του, αλλά δεν μπορεί να τους το δείξει. Και έτσι κάθε πρωί σηκώνεται με θυμό, κακία, που θα την βγάλει προς τα έξω. Μα στην 5η λεωφόρο, εκεί, δουλεύει ένας χαμηλός, ο Στεφάν. Καθαρίζει και γυαλίζει παπούτσια. Είναι πάντα στεναχωρημένος. Έχει μάθει να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα παπούτσια που φοράνε και ανάλογα με αυτά που βλέπει χαμογελάει ή λέει καλημέρα. Ή απλά δεν λέει τίποτε. Ξέρει. Είναι 9 το πρωί και περιμένει τον τσαντίλα. Νάτος, ήρθε. Βάζει το πόδι του στη βάση για το γυάλισμα. Πάει να πει καλημέρα ο Στεφάν, αλλά σήμερα ο Ντένις σηκώθηκε περισσότερο στραβά από τις άλλες μέρες και τον κόβει, λέγοντάς του: «Μην με κοιτάς, ανθρωπάκο. Μην μου μιλάς, απλά δούλευε, υπόγειε, παρασιτικό στοιχείο». Σκύβει ο Στεφάν με λύπη, γιατί δεν πιστεύει τίποτε από όλα αυτά. Σκέφτεται: «Τι θέλω και δουλεύω εδώ, δεν πρέπει να δουλεύω εδώ».
   Παρουσίασα εδώ προηγουμένως δύο κείμενα συγγραφέων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρκετά άλλα αξιόλογα. Απεναντίας, είναι πάρα πολλά τα κείμενα που συγκινούν τον αναγνώστη είτε με την απλότητά τους και την ειλικρίνειά τους, είτε με την εκφραστική δύναμη και παραστατικότητα των περιγραφών που γίνονται, είτε με αρετές που κάλλιστα μπορούν να δουλευτούν στην πορεία και να αναδείξουν ίσως κάποιους καινούργιους συγγραφείς. Τους το εύχομαι ολόψυχα...
   Συγχαρητήρια στους δασκάλους και ιδιαίτερα στην Καλλιόπη Κ. Πασιά για το πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Η δυσκολία βέβαια για τους δασκάλους -όπως αναφέρεται στην εισαγωγή-, ήταν ότι άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο, ένα κράμα εθνικοτήτων, φυλών και θρησκειών θα έπρεπε φτάσουν όσο πιο κοντά στον καλύτερο εαυτό τους, δεδομένου του προβλήματος ότι πολλοί από τους μαθητές γνώριζαν ελάχιστα από την ελληνική γλώσσα.

29/12/2018
  
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Υπάλληλος Υ.Δ.Δ.ΑΔ.-Ποιητής-Συγγραφέας

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Ομιλία του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για το ερωτικό ψυχογράφημα της Ιωάννας Γκανέτσα: «Το άνθος της Ζωής», σελ. 264, εκδόσεις Νίκας, Αθήνα 2018.




Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018, Filippou café classique, Βόλος.

Αγαπητές κυρίες, αγαπητοί κύριοι καλησπέρα σας. Bρισκόμαστε εδώ, αρκετοί φίλοι: ποιητές, λογοτέχνες, αναγνώστες του καλού λογοτεχνικού βιβλίου για να τιμήσουμε με την παρουσία μας τη Λαρισαία συγγραφέα Ιωάννα Γκανέτσα. Θα κάνω κάποιες σημαντικές διαπιστώσεις, από τη θέση του αναγνώστη που διάβασε το πρώτο βιβλίο της Ιωάννας και επιχείρησε μία κριτική παρουσίαση στο προσωπικό του μπλογκ: «Παράθυρο στα όνειρα».

«Ο έρωτας δε θέλει τίτλο» ήταν η πρώτη παρουσία τής συγγραφέως στα ελληνικά γράμματα το έτος 2014 και μάλιστα επιτυχημένη, με ένα βιβλίο που απαρτιζόταν από άρθρα και σύντομα διηγήματα με κεντρικό άξονα τον έρωτα. Στη δεύτερη εκδοτική της απόπειρα υπό τον τίτλο: «Το άνθος της ζωής», ξεφεύγει από τη μικρή λογοτεχνική φόρμα και δοκιμάζει τις δυνάμεις της στα ανοιχτά και βαθιά νερά μιας πολυσέλιδης και ενιαίας ιστορίας. Ταξιδεύει τους αναγνώστες της με παραστατικότητα στις περιγραφές των χώρων, τόπων, συναισθημάτων και σκέψεων των ανθρώπων, με ζωντάνια στους διαλόγους, αν και όσα λέγονται από τα πρόσωπα της ιστορίας δε σβήνουν ούτε στιγμή αλλά συνεχίζουν να μας ακολουθούν μέχρι το τέλος του βιβλίου με τη σημασία και την αξία των ψυχολογικών και φιλοσοφικών παρατηρήσεων στο διαχρονικό θέμα του έρωτα.

