Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ένα διήγημα της Έλενας Γιαννακού, με τίτλο: «Ο Αρχοντάρης».

 


<<Τέκνον Αναστάσιε, εφεξής αναλαμβάνεις το ιερό καθήκον του υπευθύνου υποδοχής της Μονής μας. Ο έλεγχος της καταλλήλου  ενδυμασίας  δια τους εισερχομένους εις τον ιερόν τούτον χώρον είναι έργο υψίστης σημασίας. Αδιαμφισβήτητος ανάγκη η απομάκρυνσις των κακών δαιμονίων, τα οποία  καιροφυλακτούν –καιροφυλακτούν, λέγω υμάς!!!- σε γυναικείους κόρφους, γυμνούς πόδας, ακάλυπτες χείρες …. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! είπε ο μοναχός και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα Ουράνια για να συγχωρεθούν οι μολυσμένες λέξεις…

>>Σήμερον γεννάται ο «Αρχοντάρης» του μοναστηριού! Ου δήπου ει μοναχός, όμως διάγεις βίον μοναχικόν, σεμνόν, ειρηνικόν, σεβάσμιον! Από μικρός, η Μονή ταύτη είναι το δεύτερο σπίτι σου! Οι Γέροντες αποφασίσαμεν ότι αξίζεις τη συγκεκριμένη θέση, η οποία διασφαλίζει τα ήθη εις μίαν εκτραχυμένην εποχή. Άξιος, τέκνον μου!>>

Και με αυτά τα καθαρευουσιάνικα λοφία στην κεφαλή της έρμης νεοελληνικής, ο Αναστάσιος χρίσθηκε «Αρχοντάρης» του μοναστηριού. Στο άκουσμα του ανέλπιστου, αν και καταχρηστικού τίτλου, ένιωσε να κατακλύζεται από στιγμιαία αίσθηση μεγαλείου. Σταυροκοπήθηκε νοερά για ν’ αποδιώξει την έπαρση. Μεγάλη αμαρτία κι αυτή!

 Ήταν εξήντα δύο ετών, γεροντοπαλίκαρο, μικρόσωμος, μισοφαλακρός και φαφούτης. Θα μπορούσε να συγγενεύει με τον Κουασιμόδο της Παναγίας των Παρισίων. Ζούσε μόνος στο πατρικό σπίτι, ξεκομμένος από το χωριό. Ο μόνος άνθρωπος που τον αγαπούσε ήταν η κυρά Αριάδνη, η μάνα του, η οποία  αποδήμησε προς διετίας εις τόπον χλοερόν. Όμως, ο Αναστάσιος άκουγε ακόμα τα λόγια της στον ύπνο και στον ξύπνιο του: «Ηθική, τάξις και ασφάλεια… τίποτε άλλο, παιδάκι μου! Και όλες αυτές που κυκλοφορούν εκεί έξω είναι κίνδυνος, ανήθικες, φίδια κολοβά! Άπαξ και τυλίξουν τον άνδρα, μετά τον πνίγουν όπως ο βόας τυλίγεται γύρω από τον λαιμό του θύματος. Αχ παιδάκι μου! Μόνον ο Θεός υπάρχει (!)και η μανούλα σου, αχ,  που δίνει και τη ζωή της για σένα,  κανείς άλλος! Δεύτερο σπίτι να είναι για σένα το μοναστήρι, δεύτερο σπίτι! Για να’ χεις θέση εκ δεξιών Του στην τωρινή και στην άλλη ζωή!»

 

Κάπως έτσι ο Αναστάσιος έμεινε για εξήντα δύο συναπτά έτη παιδί στα μάτια της χήρας μάνας του και του καλύτερου «πατριού»  του κόσμου, του Θεού!

Η κυρά Αριάδνη τον μύησε από μικρό στον οίκο του Παντοκράτορα. Φανταστείτε ότι και την εξομολόγηση στον Πνευματικό, μαζί την έκαναν! Η μάνα να εκφράζει τους φόβους της για τα νοσηρά εγκόσμια   και ο Αναστάσιος να επιβεβαιώνει ότι-σαν άλλος Άι- Γιώργης- χτυπούσε με την ξιφολόγχη του κάθε  πειρασμό που τον πλησίαζε ύπουλα.  Τότε που θα μπορούσε να  κλέψει πορτοκάλια από το δέντρο της κυρά Μάρως, της γειτόνισσας, εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι επιστροφή στο σπίτι του. Όταν ο Ριρής, ο συμμαθητής του, σχεδίαζε ολόκληρη επιχείρηση για  λαθροφθαλμόλουτρο κάτω από τη φούστα της δασκάλας, εκείνος, σαν καλό παιδί, πήγε στον Δ/ντη και τον ανέφερε. Ακόμα θυμάται τον ήχο της βέργας να σκάει επάνω στις ματωμένες παλάμες του Ριρή… και τα βουβά δάκρυα του συμμαθητή του, έτοιμα να ξεχυθούν σαν καταρράκτης από τις κόγχες των ματιών του.  

Βέβαια, δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει την αντάρα που ξεσήκωνε μέσα  στο παντελόνι του ο ατίθασος, απείθαρχος, ανεξάρτητος εγκέφαλος, το άκρως διαδεδομένο «εξωτικό φρούτο» , κάθε φορά που αντίκριζε από το παράθυρο την Κατίνα, την κόρη του περιπτερά. Η Κατίνα, ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρόνων,  εξασκούσε την τέχνη του φλερτ με κάθε πελάτη,  παριστάνοντας ταυτόχρονα την καλή εργατική κόρη του ανάπηρου πατέρα της. Μυστήριο ότι κάθε φορά που την κρυφοκοίταζε από το παράθυρο της κάμαράς του, εκείνη τον αντιλαμβανόταν. Τρυπώντας τον με το σαγηνευτικό βλέμμα της,  έβγαινε από το περίπτερο και ξεκούμπωνε  τα πρώτα  κουμπιά της μπλούζας της, δήθεν για να δροσιστούν τα τεράστια αναμμένα της στήθη.

Όμως ο Αναστάσιος βράχος! Ο έπαινος του ιερέα μπρος στη μάνα του άξιζε όλους τους πειρασμούς του κόσμου!

Ξεκίνησε άμεσα, λοιπόν, η αποστολή του Αναστάσιου! Την επομένη του χρίσματος τοποθέτησε μία καρέκλα εκ δεξιών της εισόδου της μονής ωσάν φρουρός. Μπροστά του, ένα μικρό στρόγγυλο τραπέζι «σήκωνε» ένα μεγάλο κοφίνι γεμάτο αυτοσχέδιες, παλιές, μάξι ως τον αστράγαλο φούστες! Ήταν πλέον επίσημος φύλακας της ηθικής, της τάξης και της… ασφάλειας!

