Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Κριτική παρουσίαση του βιβλίου της Σοφίας Κανταράκη: «Κοινωνίας δρώμενα στον Παπαδιαμάντη, ζητήματα κοινωνικού και εκπαιδευτικού προβληματισμού», 113 σελίδες, Ήρα Εκδοτική, Βόλος, 2017.




   Πριν επιχειρήσω με τη δική μου οπτική γωνία μία κριτική προσέγγιση των δέκα μελετών της Σοφίας Κανταράκη οι οποίες περιέχονται στο παρόν βιβλίο, θα κάνω την εξής διευκρίνιση: είναι η πρώτη φορά που επικεντρώνω την προσοχή μου σ’ ένα κείμενο που δεν αφορά πρωτογενή έντεχνο λόγο και μυθοπλαστική λογοτεχνία (ποίηση, διήγημα, παραμύθι, κ.τ.λ.), όπου θα μπορούσα να ανταποκριθώ σχετικά επιτυχημένα με ένα άρθρο μου. Επειδή το έργο που έχω ανά χείρας αφορά ένα σύνολο μελετών, που η σφαιρική θεώρηση του συγγραφέα δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια για συμπληρώσεις ή έστω για εύστοχες παρατηρήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να ανοίξουν έστω ένα μικρό παράθυρο στη ζωή και στο έργο μιας από τις μεγαλύτερες μορφές της εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής, όπως είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
   Μολονότι τυγχάνω πιστός προσκυνητής του γλαφυρού λόγου του κυρ-Αλέξανδρου και εραστής των λαϊκών πρωταγωνιστών του, το ζητούμενο ή αν θέλετε ο στόχος ώστε να σταθεί ικανοποιητικά η άποψή μου απέναντι στις εμπεριστατωμένες μελέτες της Σοφίας Κανταράκη, θα ήταν μια εκ βαθέων αναζήτηση και εξέταση στο «αν το βιβλίο αυτό συνιστά μεγάλη συμβολή στην κατανόηση της ζωής και του έργου του γνωστού κοσμοκαλόγερου». Προσπάθεια ή δοκιμή η οποία θα απαιτούσε εξ αρχής τη διασταύρωση βιβλιογραφικών πηγών και θα οδηγούσε στην εξαγωγή συμπερασμάτων μέσα από τον συσχετισμό των υπαρχόντων μελετών. Δεν θα ήταν φρόνιμο να έχω μια τέτοια φιλοδοξία εφόσον θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα ένας φιλόλογος, που επιπροσθέτως διαθέτει και τα κατάλληλα επιστημονικά εφόδια, έστω και αν η συγγραφική εμπειρία μπορεί να οδηγήσει κάποιον να πιστεύει ότι θα επιτύχει αναλαμβάνοντας ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα ως ερευνητής.
   Θα γράψω λοιπόν ως αναγνώστης, που για πρώτη φορά διάβασε ένα βιβλίο μελετών για έναν από τους πιο αγαπημένους του συγγραφείς, τον οποίο είχε μάλιστα ως πρότυπο στην αρχή της συγγραφικής του δοκιμασίας. Πρώτα θα εξετάσουμε τους λόγους που η εκπαιδευτικός Σοφία Κανταράκη πήρε το μολύβι και άρχισε να γράφει. Να εικάσουμε ότι το έκανε από απλή φιλοδοξία ή από εσωτερική ανάγκη να αφήσει κάτι αξιόλογο στις επερχόμενες γενιές; Όπως είναι ευρέως γνωστό, ακόμη και αν έχει πεθάνει ο συγγραφέας, συνεχίζει να ζει μέσα από το έργο του και μέσα από τη σκέψη των αναγνωστών του. Η προσπάθειά της όμως, κρίνω, πως δεν είχε το παραμικρό εγωιστικό κίνητρο, αν δώσουμε τη δέουσα σημασία στην ψυχική χαρά που δημιουργεί κάθε είδους προσφορά και ευεργεσία στους συνανθρώπους μας.