Η συγγραφέας γοητεύει τους αναγνώστες της κι αυτό οφείλεται στην έφεσή της για ψυχολογική διερεύνηση, καθώς και στην ικανότητά της να βιώνει με ένταση πνευματικές και συναισθηματικές καταστάσεις, ακόμη και όταν "κομματιάζεται" υιοθετώντας συμπεριφορές προσώπων, που είναι ξένες και μακριά από τα δικά της χρονικά, τοπικά, εθνικά, πολιτιστικά και φυλετικά δεδομένα. Τα καταφέρνει όμως με μεγάλη επιτυχία, λόγω της ενσυναίσθησης που τη διακρίνει, παρασυρμένη κιόλας από τη μαγεία της ανακάλυψης ενός άγνωστου μα ζωτικού χώρου. Τολμάει και επιλέγει ως κεντρικό αφηγητή της ιστορίας έναν άντρα, ερευνητή γεωπόνο, που αποφασίζει να φύγει από την Ελλάδα για να εργαστεί στον Βασιλικό βοτανικό κήπο του Εδιμβούργου της Σκωτίας. Καταφέρνει να μπει στο πετσί του ρόλου του πρωταγωνιστή ονόματι Οδυσσέα, να τον κατανοήσει πλήρως και το κυριότερο… να μην υπάρξει η παραμικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε να την προδώσει, ότι δηλαδή αυτό το βιβλίο το έγραψε γυναίκα και όχι άντρας... Μόνο το όνομά της στο εξώφυλλο του βιβλίου μάς το υπενθυμίζει, κι αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της.


Ο Οδυσσέας Ανδρινός είναι ένας άντρας που αγωνίζεται να μη χάσει την αυτοκυριαρχία του για χάρη ενός έρωτα που του χτυπά την πόρτα και του γκρεμίζει τα τείχη -εσωτερικά κι εξωτερικά-, κι έτσι πλανάται σε όλη τη διαδρομή του αυτό το δίλημμα: να ενδώσει ή να αντισταθεί, χάνοντας τελικά είτε από φόβο είτε από δειλία την ευκαιρία που του προσφέρει ένας πιθανός αληθινός έρωτας και μια πιθανή αληθινή αγάπη για ενδοσκόπηση και αυτογνωσία. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ πάλι το προηγούμενο βιβλίο της Ιωάννας, όπου η συγγραφέας δημιουργεί μια τελετουργία για τον έρωτα και τον μετατρέπει σε εργαλείο γνώσης, μαθαίνοντάς μας συμπεριφορές που παιχνιδίζουν στα όριά μας, όταν το πάθος χτυπά την πόρτα της καρδιάς και κάνει να υποχωρούν οι φόβοι και οι δισταγμοί μας, ενώ μεταβάλλεται σε τρέλα, όμορφη τρέλα, που γεμίζει το «είναι» μας με ανεξάντλητο ενθουσιασμό και διάθεση για ζωή. Στο παρόν όμως βιβλίο, ο Οδυσσέας Ανδρινός φαίνεται αρχικά να μην μπορεί να βρει τους ρυθμούς του και αδυνατεί να ισορροπήσει ανάμεσα από μια ευοίωνη επαγγελματική πορεία και μια ερωτική ζωή που να του αφαιρεί λάθη του παρελθόντος και πληγές που ματώνουν συνεχώς.