Οι πιστοί ανηφόριζαν πεζή προς τη Μονή. Άντρες και γυναίκες της Τρίτης Ηλικίας , στο συντριπτικό ποσοστό των επισκεπτών, ιδρωμένοι και κατάκοποι, έβλεπαν στην ανηφοριά τα βάσανα που η Μοίρα είχε επιλέξει γι’ αυτούς.  Έκαναν στάση για να πάρουν ανάσα, έπιναν γουλιές εμφιαλωμένου νερού από το μπουκαλάκι που κρατούσαν στο χέρι, σταυροκοπιόνταν για να πάρουν δύναμη, και συνέχιζαν τον συμβολικό «Γολγοθά» μέχρι την Ανάσταση που τους περίμενε… στην σκοπιά του Αναστάσιου.

Ο φρουρός επόπτευε με άγρυπνο βλέμμα τις γυναίκες. Αν έβλεπε  φούστα μόλις κάτω από το γόνατο  ή -ακόμη χειρότερα- παντελόνι ή βερμούδα,  καλούσε αυστηρά την πιστή να σεβαστεί τον χώρο δακτυλοδείχνοντας τον εν τω κοφίνω νόμο του maxi skirt(1). Κάποιες τον θεωρούσαν υπερβολικό και στράβωναν τα μούτρα, μονολογώντας «Απεταξάμην τω Σατανά». Όχι, δεν θα γινόταν το χατίρι του δαίμονα! Θα έμπαιναν στη Μονή, ακόμη κι αν έμοιαζαν με κουρελούδες! Κάποιες άλλες καλοδέχονταν τη σύσταση του Αναστάσιου. Είναι γνωστό τοις πάσι. , τα «καλά κορίτσια» δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να φαίνονται υπάκουα και καλά!

Ο Αναστάσιος έκοβε τα φουστο-εισιτήρια, νιώθοντας νοερά το βλέμμα της μάνας του να τον επιβραβεύει για το σπουδαίο έργο που έφερνε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία! Όμως ο πειρασμός κρύβει μέσα του μεγάλη δύναμη, γι’ αυτό και ο Θεός τον εφηύρε… για να δοκιμάζει τις αντοχές του καλού και πειθαρχημένου ανθρώπου!

 

 

Εκείνο το πρωί, η Μαρίκα, δεκαέξι ετών, λυγερή σαν βέργα, μαυρομαλλούσα  νεράιδα, επισκέφτηκε τη Μονή. Ντυμένη ένα εφαρμοστό μίνι ροζ φόρεμα, λίγα άφηνε στη φαντασία του οπτικού νεύρου απέναντι. Η Μονή ήταν η τελευταία της ελπίδα. Λένε πως η προσευχή μετατρέπει τα προβλήματα σε χαρτοπόλεμο! Είχε αποφασίσει να προσευχηθεί, μπας και ο μαθηματικός καταλάβαινε, επιτέλους!  Εδώ και δύο χρόνια, από τότε που τον είδε για πρώτη φορά να μπαίνει στην αίθουσα διδασκαλίας, της είχε γίνει έμμονη ιδέα. Τον ονειρευόταν στην αγκαλιά της, να φιλιούνται παθιάρικα και να της ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Είσαι αυτή που περίμενα! Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω…» και κόντρα αναστεναγμοί και ερωτικά «αχ, βαχ, μμ..» να χτυπούν σαν μπαλάκι του σκουός στον τοίχο του ονείρου! Και πάντα ο τοίχος να γκρεμίζεται από την επίθεση των ολοκληρωμάτων, των κλασμάτων, των γεωμετρικών σχημάτων, των αξιωμάτων και θεωρημάτων… τέτοια θραύση, ούτε drone (2) καμικάζι!

-Τα μαθηματικά, όπως κάθε μάθημα, απαιτούν συγκέντρωση! Μαρίκα, πού «ταξιδεύεις» πάλι; Θέλεις να μας αναλύσεις το Πυθαγόρειο Θεώρημα;

Αχ! Αν είχε έστω στοιχειώδη μαθηματική σκέψη, ίσως και να μπορούσε να τον κάνει δικό της!

Η Μαρίκα έκανε να διασχίσει την είσοδο της Μονής, αγνοώντας τον φρουρό της φουστο-ηθικής!

-Κοπελιά! Ψιτ! Εδώ είναι ο Οίκος του Θεού, όχι πασαρέλα! Φόρεσε μια φούστα και αν είναι όπως πρέπει, μπαίνεις για να προσκυνήσεις!

Πες «όχι» στην έφηβη, κι ο ταύρος μέσα της ξυπνά σαν μπρος σε κόκκινο πανί!

Η Μαρίκα τον κοίταξε απορημένα υψώνοντας τα λεπτά τοξωτά φρύδια της.

-Ο κανονισμός!

-Δεν κατάλαβα! Ρίξ’ το πάλι!

-Τι να ρίξω;

-Αυτό που είπες! Κατάλαβα σωστά; Μου απαγορεύεις την είσοδο ;

-Οι γυναίκες δεν μπαίνετε στη Μονή… ακάλυπτες! Είναι ασέβεια!

-Μια χαρά καλυμμένη είμαι!

-Μα… αυτό το … αυτό το… τέλος πάντων, αυτό το πράγμα επάνω σου είναι… ανύπαρκτο!

-Τότε πώς το βλέπεις;

H Μαρίκα έκανε   να τον προσπεράσει. Ο Αναστάσιος, κατακόκκινος από θυμό, τινάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα του προτάσσοντας ανάμεσα σε εκείνον και την κοπέλα το κοφίνι με τις φούστες.

-Δεν προχωράς βήμα! Πάρε μία φούστα, με σωστό μάκρος! Το κατώτατο άκρο της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου και τότε θα περάσεις!

Η κοπέλα τον κοίταξε μέσα στα μάτια και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια!

-Δηλαδή, αν είναι 31 εκατοστά «κόβομαι»;

O Αναστάσιος ένιωσε το αίμα στο σώμα του να ανεβαίνει ορμητικά και να κατακλύζει το κρανίο του! Η ένταση που ένιωσε απόδιωξε το γλωσσικό ολίσθημα!

-Μην αυθαδιάζεις,  αναιδεστάτη! Όφι φαρμακερέ!

-Δεν πας καλά, μου φαίνεται. Θα σε καταγγείλω στον Αρχιεπίσκοπο και στους παπα-ροκάδες! . Αυτοί θέλουν τους νέους στη Μονή όπως είναι! Άιντε τράβα να εξομολογηθείς πριν το τέλος σου… που θα μας προσβάλλεις κιόλας … άκου, όφι!!!

Ο θυμός είχε φουσκώσει επικίνδυνα μέσα της. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να τηρήσει τον Κανονισμό και να εισέλθει ήρεμα στον ναό για να προσευχηθεί. Όμως, η άκαμπτη απαγόρευση  ερέθισε τα φτερά της εφηβείας,  τα μάτωσε, ενόσω αυτά απλώνονταν για να μεταφέρουν τη νέα σε κόσμους πνευματικούς, εκεί όπου όλα είναι δυνατά, εκεί όπου και τα αμαρτωλά γίνονται άγια!

Στην περυσινή αποχαιρετιστήρια γιορτή του σχολείου, το υποκείμενο του πόθου της συνοδευόταν από τη γυναίκα του. Μία φακλάνα αποκρουστική! Μεγάλη αδικία τα αταίριαστα συνταιριάσματα! Προφανώς είχε υποχρεωθεί με κάποιο τρόπο να τη φορτωθεί στη ζωή του. Κι αυτό γιατί δεν είχε καταλάβει ακόμη τον πόθο της για εκείνον!