   Αφήνοντας στην άκρη οποιεσδήποτε ανυπόστατες σκοπιμότητες και λειτουργώντας παράλληλα με τη σκέψη ενός καλού εκπαιδευτικού, που θεωρεί το επάγγελμά του όχι απλώς βιοπορισμό με πιστή εφαρμογή των οδηγιών του Υπουργείου Παιδείας αλλά εξαιρετικής σημασίας λειτούργημα, είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε ολοκληρωτικά τη συγγραφική φυσιογνωμία της ιστορικού-φιλολόγου Σοφίας Κανταράκη, από την οποία γεννήθηκε αυτό το καλοδουλεμένο και όμορφο βιβλίο. Άλλωστε, το ενδιαφέρον της φανερώνεται ευθαρσώς στη μελέτη της για την περιγραφικότητα και την εικονοποιοία του Παπαδιαμάντη ως κριτήριο φιλαναγνωσίας: «Μέσα από τις διαδρομές στα παπαδιαμαντικά μονοπάτια είναι βέβαιο ότι οξύνεται και παράλληλα διευρύνεται η αναγνωστική ικανότητα των μαθητών και, μέσω της αναγνωστικής τους περιπλάνησης, επιτυγχάνεται παράλληλα η αισθητική απόλαυση». Σε άλλο σημείο της ίδιας μελέτης, αναρωτιέται: «ποια στοιχεία, όμως, είναι εκείνα που επιτρέπουν στον μαθητικό ψυχισμό να επηρεαστεί και να γίνει δεκτικός σε αναγνωστικές διαδρομές που, ενδεχομένως, θα τον σαγηνεύσουν, αλλά και παράλληλα θα τον ταρακουνήσουν από τη γραμμικότητα της σχολικής προγραμματισμένης πορείας;».
   Με απλά λόγια, η Σοφία έχει μεράκι και αγάπη που περισσεύουν ώστε να μπορεί να διεισδύσει στον κόσμο του κυρ-Αλέξανδρου, έχοντας ταυτόχρονα και το πλεονέκτημα της κοινής καταγωγής, το οποίο και της έδωσε εντυπωσιακά πετάγματα στους τόπους και τους χώρους όπου έζησαν οι πρωταγωνιστές του Παπαδιαμάντη, για να μπορέσει να κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα τους, και να ερμηνεύσει τα λόγια και τις πράξεις τους μέσω των κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Οικολογική ευαισθησία και υπέρμετρη φυσιολατρία που διοχετεύεται στα ίδια βουνά, στα ίδια ακρογιάλια, στις ίδιες πηγές, στα ίδια περβόλια, στα ίδια βράχια, στα ίδια κυπαρίσσια, σε κάθε σχήμα και μορφή,  με την ιδιοτυπία που τους χάρισε ο Θεός. Τα ίδια καλντερίμια πάλλονταν στο νου του αξιομνημόνευτου συγγραφέα και συνεχίζουν να πάλλονται στο νου της μελετήτριάς του, ζώσες και αμείλικτες αλήθειες, που δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς γαλήνια τις νύχτες αν δεν τις φωτίσεις με τη δική σου ξεχωριστή ματιά.