Μου ήρθε στο μυαλό ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δρ. Σκοτ Πεκ, Αμερικανού ψυχιάτρου και ψυχοθεραπευτή με τον τίτλο: «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος»: «Η αγάπη είναι πολύ μεγάλη, πάρα πολύ βαθιά για να μπορέσει ποτέ να κατανοηθεί ή να μετρηθεί ή να περιοριστεί στο πλαίσιο των λέξεων. Η πράξη της αγάπης -η επέκταση δηλαδή του εαυτού-, απαιτεί την έξοδό σου από την αδράνεια της οκνηρίας (εργασία) ή από την εναντίωση που γεννά ο φόβος (θάρρος). Η εμπειρία της αλλαγής, της ασυνήθιστης δραστηριότητας, του να βρίσκεσαι σε μιαν άγνωστη χώρα, του να κάνεις πράγματα με διαφορετικό τρόπο, είναι τρομακτική. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το φόβο τους για αλλαγή με διαφορετικούς τρόπους, αλλά ο φόβος είναι αναπόδραστος αν πράγματι πρόκειται να αλλάξουν. Θάρρος δεν είναι η απουσία του φόβου, είναι η ενεργοποίησή σου παρά τον φόβο, η έξοδός σου από την εναντίωση που γεννά ο φόβος, και η είσοδός σου στη ζώνη του άγνωστου και του μέλλοντος».

Ο Οδυσσέας Ανδρινός λοιπόν, ο ευφυής και πολύ καταρτισμένος επιστήμονας αυτός, αλλά διστακτικός εκ φύσεως στις προκλήσεις του έρωτα, μιλάει στις ψυχές μας με ουσιαστικά λόγια, γινόμαστε ήδη από την αρχή φίλοι του, φαίνεται ότι γνωρίζει καλά την ανθρώπινη ψυχή ή μάλλον προσπαθεί να την ανακαλύψει με τον τρόπο που θα το έκανε ένα φιλοπερίεργο μικρό παιδί. Υπεύθυνος του τμήματος με τα ροδόδεντρα και τις αζαλέες, δείχνει να ζει μέσα σε έναν ερωτικό παράδεισο που όμως δεν τον οδηγεί εύκολα στην ευτυχία, αφού περνάει πρώτα από διάφορα στάδια των γνωστών ανθρώπινων παθών και συναισθημάτων: ζήλιας, φθόνου, χαράς, λύπης και πόνου, μέχρι να οδηγηθεί στην αναγέννηση. Κατά την εξέλιξη της ιστορίας, προσπαθεί να φτάσει μέσω του έρωτα σε κάποιο ψηλότερο και ηθικότερο σκαλοπάτι της ανθρώπινης ύπαρξης -αν και περισσότερο σαρκικός παρά αθώος-, μοιάζει να διάγει μια προσωπική κόλαση με όλους τους κλυδωνισμούς που συνεπάγεται αυτή. Τελικά μαθαίνει μέσα από τις δοκιμασίες στις οποίες τον υποβάλλει ο έρωτας, και γίνεται δάσκαλός του μέσα από τις απογοητεύσεις που βιώνει.

 
Παρουσιάζω εδώ ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από τη σελίδα 58 του βιβλίου: «Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μαθαίνεις όταν ασχολείσαι με τη γεωπονία είναι πως το πρώτο και ουσιαστικότερο στάδιο οποιασδήποτε κηπουρικής εργασίας βασίζεται στην ανανέωση των χωμάτων και ολοκληρώνεται με την αλλαγή και αντικατάστασή τους από νέα, πολύ πιο πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Αν οι άνθρωποι έδιναν βάση στους νόμους και τις συνήθειες της φύσης, όλα θα λειτουργούσαν πολύ καλύτερα. Θέλουν να προχωρήσουν αλλά δεν προσπαθούν να ξεφορτωθούν παλιές καταστάσεις, τελειωμένους έρωτες και συνήθειες που έπαψαν να γεννούν ευχαρίστηση. Το να ανανεώνεις σχέσεις και να αντικαθιστάς ανθρώπους που δεν έχουν πια λόγο να είναι στη ζωή σου, είναι το ουσιαστικό στάδιο της οποιασδήποτε αναγέννησης, κυριολεκτικής και μεταφορικής».

Η Ιωάννα επιλέγει σκόπιμα ως τίτλο του βιβλίου της: «Το άνθος της ζωής» επειδή κάποτε κάθε μορφή ζωής σε ολόκληρο το σύμπαν αναγνώριζε το Άνθος της ζωής, το γεωμετρικό σχέδιο δηλαδή που μας οδηγεί προς τη φυσική ύπαρξη αλλά και πέρα από αυτήν, ως το μοτίβο της δημιουργίας. Η Ιερή Γεωμετρία είναι η μορφή που βρίσκεται στα βάθη της ύπαρξής μας και ορίζει τη θεία τάξη της πραγματικότητας που βιώνουμε, αναφέρεται σε βιβλίο του Ντρούνβαλο Μελχισεδέκ. Μέσα στο «άνθος της ζωής» της φίλης Ιωάννας Γκανέτσα, σημαντικό ρόλο παίζουν τα σύμβολα που εμπεριέχονται σε ιερά φυτά, όπως στον λωτό και στο ρόδο, τα οποία και συμβολίζουν τα μυστήρια της ζωής.