Ο συντηρητισμός που όλοι έχουμε μέσα μας αναδεύτηκε από τον θερμό άνεμο των ερωτικών ορμονών. Αν γνώριζε η μάνα της τις κρυφές της σκέψεις, θα την ξεμάλλιαζε. Εδώ… είδε κι έπαθε να δεχθεί την «ξετσίπωτη» μόδα των μίνι φουστανιών!

Όπως και να’χει, η Μαρίκα προσπέρασε τον Αναστάσιο, σεινάμενη και λυγάμενη.

Εκείνος, αποσβολώθηκε για μια απειροελάχιστη στιγμή, βυθισμένος στα πεπονοειδή οπίσθια της νεαράς, όταν επάνω τους εμφανίστηκαν τα μάτια της μάνας του που ανοιγόκλειναν νευρικά και αυστηρά!

-Αναστάσιε, το χρέος σου!!!

Ο Αναστάσιος αναπήδησε και άρπαξε τη Μαρίκα από το μπράτσο, αναγκάζοντάς την να στραφεί προς το μέρος του.

- Βάλε μια φούστα τώρα!

-Φιρί φιρί το πας, άνθρωπέ μου! Θα βάλω τις φωνές!

-Σκασμός, Εύα της Εδέμ!

-Ποιον είπες Εύα, χριστιανέ μου; Μαρίκα με λένε! Είσαι τρελός!!!

Τελικά, ο «Εξαποδώ» πνίγει κάθε λογική σαν βόας.

Σαν να’ ταν κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος, ο Αναστάσιος χαστούκισε τη Μαρίκα. Την αποκάλεσε «πουτ@ν@», Θου, Κύριε, φυλακί το στόματί μου… εγώ απλή μεταφορά των γεγονότων κάνω! Και η Μαρίκα τον αποκάλεσε διεστραμμένο πορνόγερο, που βρήκε ευκαιρία να την ακουμπήσει! Οι φωνές τους ξεσήκωσαν τους μοναχούς που εγκατέλειψαν την προσευχή στο κελί τους για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι την εικόνα: ο Αναστάσιος και η Μαρίκα να παλεύουν με τα σώματά τους σε απόσταση αναπνοής… το πανέρι με τις φούστες είχε κυλήσει παραπέρα…

Εννοείται ότι οι μοναχοί επενέβησαν για να χωρίσουν τα θύματα του Σατανά από τον κακό καυγά! Εννοείται ότι ειπώθηκε το γνωστό «ειρήνη υμίν» γύρω στις πενήντα φορές. Εννοείται ότι ακολούθησαν ευχέλαιο και ψαλμοί για τη δίωξη του κακού! Εννοείται ότι ο Αναστάσιος αποχώρησε συγχισμένος, με έντονη τη γεύση της αποτυχίας στο στόμα. Η δε Μαρίκα κατευθύνθηκε στο εξομολογητήριο, κολάζοντας τους μοναχούς με το λεπτό κορμί της και τα δακρυσμένα, περιγεγραμμένα με μαύρο μολύβι μάτια της.

 

Εκείνο το βράδυ ο Αναστάσιος δεν ήπιε το γάλα του, όπως κάθε βράδυ, πλην Τετάρτης και Παρασκευής λόγω νηστείας.  Ξάπλωσε βαρύς, με τα ρούχα που φορούσε, στο στρώμα. Ο αέρας δεν έφτανε  να γεμίσει τις ανάσες του. Κρίση πανικού;  Ένιωσε μια μαχαιριά στο στήθος! Λες να πέθαινε; Τρέμοντας πήρε στα χέρια την κορνίζα με τη φωτογραφία της κυρά Αριάδνης, την οποία άφηνε πάντα στο δεύτερο μαξιλάρι δίπλα του! Έσφιξε την κορνίζα στην αγκαλιά του κι άρχισε να μονολογεί:

«Εγώ τον νόμο  ήθελα να τηρήσω! Χωρίς τους νόμους, οι κοινωνίες γίνονται ζούγκλες, έτσι έλεγες πάντα. Κι αυτό το βρομοθήλυκο με παρέκαμψε, μανούλα! Ήθελε να με προκαλέσει ερωτικά, είμαι σίγουρος! Όμως εγώ έπρεπε να κάνω το σωστό. Πρέπει να μένω προσηλωμένος στην αποστολή μου!»

Ο Αναστάσιος βυθίστηκε στην αγκαλιά του Μορφέα εξαντλημένος. Για τον Σίγκμουντ Φρόιντ τα όνειρα είναι η «βασιλική οδός προς το Ασυνείδητο». Για τον Αναστάσιο, το όνειρο στο οποίο βρέθηκε ήταν η «βασιλική οδός προς το δικό του αδιευκρίνιστο “διότι”».

----------

Κατόπιν διαταγής του Προέδρου της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται και υποβάλλεται εις το Υπουργείον Εσωτερικών προς έγκρισιν αστυνομική διάταξις, δι’ ης απαγορεύονται αι κονταί φούσται των γυναικών. Το κατώτατον άκρον της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου. Εις τον περιορισμόν τούτον υπάγονται άπασαι αι γυναίκες από του 12ου έτους και άνω. Αι παραβάτιδες θα παραπέμπωνται εις το επ’ αυτοφώρω πταισματοδικείον, συνυπεύθυνοι θα είναι και οι γονείς αυτών. Η εφαρμογή θα αρχίση από 15 Δεκεμβρίου…

Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως διάβασε μεγαλόφωνα το κείμενο κι έτεινε το νομοθέτημα στον δικτάτορα που τον έλεγαν Θεόδωρο Πάγκαλο (3). Ο τελευταίος  ίδρωνε και κρυοϊδρωνε μες στην παρασημοφορεμένη στολή του, καθισμένος πίσω από  ένα τεράστιο μαύρο σιδερένιο γραφείο. Μπροστά του, όρθιες και ακίνητες, δύο έφηβες άκουγαν την βαρύγδουπη νομοθεσία. Η μία χασκογέλασε. Ένας αστυνομικός εμφανίστηκε μέσα από μία πόρτα. Κρατούσε στο χέρι μεζούρα.  Ο δικτάτορας του ένευσε κι εκείνος άρχισε να μετράει την απόσταση της φούστας της από το έδαφος. Ο Αστυνομικός κοίταξε απογοητευμένος τον δικτάτορα.

-Σαράντα εκατοστά! Απαράδεκτον! είπε

Ο δικτάτορας, πάντα βουβά, διέταξε με το νεύμα του τον αστυνομικό να συνεχίσει το ελεγκτικό του έργο στο φουστο-μάκρος της δεύτερης  έφηβης. Το όργανο την πλησίασε. Εκείνη άρχισε να ξεκουμπώνει την μπλούζα της μπροστά σε όλους κι ύστερα να τον χτυπάει, φωνάζοντας ότι ήθελε να τη χαϊδολογήσει και μάλιστα μπροστά σε όλους!