   Και άραγε, ποιο είναι το παρόν και ποιο το παρελθόν που εικονίζεται στο έργο του, όταν επαναστατεί αρνούμενος τις απάνθρωπες κοινωνικές συμβάσεις και φτάνει μέχρι στο σημείο να υποστηρίξει τον πολιτικό γάμο, αυτός ο θεοσεβούμενος άνθρωπος εν έτει 1896 (στο διήγημα «Χωρίς στεφάνι»), αποδεικνύοντας έμπρακτα την ευσπλαχνία του σε όλους τους κοινωνικά αδικημένους και ιδιαίτερα στις ανύπαντρες γυναίκες που θεωρούνταν «μιάσματα» της κοινωνίας. Μήπως τελικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι πιο διαχρονικός, προοδευτικός, διορατικός, πιο σύγχρονος κι από τους συγγραφείς των ημερών μας, αν αφαιρέσουμε κάποιες κοινωνικές και πολιτιστικές συνιστώσες εκείνης της εποχής: το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, την οικονομική δυσπραγία, την τυπολατρική θρησκευτική προσήλωση, τον θεσμό της προίκας και κάποιες δεισιδαιμονίες; Μήπως όμως, από τότε δεν έχει αλλάξει κάτι στα πολιτικά ήθη -όπως εύλογα συμπεραίνουμε διαβάζοντας τα αποσπάσματα που μας παρατίθενται από το διήγημα: «Χαλασοχώρηδες»-, και ο Έλληνας εν όψει των εκλογών δεν είχε ούτε απόκτησε ποτέ πολιτική συνείδηση και ζούσε και ζει ακόμη σ’ ένα διεφθαρμένο πολιτικό περιβάλλον, από το οποίο υπήρξαν στιγμές που επωφελήθηκε προσωπικά αλλά και κάποιες στιγμές που αδικήθηκε; Δεν βρισκόμαστε σήμερα στο ίδιο σημείο, όταν το 1893 ο Τρικούπης δήλωνε στη Βουλή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», ενώ είχε ήδη επικρατήσει ο δικομματισμός και οι πολιτευόμενοι γνώριζαν καλά την ψυχολογία του όχλου, ξεγελώντας με μύρια τεχνάσματα τον κακόμοιρο λαό;
   Θα διαπιστώσουμε λοιπόν έκπληκτοι, ότι μέσα από την πληθώρα των ανθρώπινων τύπων που μας παρουσιάζει ο κυρ-Αλέξανδρος ξεπηδούν πρόσωπα της πεζής καθημερινότητάς μας, με τα οποία κάποτε συναναστραφήκαμε και αποτελούν το παρελθόν μας ή τα έχουμε ορίσει μέσα στο περίγραμμα της ζωής μας και αποτελούν  τους συγγενείς μας ή τους φίλους μας μέσα στο ρέον παρόν μας, και κάλλιστα θα μπορούσαμε να  τους επαναεφεύρουμε και να τους επαναπροσδιορίσουμε ως σύγχρονους και γνήσιους παπαδιαμαντικούς ήρωες, αισθανόμενοι την τραγικότητα της ύπαρξής τους. Και αυτό ακριβώς, γιατί ο Παπαδιαμάντης δεν στάθηκε στην επιφάνεια και μας μίλησε στην ψυχή, αποκαλύπτοντας την μεγάλη παγκόσμια ανθρώπινη περιπέτεια και συνοψίζοντας την σε μικρές ιστορίες-αριστουργήματα του λόγου. Γυναίκες που βγάζουν με κάθε ευκαιρία τα άγριά τους ένστικτα, διαπράττοντας ασυνείδητα μητρικά εγκλήματα με την εξαπόλυση αρών ή προχωρώντας σε πιο επικίνδυνα μονοπάτια, αφαιρώντας τη ζωή από τα παιδιά τους επειδή δεν μπορούν να τα θρέψουν και το μέλλον τους προοιωνίζεται να είναι μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία).
   Άρα, η Σοφία Κανταράκη πρέπει να συνειδητοποίησε αρχικά την ευθύνη και το βάρος που επωμίζεται και αργότερα να προχώρησε με αφοσίωση στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, έχοντας πίστη στην επιστημονική της κατάρτιση. Αν και εδώ έχουμε τη συλλογή άρθρων που συνέγραψε η ίδια σε διαφορετικές χρονικές περιόδους -έχουμε και μία εισήγηση σε συνέδριο-, γεγονός που ενισχύει αυτό που προείπα, ότι η ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη την απασχολούν εδώ και χρόνια ως βιωματική αναγνωστική εμπειρία με τους μαθητές της αλλά και ως ιερή υποχρέωση που πρέπει να αναλαμβάνει ένας μορφωμένος άνθρωπος και μάλιστα συντοπίτης της μεγάλης αυτής συγγραφικής μορφής, για να φωτίσει τη ζωή και το έργο του με τη δική του ξεχωριστή ματιά.