Το φόντο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία είναι ιδανικό για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών και να το κρατήσει αμείωτο μέχρι το τέλος. Ο Βασιλικός βοτανικός κήπος του Εδιμβούργου της Σκωτίας, όπου καλλιεργούνται τριάντα τέσσερις χιλιάδες φυτά κι όπου η ομάδα του καθηγητή Νίκολας Χαρτ είναι πρωτοπόρα στις προσπάθειές της να διασφαλίσει τη βιοποικιλότητα της παγκόσμιας χλωρίδας. Μια σπάνια ποικιλία παράλληλα από πρόσωπα -άντρες και γυναίκες-, εργάζονται σε αυτό τον κήπο από το πόστο του ο καθένας, διαφορετικής εθνικότητας και πολιτιστικού επιπέδου. Έχουμε τους αυτόχθονες Σκωτσέζους, τους Άγγλους αλλά και τον Ισπανό γεωπόνο Αλφόνσο Γκονζάλες, τη Δανέζα Ρεβέκκα, τη Νορβηγίδα Φρέγια (σύμβολο της θεάς της γονιμότητας) καθώς και την Ελληνίδα Μελίνα, έναν ανολοκλήρωτο έρωτα που επιστρέφει από τα παιδικά χρόνια τού ήρωά μας. Ο Νίκολας Χαρτ, ο Τίμοθι Γουόλτον, η Σάρλοτ, ο Φράνσις, ο Τζέφρι, ο καθηγητής σερ Ουίλιαμ Σκοτ, η Μπρίτζετ Φιτζέλι, ο Τζον Κούπερ, ο Τόμας, ο Φελίπε κλπ.

 
Η γλώσσα ολόκληρου τού κειμένου κυλά αβίαστα, είναι απαλλαγμένη από λογοτεχνικά στολίδια που μπορούν να ζημιώσουν εύκολα και το στοίχημα κερδίζεται από τη συγγραφέα μέσα από ουσιαστικές αναφορές σκέψεων και συναισθημάτων οι οποίες αποτελούν το απόσταγμα της ζωής των λογοτεχνικών ηρώων της.

Συμπερασματικά, η συγγραφέας αντιμετωπίζει με ευρεία ματιά το θέμα «έρωτας», χωρίς να βάζει στα στόματα των προσώπων τού έργου της συνηθισμένες εκφράσεις. Υποστηρίζει τη δυναμική των δύο φύλων, ακόμη και μέσα από ιδιαίτερους σεξουαλικούς προσανατολισμούς των ηρώων της στο κυνήγι των αισθήσεων και στις συχνές περιγραφές ερωτικών πράξεων, που προκαλούν ποικίλα και αντίρροπα συναισθήματα, τα οποία και βοηθούν στο να δομηθεί ένας συνειδητός, ορθός και όμορφος λογοτεχνικός λόγος.

Συγχαρητήρια Ιωάννα για την εμπεριστατωμένη έρευνα που έκανες και για τη συλλογή άπειρων πληροφοριών τις οποίες και ενσωμάτωσες κατάλληλα στην ιστορία σου, ώστε όσοι διαβάζουμε το βιβλίο σου να νιώθουμε ότι κινούμαστε σε ένα γνώριμο τόπο, παρόλο που μάς είναι ξένος. Συγχαρητήρια και για το έργο σου το οποίο αποτελεί και αξιόλογη λογοτεχνία, αφού όχι απλά τέρπει αλλά δημιουργεί ερωτήσεις που ζητούν ισάριθμες απαντήσεις. Κάθε φορά που το βιβλίο σου διαβάζεται, θα ξαναγράφεται στο μυαλό τού αναγνώστη σύμφωνα με τις εμπειρίες του, τις αξίες του και τη στάση που κρατά γενικά απέναντι στο φαινόμενο «έρωτας».

06/12/2018

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής - Συγγραφέας