-Λυπάμαι Αρχηγέ! Η Κοκό Σανέλ θα μας καταστρέψει! Απείθεια  κι εξύβρισις οργάνου! ανέφερε ο αστυνομικός, αναστατωμένος από την έκρηξη της ελεγχόμενης

Ο δικτάτορας  βούτηξε το φτερό στο μελάνι και –σαν να κατάφερνε μαχαιριά στις υπόδικες- υπέγραψε το κείμενο.

ΚΑΤ

Ο δικτάτορας σήκωσε το βλέμμα και τους κοίταξε όλους, έναν προς έναν. Κι ύστερα ξέσπασε σε ένα νευρικό, τρομακτικό γέλιο που έμοιαζε σατανικό. Τα μάτια του ήταν ολόιδια με αυτά της κυρά Αριάδνης.

Οι δύο υπόδικες  γδύνονταν αισθησιακά ! Πέταξαν τις φούστες μακριά αλά “9 & ½ Εβδομάδες»  (4) και πλησίασαν  τον αστυνομικό, ψιθυρίζοντας σαγηνευτικά στο αυτί του: «Αναστάσιε, you can leave your hat on»!» (5).

Η πρώτη ήταν η Κατίνα , η κόρη του περιπτερά. Βούτηξε το πρόσωπό του και το έχωσε στα πλούσια καυτά στήθη της.

Η δεύτερη ήταν η Μαρίκα , το επεισόδιο της Μονής. Οι δύο γυναίκες  μάζεψαν τις φούστες τους από το πάτωμα και τις φόρεσαν στον εκστασιασμένο Αναστάσιο!

Στο μεταξύ, ο δικτάτορας που είχε το κοίταγμα της κυρά-Αριάδνης  δεν σταματούσε να γελά, σατανάς σωστός! Ο Υπουργός  έπινε κρασί, γιορτάζοντας την σπουδαία πολιτική μεταρρύθμιση!

Ο Αναστάσιος ξύπνησε κάθιδρος. Κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του  την κορνίζα με τη φωτογραφία της μάνας του και… φορούσε δύο φούστες της…

-------------

 

 

Φίλες αναγνώστριες, φίλοι αναγνώστες…

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Αρχοντάρης-  μετά από εκείνο το όνειρο- έπαθε νευρικό κραχ. Εξαφανίστηκε από το χωριό και δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Μονή. Λένε πως κρύφτηκε σε μια σπηλιά κι έγινε ερημίτης, μέχρι που ο Κύριος τον πήρε κοντά του! Με μία αυτοσχέδια ξιφολόγχη κυνηγούσε τις αμαρτίες αυτού του κόσμου, και πρώτα τις δικές του! Ένας Δον Κιχώτης της τάξης, της ασφάλειας και της ηθικής!

Η Εκκλησία έχει αναγάγει τον «Αρχοντάρη» πολέμιο της αμαρτίας, σύμβολο του διαρκούς αγώνα του ανθρώπου ενάντια στο κακό!

Για την Επιστήμη της Μεταφυσικής, ο Αρχοντάρης δείχνει προς την κατεύθυνση ότι η θεωρία της μετενσάρκωσης  έχει μεγάλη δόση αλήθειας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό παρόμοιων ιστοριών.

Για την Επιστήμη της Ψυχολογίας, ο Αρχοντάρης αποτελεί  παράδειγμα αναφορικά με τη γένεση και την εξελικτική πορεία των νευρώσεων και καταθλιπτικών διαταραχών συνεπεία του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος!

Ανεξαρτήτως αναλύσεων, οι θρύλοι είναι μείγμα ιστορίας και φαντασίας, γι’ αυτό επιμένουν στον χρόνο…

 

 

(1)(μτφ) μακρύ ρούχο

(2)(μτφ)μη επανδρωμένα αεροσκάφη

(3) Έλληνας δικτάτορας , εξουσίασε από τον Ιούνιο του 1925 έως την ανατροπή του τον Αύγουστο του 1926,  εμπνευστής του νομοθετήματος για την απαγόρευση της κοντής φούστας

(4) Αμερικανική ερωτική δραματική ταινία ( σκηνοθεσία Άντριαν Λυν και σενάριο των Σάρα Κερνότσαν, Ζάλμαν Κινγκ και Πατρίσια Λουιζιάνα Νοπ, πρωταγωνιστές: Κιμ Μπέισινγκερ και Μίκι Ρουρκ)

(5) Αναστάσιε, μπορείς να αφήσεις το καπέλο… (τραγούδι του Randy Newman, ερμηνεύει ο Joe Cocker στην ταινία «9 και 1/2 Εβδομάδες)

Σημείωση συγγραφέα:  Η 22χρονη Κατίνα Βογιατζή ήταν η πρώτη γυναίκα που συνελήφθη βάσει του νομοθετήματος για τις κοντές φούστες. Κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς η φούστα που φορούσε έφτανε στα 38 εκατοστά απόσταση από το έδαφος. Παράβαση ολόκληρων τριών εκατοστών!

Η 20χρονη Μαρίκα Μπακαρτζή συνελήφθη για το ίδιο ακριβώς παράπτωμα. Τρεις πόντοι κοντύτερη η φούστα. Το δικαστήριο της επέβαλε πρόστιμο 100 δραχμών συν άλλες 36 για δικαστικά έξοδα. 

Στοιχεία του διηγήματος «Ο αρχοντάρης» αντλήθηκαν από τη διαδικτυακή πηγή : https://www.protothema.gr/stories/article/1735620/tin-epohi-tou-pagalou-itan-makries-oi-foustes/) και αξιοποιήθηκαν παραλλαγμένα στο πλαίσιο της μυθοπλασίας. 

 


Η Ελένη Γιαννακού γεννήθηκε το 1976 και μεγάλωσε στη Χαλκίδα, όπου ζει μέχρι σήμερα. Εργάζεται στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.

Από μικρή αγαπούσε τον κόσμο των βιβλίων. Σπούδασε κοινωνιολογία, ελληνικό πολιτισμό και είναι κάτοχος Master of Arts (MA)  στο επιστημονικό αντικείμενο της Δημιουργικής Γραφής. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά.

Γράφει θέατρο, παραμύθια, ποιήματα, διηγήματα. Επίσης, έχει εργαστεί ως επιμελήτρια λογοτεχνικών κειμένων σε εκδοτικό οίκο.