   Όλοι μπορούμε να διδαχτούμε πολλά από τη ζωή και το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: συγγραφείς, εκπαιδευτικοί, φοιτητές, μαθητές. Τα αμέτρητα φανταστικά πλάσματα τα οποία περιγράφονται με απίστευτη ζωντάνια μπροστά μας -τα ονομαζόμενα «κρούσματα»-, αντλούνται από την ανεξάντλητη πηγή της νεοελληνικής λαϊκής μυθολογίας. Οι πρωτόγνωρες λέξεις μάς ωθούν ασυναίσθητα στο να ξεκινήσουμε μια έρευνα, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η ιδιορρυθμία της γλώσσας με την οποία εκφράζεται ο κυρ Αλέξανδρος δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα όσων διατείνονται ότι είναι υπαρκτό το πρόβλημα της δυσκολίας και αδυναμίας των μαθητών να προσλάβουν τα νοήματα και τα μηνύματα των κειμένων του. Το χρησιμοποιούν στην ουσία ως δικαιολογία για να εξοβελίσουν από την εκπαίδευση έναν ζωντανό θησαυρό της γλώσσας μας, χάρις τον οποίο τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν δημιουργικά τη φαντασία τους και να χαρούν τη λογοτεχνική τέρψη, που δεν αφήνεται να λειτουργήσει αβίαστα λόγω των φορτωμένων σχολικών προγραμμάτων και των χωρίς ευελιξία διδακτικών μεθόδων.
   Κι αν η αποπνευματοποίηση της εποχής μας και ο ακόρεστος υλισμός καρφώνουν κυρίως τα όνειρα των νέων σ’ ένα μέλλον, σανίδα θαλασσοταραγμένη ενός ναυαγισμένου καραβιού, που και που βγαίνουν στο φως ανάλογα έργα -όπως της Σοφίας-, σποραδικές νιφάδες να καλύψουν το μαύρο του τοπίου με το λευκό του πνεύματος, αρκεί να είναι έτοιμοι από καιρό οι πεινασμένοι της αλήθειας, για να αρπάξουν την ευκαιρία και να βυθιστούν σ’ ένα ωφέλιμο ταξίδι γνώσεων, χωρίς ν’ αφήνουν πίσω τους μετανιωμένοι τον παλιό τους εαυτό.
   Μην λησμονάμε ότι «οι σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες μάθησης βλέπουν τον καθηγητή συνεργάτη του μαθητή και τον μαθητή συνδημιουργό της γνώσης», όπως γράφει η Σοφία Κανταράκη στη σελίδα 88 της μελέτης της με τίτλο: «Το σχολικό ανάγνωσμα στον Παπαδιαμάντη». Αυτή την κατάληξη θα είχε άλλωστε και μία κριτική προσέγγιση, κατά την οποία ο υποφαινόμενος δεν έχει κανέναν δισταγμό να διατυπώσει με ειλικρίνεια και θάρρος τη γνώμη του, ότι η συγγραφέας πέτυχε τον άμεσο και απώτερο στόχο της. Αυτός που δεν γνώριζε αρκετά για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να λάβει ένα είδος βοήθειας για να αναζητήσει κάποια πράγματα περισσότερο, διαβάζοντας διηγήματά του ή επισκεπτόμενος τη νήσο Σκιάθο για να έρθει σε επαφή με το φυσικό περιβάλλον που τον ενέπνευσε, και αυτός που γνώριζε πολλά, να διακρίνει κάποιες φωτοσκιάσεις της ζωής και του έργου τού άφταστου συγγραφέα -έστω απειροελάχιστες-, που του είχαν διαφύγει ή δεν τον είχαν κατευθύνει στο να τις φανταστεί οι μελετητές του Παπαδιαμάντη, με το έργο του οποίου ασχολήθηκαν με ψυχική ζέση και θαυμασμό.