Αναφέρονται τα ακόλουθα έργα της:

 «Η Ώρα της Γης»  (θεατρογράφημα που παρουσιάστηκε στα Οινόφυτα, στο πλαίσιο της ομώνυμης εορτής/ 2009), «Με την Ελλάδα Καραβοκύρη» (θεατρική ένδυση μουσικής εκδήλωσης αφιερωμένης στον Ν. Γκάτσο, του δημοτικού ωδείου Τανάγρας/2011), «Νότες της Πλώρης» (παραμύθι που «έντυσε» μουσική εκδήλωση του δημοτικού ωδείου Τανάγρας, στο πλαίσιο του πολιτιστικού πολυήμερου «ΚΟΡΙΝΕΙΑ 2011»), «ΟΥΑΧ» (Μαύρη Κωμωδία που παρουσιάστηκε από θεατρική ομάδα πολιτιστικού συλλόγου στο Δήλεσι Βοιωτίας/2013), «Το Κορίτσι με τα Παραμύθια» (παραμύθι που παρουσιάστηκε θεατρικά  δύο φορές για κοινωφελείς σκοπούς/2014), «Η Ελβίρα και το ποτάμι» (θεατρικό παραμύθι, εμπνευσμένο από τον Ασωπό ποταμό/ηλεκτρονικές εκδόσεις Amazon 2015), «Το μαύρο τριαντάφυλλο» (παραμύθι που παρουσιάστηκε σε εθελοντικό Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό /2019), «Η εξομολόγηση ενός Αγίου» (θεατρικός μονόλογος που παρουσιάστηκε από το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο  Ηρακλείου Κρήτης στο πλαίσιο live Streaming χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων/2020), «Ιερολοχιτών Λόγος» (/θεατρικό κείμενο το οποίο διασκευάστηκε και παρουσιάστηκε ως δραματοποιημένο κινηματογραφικό αφιέρωμα, στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση- διαθέσιμο στο youtube)

Εκτός από την ανάγνωση και τη συγγραφή, αγαπά την υποκριτική, την κλασική μουσική, το brainstorming, τους μεγάλους περιπάτους  στη φύση και τις ατελείωτες κουβέντες με τη λατρεμένη κόρη της.

Κόντρα στον αρνητισμό της εποχής, η Ελένη επιμένει να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο!


Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Αιώνια διαδρομή.





   Εκείνο το απομεσήμερο είχε μια παραμυθένια όψη. Δεν ήταν απλά μια αίσθηση που ζωντάνευε μέσα από τη μνήμη... Ήταν άνοιξη κι ίσως όλα τα χαμόγελα των ανθρώπων κι όλες οι προσωπικές επαγγελματικές επιτυχίες συγκεντρωμένες να μην έφταναν ποτέ, για να με κάνουν να νιώσω τόσο όμορφα...
   Κι αν κάποιοι σε φοβούνται, έτοιμοι στη γωνία να απλώσουν το χέρι με το μαχαίρι σφιγμένο και με το στόμα τους να ρίξουν χολή, δεν έχει σημασία, δεν σε αγγίζουν, τους προσπερνάς, ξέρεις πως η δικαιοσύνη έρχεται αργά ή γρήγορα κι ο καθένας λαμβάνει αυτό που του αξίζει. Ξέρεις πως όλα τα χαμένα, κάποτε τα παίρνεις πίσω, όχι επειδή το επιδίωξες σαν τρελός, απλώς τα δικαιούσαι... Να σπέρνεις φως και καλοσύνη με τα λόγια σου και τις πράξεις σου κι όμως να έρχεται πάντα ένα σκοτάδι δηλητήριο να σε πεθαίνει σιγά σιγά...
   Αυτά σκεφτόμουν καθισμένος στο εστιατόριο κι όταν ένιωσα στα ρουθούνια μου εκείνη τη μυστική μυρωδιά των λουλουδιών, την οπτική μαγεία των χρωμάτων, σίγασε ο πληγωμένος κόσμος της ψυχής μου.
   «Ώρα για να ξεχάσεις φίλε μου», είπα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να ξεγελάσω τη μοναξιά.
   Κάτω στο πλακόστρωτο, το τακούνι χτυπούσε έντονα, χαρακτηριστικά. Ποιος το περίμενε ότι θα έπεφτε; Με ένα απρόσμενο στραβοπάτημα, δεν μπόρεσε να πιαστεί από πουθενά. Από τη μία η τσάντα, από την άλλη οι σκέψεις να την βαραίνουν. Τινάχτηκα χωρίς να το πολυσκεφτώ, την έπιασα από τη μέση.
   «Άουτς», φώναξε, «πρόσεξε, έγδαρα το γόνατό μου!».
   Την βοήθησα να σηκωθεί προσεχτικά. Της πρότεινα να καθίσει μαζί μου για λίγο, μέχρι να συνέλθει από την ταραχή και να πάρει δυνάμεις. Μου θύμισε γυναίκα άλλης εποχής, πλασμένη με παιδικότητα ή ενήλικη αθωότητα. Το άρωμά της μού δημιούργησε μια πολύ ευχάριστη διάθεση. Της περιποιήθηκα τη γρατσουνιά, βάζοντας γύρω από το γόνατό της έναν επίδεσμο. Όταν ήρθε ο σερβιτόρος για την παραγγελία, πήρε την άρνηση και των δύων μας.
   Άρχισε ένα αεράκι ξαφνικά κι έσπασε την ανοιξιάτικη ζέστη. Περπατήσαμε αρκετά μαζί, πρώτα περάσαμε δύο τρεις τοξωτές καμάρες, δεχτήκαμε και ριπές νερού από τις νοικοκυρές που πότιζαν τις γλάστρες στα μπαλκόνια τους. Μέσα στην ψυχή τής γυναίκας, άρχισε να ξεμυτίζει μια ζωή κρυμμένη και φοβισμένη. Όσο περνούσε η ώρα, η φωνή της ακουγόταν σαν τιτίβισμα καλλίφωνου πουλιού. Μάλλον ήμουν υπεύθυνος για την ψυχική της απελευθέρωση. Ξεφύσηξε κι ένιωσα ότι μια ομίχλη, ένα βαρύ ρούχο του χειμώνα της ξεμάκραινε και με ταξίδευε με ανάλαφρο ενθουσιασμό.
   Το σχόλιό της με εντυπωσίασε: «Ας ήταν τα σωματικά γδαρσίματα τόσο επώδυνα όσο τα ψυχικά!».
   Χαμογέλασε, της χάιδεψα το χέρι, ένα βλέμμα της γαλάζιο χάραζε αιώνια διαδρομή στην καρδιά μου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Τετραπόδου εγκώμιον.





   Ο Ρόμπι ροχαλίζει άσχημα. Συχνά αναρωτιέμαι τι ακριβώς προκαλεί τις άπνοιές του. Τα κατεβασμένα ζαρωμένα του μάγουλα ή η μύτη του που είναι ευαίσθητη και δυσανασχετεί στις έντονες μυρωδιές; Το άρωμά μου τον απωθεί... Την πρώτη φορά που το μύρισε πάνω μου έβγαλε μια άναρθρη κραυγή. Τα μάτια του έγιναν τεράστια σαν βαθιές λίμνες κι έφερε δυο στροφές γύρω απ’ τον εαυτό του εκδηλώνοντας την αποστροφή του.
   Κι όμως, αυτό το άρωμα το έβρισκαν ερεθιστικό οι γυναίκες... Ύστερα ο Ρόμπι αποσύρθηκε απογοητευμένος στο πλάι του καναπέ, κάτω στο πάτωμα, κι έχωσε το μεγάλο του κεφάλι ανάμεσα από τα μπροστινά του πόδια. «Καιρός για ονειροπόληση», σκέφτηκε. Άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι παιδικές τραυματικές του εμπειρίες.
   Κουτάβι που ήταν ακόμη και τον είχα μαζέψει από τους δρόμους, όπου τον είχε παρατήσει η μάνα του, έδειχνε κακή διαγωγή και συμπεριφερόταν κάθε στιγμή με απρέπεια. Έπιανε με τα νύχια του τις άκρες από τις κουρτίνες κι έκανε νάζια προσποιούμενος ότι κρύβεται μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα ρούχα.
   «Ρόμπι θα σε βάλω στο πλυντήριο!», τον προειδοποίησα μια φορά.
   Αμέσως όμως μετάνιωσα για την απειλή που εκστόμισα και τον πήρα στα γόνατά μου να τον χαϊδέψω αλλά ο κακομοίρης, θαρρείς, πως χαλάρωνε τόσο που έφτανε να κάνει τα κακά του πάνω μου. Προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου, χωρίς να προβώ σε αγριότητες εναντίον του ζώου, τον άφησα στο μπαλκόνι μερικά λεπτά, μέχρι να πειστεί για το πού πρέπει να κάνει την ανάγκη του.
   Ο κακός χαρακτήρας του δεν περιορίστηκε εκεί μόνο. Κατά καιρούς ξεκοίλιαζε με τα δόντια του τα μαξιλάρια του σαλονιού και της κρεβατοκάμαρας και με τα μυτερά του νύχια άδειαζε το περιεχόμενό τους, καθιστώντας τα ανίκανα στον λειτουργικό τους ρόλο. Συνεπώς, γινόμουν ράκος ψυχολογικά που δεν είχα πού την κεφαλήν κλίναι. Εκείνες τις μέρες, μέχρι να μπω στον κόπο να αγοράσω καινούργια μαξιλάρια, προτίμησα να κοιμάμαι στην αγκαλιά άγνωστων γυναικών, οι οποίες διατηρούσαν τα «καθωσπρέπει» σπίτια τους στην οδό Φυλής.
   Παρ’ όλες τις αταξίες του, ο Ρόμπι με διευκόλυνε στις τηλεφωνικές μου συνδιαλέξεις, ιδιαίτερα όταν κατέληγαν να είναι κουραστικές. Ερχόταν δίπλα μου και μου έγλειφε τ’ αυτιά και γαύγιζε απαιτητικά, σαν να έλεγε σε αυτόν που βρισκόταν στην άλλη γραμμή: «Ώχου βρε αδελφέ, μας ζάλισες τα ...ίδια». Κι ο άλλος το έπαιρνε σαν προειδοποίηση και έκλεινε το τηλέφωνο.
   «Με έσωσες φιλαράκο. Πάρε ένα κόκαλο για ανταμοιβή!».
   Ποτέ δεν έκρυβε την ευγνωμοσύνη του για το αφεντικό του και μου την εξέφραζε με ποικίλους τρόπους, χωρίς εγωισμούς και τακτικές αμύνης.
   Αυτός είναι και ο ουσιαστικότερος λόγος, που επέλεξα να συμβιώσω με ένα τετράποδο. Δεν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να μου πει το παραμικρό ψέμα ή να προσποιηθεί σε κάτι, ώστε να με κάνει να νιώσω όμορφα και να ευνοηθεί γι’ αυτό τον λόγο. Άλλωστε, αντιπαθούσα τους κόλακες. Ήταν και θα είναι ο αληθινός του χαρακτήρας, χωρίς συμβιβασμούς και εξαρτήσεις, χωρίς ίχνος φόβου μη δεν γίνει αγαπητός ή αρεστός.
   Αντιθέτως, με όσες γυναίκες προσπάθησα να συμβιώσω όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου, δεν κατάφεραν να με αγγίξουν στην ψυχή, όσο γλυκές και τρυφερές κι αν ήταν... Καμία τους δεν έδειξε τον αληθινό της χαρακτήρα, ενώ στην πορεία των σχέσεων, επαληθεύτηκε ότι κακώς τις τίμησα με την εμπιστοσύνη μου όλες, ανεξαιρέτως, ξανθιές, μελαχρινές και κοκκινομάλλες. Άλλαζαν σε χρόνο μηδέν επιθυμίες και διαθέσεις και ήταν απορίας άξιον πόσο υπολογισμένα ενεργούσαν, αποκαλύπτοντας ότι οι πράξεις τους δεν διακατέχονταν καθόλου από ανιδιοτελή αγάπη. Αφήστε δε, που δεν άντεχε το πορτοφόλι μου τις οικονομικές τους σπατάλες. Θέλανε πολυήμερα ταξίδια, πολυδάπανο καλλωπισμό και ονειρευόντουσαν πράγματα πέρα από κάθε φαντασία...
   Ο αντάρτης φίλος μου όμως, ο Ρόμπι, έχει μία και μοναδική ανάγκη. Ένα γλυκό βλέμμα, ένα τρυφερό χάδι κι ένα μεγάλο λαχταριστό κόκαλο, που όταν του το προσφέρω ξεχνά γρήγορα τις ιδιοτροπίες μου ως άνθρωπος. Κι όταν αρχίζει να χωνεύει στο στομάχι του, αισθάνεται κοιτώντας τον απέναντι τοίχο του σαλονιού, σαν το ομορφότερο τοπίο που έχει δει στη ζωή του.

23/01/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Μεταμφιέσεις του έρωτα.