12/03/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής-συγγραφέας-βιβλιοκριτικός        

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Η ύλη της φαντασίας από το άπειρο στην υπερβολή



Η γένεση της αμφισβήτησης όσον αφορά τη δημιουργική φαντασία για τον Πλωτίνο συνίσταται σε μία διαρκή προβολή ενός ειδώλου σε ένα άλλο είδωλο, χωρίς πέρας. Ο απατηλός κόσμος των αντανακλάσεων έχει να κάνει πρώτιστα και κύρια με την ύλη της φαντασίας. Στις Εννεάδες, Ι.4.10, ο Πλωτίνος συγκρίνει την ύλη με κάτοπτρο. Ό,τι αντικατοπτρίζεται σε αυτό είναι μόνο μία εικόνα ή αναληθές ον (εἴδωλον ὄν καὶ εἰς οὐκ ἀληθινόν οὐκ ἀληθές).[1] Η εικόνα αυτή της ύλης είναι εικόνα ενός άλλου προτύπου και ούτω καθ’ εξής. Αν εμείς αντιλαμβανόμαστε την ύλη ως υπαρκτή είναι γιατί βλέπουμε σε αυτή το ουσιαστικό βάθος της γνώσης.[2] Φαίνεται να υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στο είδωλο και το κάτοπτρο, αφού το πρώτο απεικονίζεται στο δεύτερο. Όμως υπάρχει η περίπτωση και το κάτοπτρο να απεικονίζεται ως είδωλο σε ένα άλλο κάτοπτρο και ούτω καθ’ εξής.[3] Έτσι θεωρώντας τις σχέσεις ανάμεσα στις υποστάσεις υπό την οπτική της αντανάκλασης, και δεδομένου ότι η αισθητή ύλη ταυτίζεται με το άπειρο, η αλυσίδα των αντανακλάσεων δεν έχει πέρας. Η νοητή ύλη καθρεφτίζει τον εαυτό της ως ετερότητα του Ενός, ενώ η αισθητή ύλη θα πρέπει να αντανακλάται, είτε στην ψυχή, όπου θα πρέπει να βλέπει τον εαυτό της, αλλά ως κατώτερη ψυχή, είτε στον εαυτό της, οπότε θα είναι και κάτοπτρο και είδωλο μαζί. Πρόκειται για ένα αβυσσαλέο κάτοπτρο που θα έχει ένα αβυσσαλέο είδωλο. Μόνο με την αναβάθμιση της αισθητής ύλης σε νοητή, καθώς προσεγγίζει τη πηγή κάθε αντανάκλασης, ο καθρέφτης των αντανακλάσεων και των παραμορφώσεων σπάει και η ύλη φωτίζεται.   
Παρόλα αυτά η φαντασία παραμένει ένας τρόπος να εξελίσσεται η ζωή, η νόηση, το είναι και το γίγνεσθαι. Η λειτουργία της φαντασίας είναι απελευθερωτική όταν πετυχαίνει να προσανατολίσει εκ νέου σε μία άλλη διέξοδο προς την πραγματικότητα· είναι όμως υποδουλωτική όταν, δημιουργώντας εμμονές, παγιώνει τον τρόπο σκέψης. Για παράδειγμα η ώριμη υπαρξιστική φιλοσοφία του Ζαν-Πωλ Σαρτρ στηρίχτηκε ακριβώς στη λειτουργία της φαντασίας και της εικονοποιείας,[4] όπως ερμηνεύτηκε πριν τον πόλεμο από τον ίδιο. Το ελεύθερο υπαρξιστικό υποκείμενο[5] γεννιέται από το άνοιγμα της σκέψης προς το πραγματικό· βασική προϋπόθεση για αυτή τη διάνοιξη είναι η φαντασία. Καθώς κανείς χρησιμοποιεί την ικανότητα του να φαντάζεται τον κόσμο, το επόμενο λογικό στάδιο είναι η δράση, με στόχο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την καλυτέρευσή του. Με βάση αυτή παράγεται όχι ό,τι περιέχεται εντός της, αλλά δυνατότητες, απρόσμενοι συνδυασμοί, εντάσσοντας τη συνείδηση σε μία συνολική δομή, κατά τρόπο που δεν μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος χωρίς τη βοήθειά της. Η φαντασία είναι μία υπερβολή και υπέρβαση εκ του γεγονότος όχι της έλλειψης πιθανής σχέσης μαζί της, αλλά λόγω του ανεξάντλητου, ενίοτε πηγαίου δυναμισμού της. Ο τύπος αυτού του δυναμισμού είναι κατεξοχήν εσωτερικός και δευτερευόντως εξωτερικός, έχοντας ως αντικείμενο προς διαμόρφωση τη «φανταστική ύλη». Η φαντασία καταλαμβάνει τον χώρο μεταξύ του ασυνειδήτου και του συνειδητού, όντας πέραν της συνήθειας και της πεζότητας.