   Σημειώνω την ημερομηνία, 22 Φεβρουαρίου 2015. Αμέσως μετά χτυπά το τηλέφωνο επίμονα και εκνευριστικά. Ο αριθμός που με καλεί μού προκαλεί ίλιγγο και ναυτία. Κίνηση αμφίβολη, να σηκώσω το ακουστικό ή όχι; Περνούν μερικά δευτερόλεπτα... ησυχία. Αναλογίζομαι τον έρωτα πώς ξεκινά και πώς καταλήγει πάντα, σαν μια όμορφη κινηματογραφική ταινία μυστηρίου και εγκλήματος. Με αυτόν τον τρόπο άρχισε και η δική μου ερωτική σχέση με την Άννα...
   Φορούσε τότε ένα κομψό ταγεράκι και κρατούσε με χάρη στο χέρι της ένα κολονάτο ποτήρι κρασί. Άφηνε τάχα από απροσεξία ν’ ανέβει λίγο ψηλότερα η φούστα της, κι έτσι όπως καθόμουν απέναντι της ήταν σαν να μου έλεγε: «θαύμασε το υπέροχο τοπίο!». Πρώτα πρώτα επικεντρώθηκα στα μάτια της, χρώματα έντονα που όμως έπεφταν γλυκά σε κάθε κοίταγμά της. Μ’ έκαναν να πιστεύω ότι στο οπτικό μου πεδίο βρισκόταν μια υπομονετική, καταδεκτική και ανθρώπινα ζεστή γυναίκα. Το μαλλί της, μακρύ και χρυσαφένιο, συμπλήρωνε πετυχημένα το προφίλ της με αφηρημένες προεκτάσεις φαντασίας και ακόρεστου πάθους. Έδειχνε να μιλά ακατάπαυστα με τη φίλη της, που μου έριχνε κλεφτές ματιές και κουνούσε διακριτικά το κεφάλι της επικροτώντας τις προθέσεις της. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Από πότε άλλαξαν οι ρόλοι και οι γυναίκες έγιναν κυνηγοί και οι άντρες θηράματα; Γνήσιο αρσενικό, δεν θα άφηνα να κυλήσει κι άλλο ο χρόνος παίρνοντας ερεθιστικά μηνύματα χωρίς να τολμήσω το πρώτο βήμα!
   Τώρα καρφώνει τη ματιά της στα παπούτσια μου. Η βροχή έξω στον δρόμο δυναμώνει. Και να θέλω να αποφύγω ακόμη μία περιπέτεια, η μόνη λύση είναι να γίνω μούσκεμα. Ίσως για τη γυναίκα ο έρωτας να έχει αφετηρία χαμηλά. Εγώ πάντως σκοπεύω να αναταράξω το μυαλό της απλώνοντας ένα αόρατο δίχτυ αβεβαιοτήτων και επικινδυνοτήτων. Σιγά σιγά το βλέμμα της ανεβαίνει προς τα πάνω. Ρουφώ το στομάχι μου, εκείνη χαμογελά. Μένει προσηλωμένη για αρκετά λεπτά στα δάχτυλά μου κι ύστερα αφήνει επιδεικτικά τη δεξιά παλάμη της πάνω στο γόνατό της. Πυρφόρες πύλες τα νύχια της, έντονα κόκκινα, να με προσκαλούν και να με προκαλούν… Διαβάζω τα χείλη της με τη φαντασία μου: «θα τον τρελάνω τον τύπο», λέει στη φίλη της. Τρέμει το χέρι μου και χύνεται λίγο ουίσκι στον λαιμό μου. Αυτή η γυναίκα κατάφερε να μου δημιουργήσει ανασφάλεια. Προσπαθώ να ανακτήσω την ψυχραιμία μου. Ο ντι τζέι παρατηρεί το σκηνικό και βάζει Pink Floyd και συγκεκριμένα το «another brick in the wall», την κίνηση του οποίου εξέλαβα ως ειρωνεία. Ανασυντάσσω τις δυνάμεις μου.
   Με τα λίγα, με τα πολλά πλησιάζω τη γυναίκα - μυστήριο. Η φίλη της την ενημερώνει για την επιθετική μου τακτική. Παρατηρώ ότι τακτοποιεί φιλάρεσκα τα μαλλιά της. Μου λείπει η μαγική λέξη «σουσάμι άνοιξε», και παραξενεύομαι που δεν θυμάμαι ποια φράση ακριβώς ανέσυρα από το λεξικό ενός καλού καμακιού και πόσο θετική τελικά ήταν η επιρροή που είχε στη «Γοργόνα» μου.
   Ένιωσε οικεία από την πρώτη στιγμή, παρόλο που παρακαλούσα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Μου μίλησε με αρκετές λεπτομέρειες για τον εαυτό της. Ήταν αεροσυνοδός. Ευχήθηκα από μέσα μου: «ονειρικά πετάγματα στου έρωτα τα πλάτη». Δεν δίστασε να εκφράζεται με αβρότητα: «Κούκλος είσαι, σου πάει πολύ το σακάκι...».
   Σημειώνω την ημερομηνία, 22 Ιουνίου 2015, μετά από τέσσερις μήνες από τη μέρα που χωρίσαμε. «Τέρας, σήκωσε το τηλέφωνο επιτέλους!», έρχεται μήνυμα στο κινητό. Ξαναχτυπά το τηλέφωνο, αδιαφορώ... Και πάλι μήνυμα: «Έχω να σου πω κάτι σοβαρό...». Χμ... περνώ μια-δυο ώρες σκεφτόμενος πώς έφτασε ο «κούκλος» να γίνει «τέρας», αναλύοντας παράλληλα τα λάθη μου σε αυτή τη σχέση. Τις σκέψεις μου διακόπτει το κουδούνι της πόρτας. Τινάζομαι σαν ελατήριο από το κρεβάτι και κοιτάζω από το ματάκι.
   «Ωχ... η γυναίκα ταραχή είναι εδώ, η γυναίκα καταρράκτης, προσευχή, ανεμοστρόβιλος...».
   Ανοίγω την πόρτα με βαριά καρδιά. Μπαίνει μέσα ο σίφουνας, σκοντάφτει στη γωνία του κρεβατιού. Ξερνά χολή: «Ρε συ αλήτη, μου τα είπε όλα η Σοφία... τώρα κατάλαβα ότι μου άνοιγες τον λάκκο», πάει περίπατο η ευγένεια του παρελθόντος. Η αεροσυνοδός πετούσε αγενείς φράσεις ασυλλόγιστα.
   «Και τι σου είπε δηλαδή», ρώτησα με απορία.
   Περισσότερο όμως απορούσα για τη γυναίκα που μ’ είχε γοητεύσει στο παρελθόν η γαλήνη της, και μόλις εξωτερίκευε έναν άγνωστο και απειλητικό χαρακτήρα.
   «...Ότι πήγες μαζί της...».
   «Θα αστειεύεσαι...», απάντησα δυσκολευόμενος να συνέλθω από το αρχικό σοκ.
   Επανέλαβε ακόμη μία φορά επιθετικά, ενώ μου έσφιγγε τον λαιμό με τα χέρια της. Το πάθος της ζήλιας την είχε τυφλώσει. Είδα κι έπαθα για να ξεφύγω από τη μέγγενη των δαχτύλων της. Συνήθως σημείωνα τις ημερομηνίες συνάψεως και λύσεως των δεσμών μου, όχι την πιθανή ημερομηνία του θανάτου μου…
   Ξεφύσηξα και της μίλησα διστακτικά: «Στη Σοφία εξέφρασα απλώς τα παράπονά μου, ότι δεν υπήρχε λόγος να φτάσουμε στον χωρισμό... Αυτό που μου λες εσύ είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Όσο ήμασταν μαζί, σου ήμουν απόλυτα πιστός. Αν θες πίστεψέ με, αν δεν με πιστεύεις δεν με νοιάζει. Η ουσία είναι ότι ο έρωτας σου με πέθανε και με ανέστησε χίλιες φορές. Μα τώρα σε πληροφορώ έπαψα να πεθαίνω, βρήκα τη σανίδα σωτηρίας μου στον εαυτό μου…».
   Η Άννα έμεινε ακίνητη μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα. Το βλέμμα της ήταν σχεδόν υγρό, η ανάσα της γρήγορη. Άγγιξε στιγμιαία τον λαιμό μου, όπου διακρινόταν ακόμη τα σημάδια των δαχτύλων της. Με κοίταξε στοργικά, λυπημένα και μετανιωμένα. Πριν γυρίσει την πλάτη της για να φύγει, κάτι σχημάτισαν αθόρυβα τα χείλη της, σαν να ντρεπόταν να το εκστομίσει. Αλλά το άκουσα δυνατά με τη φαντασία μου: «Σε αγαπώ». Ένα  σπαρακτικό «σ’ αγαπώ» που είχε τη σημασία ενός αντίου, δυσάρεστου και τελειωτικού. Πώς να αφεθείς ξανά στα χέρια, που ενώ αρχικά σε οδήγησαν σε ηδονικούς παραδείσους, έφτασαν να σε πνίξουν και να σε εκμηδενίσουν...