Η νωθρή ονειροπόληση προσφέρει την απαραίτητη ανάπαυλα για την ανατροφοδότηση του στοχασμού. Είναι μία διαλειμματική χαρά, αν και ο τύπος της ενέχει ποικιλίες και συγκινήσεις. Αφορά άλλοτε τα μικρά και άλλοτε τα μεγάλα και σπουδαία, με ή χωρίς πρωταγωνιστές, φεύγοντας ανεπαισθήτως όπως ήλθε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Βρίσκεται ένα βήμα πριν το όνειρο, ελεγχόμενη μόνο εν μέρει. Καλλιεργείται μέσα από την Τέχνη, διότι όπως και η συλλογική μνήμη στηρίζεται σε αρχέτυπα, εικόνες και σύμβολα, μύθους και τύπους, σχετικά με την κοινωνία και τη φύση. Εάν έχει δομή αυτή είναι ουσιαστικά φανταστική. Όταν υπάρξει η δυνατότητα ερμηνείας της ποτέ δεν πρόκειται για μία συνολική δομική ερμηνεία, αλλά μόνο για επιμέρους συσχετίσεις, συστήματα και κώδικες. Εάν η σκέψη και η γλώσσα αδυνατούν να εκφράσουν το όλο, η φανταστική ονειροπόληση ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά της. Ο συνειδητός άνθρωπος διστάζει να προχωρήσει, κρυφοκοιτάζοντας με περιέργεια προς τον τόπο όπου θα πρέπει να βρίσκεται προσωρινά η αλήθεια, όμως η φαντασία είναι ήδη εκεί με ορμή, αλλά εξαιτίας αυτής δεν μπορεί να παραμείνει. Οι εντυπώσεις που παρέχει είναι φευγαλέες και γοητευτικές, ονειρικές και παιγνιώδεις. Για να γεφυρώσει το κενό προς ό,τι την τροφοδοτεί, εγκαθιδρύει αντιστοιχίες ανάμεσα στο είναι και τη σκέψη. Όμως λόγω της εικονικής παρουσίας της, η φαντασία δεν αναμιγνύεται παρά μόνο στην μεταφορά από το ένα σημείο στο άλλο, διότι παρά την ευμετάβλητη και εύπλαστη ύλη της, διαθέτει όρια που δεν τα θέτει η ίδια.



Ο φιλόσοφος που ερμήνευσε πάμπολλες όψεις της φαντασίας, ο Γκαστόν Μπάσελαρ (Gaston Bachelard), τόνισε τη μεταίχμια θέση της ανάμεσα στο ασυνείδητο και τη λογική, τοποθετώντας τη στο κατώφλι του λογικού, της αντικειμενικής γνώσης. Παραδόξως η θεωρία της φαντασίας που προέβαλε, δεν στηρίχτηκε μόνο στις ποιητικές εικόνες που αφθονούν στην Τέχνη, αλλά στηρίχτηκε σε μία «υλική φαντασία».[6] Δεδομένης της προσωπικής υλικότητας εκάστου ανθρώπου, εύκολα συνάγεται η ύπαρξη μίας «φανταστικής ύλης», κατά τον τρόπο ίσως που ο Πρόκλος αναφερόταν σε μία «φανταστή ὕλη», που προηγείται της «νοητής ύλης», δηλαδή της νοητικής επεξεργασίας των δεδομένων των αισθήσεων. Η αληθινή πειθώ για τον Μπάσελαρ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ονειροφαντασία,[7] στη λεωφόρο της οποίας αποδίδονται οι σκέψεις. Η παραδοξότητα της θέσης αυτής έγκειται στην παραδοχή ότι η σκέψη που διατείνεται πως προσεγγίζει το πραγματικό δεν μπορεί να το προσεγγίσει καίρια και ουσιαστικά, παρά μόνο εάν απομακρυνθεί από αυτό. Τίθεται όμως θέμα πειθούς πιο πολύ παρά αντιστοίχησης της σκέψης προς την αλήθεια. Η πειθώ σχετίζεται προς την αλήθεια αλλά αφορά τον τρόπο παρουσίασής της. Εάν λοιπόν η σκέψη αποδίδεται στις ονειροφαντασίες είναι για να παρουσιαστεί πιο ωραία; Όχι εάν ο τρόπος έκφρασης και το περιεχόμενο συμπίπτουν· προκρίνεται έτσι η αντιστοιχία προς την αλήθεια των αισθησιακών αξιών από αυτή των αισθητηριακών. Το θέμα είναι γιατί να επιλεγεί η μία ποιητική εικόνα από κάποια άλλη, και ακόμη γιατί να επιλεγεί η συγκεκριμένη ερμηνεία της από μία άλλη. Έκδηλη είναι η ταλάντευση ανάμεσα στην εξορθολογίκευση και την υποκειμενοποίηση, η έλλειψη του θεμελίου που θα σταθεροποιούσε το κριτήριο της επιλογής, η διττή κλίση του επιστήμονα-φιλοσόφου και του καλλιτέχνη, ποιητή-φιλοσόφου. Η ταλάντευση αυτή επιτείνεται καθώς οι εικόνες δεν παγιώνονται αλλά παραμένουν διαρκώς ρευστές. Κατά τον Μπάσελαρ, η φαντασία ως θεωρία της ύλης οδηγείται αναπόφευκτα στην υπερβολή.[8] 
                                    


[1] Ἐννεάδες, ΙΙΙ. 6.3.
[2] Πρβλ. την άποψη του Werner Heisenberg (Φυσική και Φιλοσοφία. Μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1978, 24-5), ότι κάθε απόφανση για το βαθμό της γνώσης μας ως προς την πραγματική κατάσταση στηρίζεται στην «πιθανότητα» στα μαθηματικά ή στη στατιστική. Με την κβαντομηχανική εισήχθη ένα νέο είδος φυσικής πραγματικότητας, που βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στο μέσο μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας.
[3] Στο έργο του Tzvetan Todorov, (Introduction à la littérature fantastique. Éditions du Seuil, Paris 1970, 126-130) με αφορμή το θέμα του εαυτού και τις μεταμορφώσεις του, η λειτουργία της φαντασίας, όσον αφορά τη λογοτεχνία, συγκρίνεται με μία σειρά βλεμμάτων και αντανακλάσεων από κάτοπτρα και φακούς, υποδηλώνοντας τον ομιχλώδη χαρακτήρα της. Εύλογα διαφαίνεται η αντιστοιχία με τον κόσμο της ύλης, όπως περιγράφεται από το Νεοπλατωνισμό. Όμως ενώ στο έργο του Πλωτίνου η αοριστία και το χάσιμο στις «εικόνες του βλέμματος» ανάγεται τελικά σε μία πρωταρκτική απλότητα, δηλαδή την αλήθεια του Ενός, στη λογοτεχνία η μόνη υπόσχεση ενοποίησης είναι η αναγωγή στο εγώ.
[4] Jean Paul Sartre, The Imaginary. A phenomenological psychology of Imagination. Revision and Historical Introduction by Arlette Helkaïm Sartre. Translation and philosophical introduction by Jonathan Weber, Routledge, London and New York 2004, 5.
[5] Βλ. Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός. Μετάφραση Κ. Σταματίου, Εκδ. Αρσενίδης, Αθήνα χ.χ., 18, 22 κ.α. 
[6] Gaston Bachelard, Το Νερό και τα Όνειρα. Δοκίμιο πάνω στην φαντασία της ύλης. Μετάφραση Έλση Τσούτη, Εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1985, 19.
[7] «Το όνειρο είναι πιο δυνατό από την εμπειρία». Gaston Bachelard, Η ψυχανάλυση της φωτιάς. Μετάφραση Γιάννης Εμίρης, Εκδ. Ερατώ, Αθήνα 1987, 46.
[8] Αυτή η υπερβολή σηματοδοτεί μία μετάβαση από το αρνητικό άπειρο της ύλης σε έναν εξαγιασμό της ως διάρκεια της στιγμής μέσω του διαλογισμού, «όταν το παρόν δεν περνάει» (Βλ. Γκαστόν Μπάσελαρ, Η εποπτεία της στιγμής. Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, 74), παραπέμποντας στις πνευματικές ασκήσεις των μυστικών της ύστερης αρχαιότητας.