01/03/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Η καλαμιά.





   Σαν χθες θυμάμαι που προβάριζα μπροστά στον καθρέπτη την καινούργια μου ποδοσφαιρική στολή. Όχι ότι είχα καλές σχέσεις με το ποδόσφαιρο και την θαυματουργό για πολλούς μπάλα! Απλά έτυχε την προηγούμενη μέρα να έχει περάσει από το σπίτι μας ο θείος μου. Άφησε μερικές στολές στην μάνα μου για να τις πλύνει και να τις σιδερώσει εκείνη.
   Ήταν παλαίμαχος ποδοσφαιριστής μιας ερασιτεχνικής ομάδας της Λάρισας κι οι φανέλες που έφερε είχαν πράσινο χρώμα, τα σορτσάκια λευκά και οι κάλτσες ήταν πρασινόλευκες. Χρώμα που μου προκαλούσε αηδία, αφού ήμουν φανατικός φίλαθλος του Ολυμπιακού, Μητρόπουλος – Αναστόπουλος… ολέ!!!
   Κάθε απόγευμα είχαμε συνάντηση στο σχολείο. Τελειώναμε βιαστικά τα μαθήματα και δεν κρατιόμασταν με τίποτα στο σπίτι, αφού ο Γιώργος ήθελε να δει τον Χρήστο, ο Δημήτρης τον Παναγιώτη και πάει λέγοντας… Πιάναμε κουβέντα και τρέχαμε σαν τα αγριοκάτσικα, μαζεύοντας αρκετές φορές μικρά κοράκια που έπεφταν από τα πεύκα του σχολείου. Κι αν τύχαινε κάποιο παιδί να φέρει μία μπάλα, αρχίζαμε κι έναν αγώνα, δίπλα στο γήπεδο.
   Συνήθως, μας οργάνωνε ο Θανάσης που ήταν πολύ καλός στο ποδόσφαιρο, τεχνίτης παίκτης και απίθανος γκολτζής. Εκείνη την μέρα λοιπόν, που εμφανίστηκα με την καινούργια στολή καμαρωτός στο σχολείο, όλοι άρχισαν να με ρωτάνε τι και πώς; Και γιατί φορούσα τη φανέλα με το νούμερο δέκα; Αδύνατον!!! Ξέρανε ότι το πολύ πολύ να έκανα για τερματοφύλακας και αμυντικός, και μάλιστα μόνο δεξί μπακ και με τίποτα κεντρικός στόπερ!
   Με πλησίασε ο ξάδελφος του Θανάση -τον γνώριζα για πρώτη φορά-, είχε έρθει για λίγες μέρες στο χωριό με τους γονείς του. Τότε, μου ήρθε ξαφνικά η ιδέα να πλάσω το παραμύθι μου…
   «Να σας πω… Ήρθε ο θείος μου χθες το μεσημέρι, μαζί με έναν κύριο που φορούσε μια αθλητική φόρμα και πάνω στο στήθος του είχε τη σημαία της Ελλάδας».
   Πλήρης βουβαμάρα από το κοινό μου, δεν ανάσαινε κανείς!
   «Και να μην σας τα πολυλογώ, μου έκανε πρόταση να με δοκιμάσει στην Εθνική παίδων, όπου είναι προπονητής».
   Ο Θανάσης γούρλωσε τα μάτια και είπε: «Άσε μας βρε παραμυθά, βρήκες ανθρώπους να δουλέψεις τώρα!».
   Ο Δημήτρης διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια και ο Χρήστος ούρλιαζε χοροπηδώντας: «Ο σπασίκλας στην Εθνική παίδων!!! Γιούπι!!! Θα γίνει διάσημο το σχολείο μας…».
   Ο ξάδελφος του Θανάση ήρθε κοντά μου και με σκούντηξε με το στήθος του σαν κοκόρι.
   «Για να δούμε πόσο καλός είσαι!» με προκάλεσε.
   Ο Παναγιώτης μέτρησε παιδιά. «Έντεκα σύνολο. Πάμε για μονότερμα. Ένας τέρμα κι από πέντε η ομάδα».
   «Μου δώσατε τους χειρότερους παίκτες» διαμαρτυρήθηκα. «Σίγουρα θα κερδίσετε, δεν υπάρχει λόγος να αρχίσουμε καν το παιχνίδι».
   «Εσύ το λες αυτό παικταρά μου;» είπε σαρκαστικά ο Θανάσης.
   «Λοιπόν, επειδή αρχίζω και εκνευρίζομαι, ξεκινάμε αμέσως. Εγώ θα δίνω πάσες κι οι υπόλοιποι τέσσερις φουλ επίθεση!».  
   Σε αυτή την περίπτωση, σκέφτηκα, για να μην γίνω ρεζίλι, θα ξεκινήσω με ψηλοκρεμαστές μπαλιές κι όπου πάει η μπάλα. Είχαμε κι έναν ψηλό κι έπρεπε να τον εκμεταλλευτώ. Κι έτσι έγινε… με δυο κεφαλιές διαβήτη κοντά στο κεφάλι του Πέτρου, δως του καρφωτές κεφαλιές και η ομάδα μας δύο- μηδέν μπροστά στο σκορ. Οι αντίπαλοι δεν πίστευαν στα μάτια τους κι εγώ ευχαριστούσα τον Θεό για την τύχη του πρωτάρη. Ο Μιχάλης, ο ξάδελφος του Θανάση, άρχισε να με μαρκάρει στενά και να μην μπορώ να κρατήσω την μπάλα πάνω από λίγα δευτερόλεπτα. Μας ισοφαρίζουν και περνάνε μπροστά τέσσερα-δύο. Με την πρώτη ευκαιρία που παίρνω την μπάλα στα πόδια, δοκιμάζω κατευθείαν σουτ, αλλά την ίδια στιγμή ο Μιχάλης, μου κλέβει την μπάλα και τρώει μια καλαμιά  με την μύτη του παπουτσιού μου, που θα την θυμάται σε όλη του τη ζωή!!! Πήδηξε σαν χιμπατζής κι ύστερα έπεσε κάτω βογκώντας, αγκαλιάζοντας ταυτόχρονα το χτυπημένο πόδι του.
   Ο Θανάσης με πλησίασε αγριεμένος και με συμβούλεψε να βγω έξω με κόκκινη κάρτα για επικίνδυνο παιχνίδι. Δέχτηκα την αποβολή μου χωρίς αντίρρηση και πήγα να καθίσω στα τσιμεντένια καθίσματα του γηπέδου. Ο Μιχάλης σηκώθηκε από κάτω δειλά, κουτσαίνοντας στην αρχή και μετά παίζοντας πιο θαρρετά.
   Το πρώτο γκολ που έβαλε το πανηγύρισε θριαμβικά, σηκώνοντας μάλιστα το χέρι του προς το μέρος μου και φωνάζοντας ότι μου το αφιερώνει με αγάπη. Αυτός ίσως ήταν ένας ξεχωριστός τρόπος εκδίκησης για την καλαμιά που «έφαγε» από εμένα, τον άγνωστο αντίπαλό του.

09/01/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης