Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΤΡΕΛΟ ΑΣΤΕΡΙ - Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους.




   Ο νυχτοφύλακας περπατούσε πέρα δώθε στην πόλη των λαμπερών χρυσαφικών. Παρατηρούσε το κτίριο που ορθωνόταν μπροστά του σαν τεράστιο χέρι απλωμένο στον ουρανό. Κάθε δάχτυλο ήταν και ένα κατάστημα γεμάτο με χριστουγεννιάτικα δώρα. Φαινόταν νυσταγμένος και το μόνο που σκεφτόταν ήταν ένα μεγάλο ψητό μπούτι γουρουνιού. Του έτρεχαν τα σάλια...   
   Ώσπου ο μικρός που τον παρατηρούσε τόση ώρα κρύφτηκε πίσω από τη σκιά της πλάτης του. Χασκογέλασε και είπε από μέσα του:
  «Τώρα πρέπει να διαλέξω σε τι είναι καλύτερο να μεταμορφωθώ. Να γίνω λύκος και να του τραβήξω μια δαγκωνιά στο πόδι ή να γίνω τσιμπούρι και να τρέφομαι από το λίπος και το αίμα του».
   «Μμμ, δεν σκέφτηκα κάτι πιο αποδοτικό...», έξυσε το κεφάλι του και τα μάτια του λάμψανε.
   «Θα φέρω ένα μπουκάλι κρασί και θα προσπαθήσω να του πιάσω κουβέντα... Ε, λοιπόν, ακούστε να σας πω κύριε τι έγινε τα προηγούμενα Χριστούγεννα... Καθόμασταν κάτω από το δέντρο όλοι μας: ο μπαμπάς, η μαμά και ο αδελφός μου. Κοιτούσαμε τα λαμπάκια που αναβόσβηναν και ξεχνιόμασταν. Μύριζε έλατο και παραξενευτήκαμε. Ξαφνικά το αστέρι στην κορυφή του δέντρου έγειρε και έπεσε κάτω σπάζοντας αρκετές μπάλες. Ο αδελφός μου ούρλιαξε:
   «Τρελό αστέρι, τι έπαθες;», πήγε να του πιάσει κουβέντα.
   Λες και τα αστέρια μιλάνε... Αν και έχω μια απορία, ίσως τα χριστουγεννιάτικα αστέρια να μιλάνε τελικά...
   Ο πατέρας εκνευρισμένος που έχασε αρκετές μπάλες για την παραξενιά του αστεριού, έτρεξε γρήγορα γρήγορα να πάρει από την αποθήκη ένα μικρότερο αστέρι και όταν επέστρεψε, το έβαλε στην κορυφή του δέντρου.
   «Κατέβα από εκεί πάνω», φώναξε παρεξηγημένο το μεγαλύτερο αστέρι.
   «Και γιατί παρακαλώ; Νομίζεις ότι εσύ αξίζεις περισσότερο από μένα;».
   «Και βέβαια, αξίζω περισσότερο! Πάμε να διαγωνιστούμε;».
   «Πάμε», τον προκάλεσε ο μικρότερος.
   «Αν είσαι μάγκας, κατέβα από το δέντρο κι έλα να παλέψουμε με τις χρυσαφένιες άκρες μας».
   «Δεν περίμενα τέτοια θρασύτητα και αλαζονεία από τον λαμπερότερο», διέκοψε τον μικρό παραμυθά ο νυχτοφύλακας.
   «Και πού είστε να δείτε ακόμη... Πιείτε όμως κανένα ποτηράκι για να τα ακούτε και να μην καταλαβαίνετε πολλά...».
   Ο νυχτοφύλακας άρχισε να ζαλίζεται και σιγά σιγά τον πήρε ο ύπνος. Ο μικρός τότε, έριξε ένα σάλτο πάνω του και πηδώντας από κουμπί σε κουμπί της στολής του έφτασε στην δεξιά τσέπη του και τράβηξε από μέσα ένα μεγάλο χρυσαφένιο κλειδί.
   «Πω πω, θα το αδειάζω το κτίριο του Αρπακτικάξ απόψε!», είπε ενθουσιασμένος.
   Με δυσκολία κατάφερε να κρατήσει στην μικρή του παλάμη το κλειδί και μετά από μεγάλη προσπάθεια άνοιξε την κεντρική πόρτα του πολυκαταστήματος. Μια πινακίδα με μεγάλα γράμματα προειδοποιούσε: «Στο κτίριο του Αρπακτικάξ απαγορεύεται η είσοδος στους κλέφτες-πολίτες, εκτός αν αποτελούν πολιτικά πρόσωπα που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις!».
   Ο μικρός κλέφτης έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς γίνεται η κλοπή σε άλλους να απαγορεύεται και σε άλλους να επιτρέπεται;
   Πριν χτυπήσει ο συναγερμός και καταφθάσουν οι αστυνομικοί, ένα τρελό αστέρι τον ανέβασε πάνω στη ράχη του βγάζοντας φτερά για να πετάξει. Όταν ο μικρός γύρισε να κοιτάξει πίσω του, του φάνηκε ότι από το κτίριο του Αρπακτικάξ έλειπε ένα δάκτυλο... Με ένα δάκτυλο λιγότερο, ο γύπας του εμπορίου δεν θα μπορούσε να κλέψει τόσα πολλά.


15/12/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Κριτική Παρουσίαση του παιδικού βιβλίου της Γιώτας Κούγιαλη: «Ο αόρατος πύργος», Εικονογράφηση: Γιώργος και Θοδωρής Παρασκευόπουλος, σελ. 134, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2005.




   Η Γιώτα Κούγιαλη, η γνωστή συγγραφέας παιδικών βιβλίων, που γεννήθηκε στο Προμύρι Μαγνησίας και έχει εργαστεί στη δημόσια εκπαίδευση ως νηπιαγωγός και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ως υπεύθυνη για την πρακτική άσκηση των φοιτητών του Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης, εξέδωσε το 2005 το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της στις εκδόσεις Καστανιώτη, μία περιπέτεια φαντασίας με τίτλο: «Ο αόρατος πύργος».
   Το παρόν έργο αποτελεί το τρίτο και τελευταίο βιβλίο μιας τριλογίας και απαρτίζεται από είκοσι ενέα μικρά κεφάλαια, για να γίνεται η πρόσληψη τού κειμένου όσο το δυνατόν ευκολότερη και ο μικρός αναγνώστης να παίρνει τις απαραίτητες ανάσες για να σκεφτεί σχετικά με τους ήρωες που διεκδικούν να γίνουν οικεία και πολύτιμη συντροφιά τους. Βέβαια, η συγγραφέας δημιουργεί ένα απίθανο και φανταστικό σενάριο, όπου η αφήγηση σού κόβει την ανάσα με τον γρήγορο ρυθμό της και θα ήταν δύσκολο ν’ αφήσεις αυτό το βιβλίο από τα χέρια σου για να το διαβάσεις την επόμενη μέρα. Η πλοκή είναι γεμάτη απρόοπτα και ανατροπές που συντελούνται από την παρουσία παράξενων πλασμάτων που ζουν μόνο στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Τέρατα και φαντάσματα -όπως ο Γλυκούλης γίγαντας με τα εβδομήντα τρία δόντια, ο φίδαρος, ο ποντίκαρος και ο σκύλαρος- βρίσκονται στον δρόμο των παιδιών προς έναν άγνωστο τόπο και τους δίνουν συνεχώς διφορούμενες κι αινιγματικές φράσεις, που εάν κι εφόσον ερμηνευτούν κατάλληλα, οδηγούν τα παιδιά στη σωστή κατεύθυνση.  
   Για να δούμε τώρα συνοπτικά την ιστορία που ξεδιπλώνεται μπροστά μας: Η Μαριάννα αναπολεί πηγαίνοντας στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών, τις περιπέτειες που έζησε, όπως ακριβώς τις διηγήθηκε η συγγραφέας στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας με τίτλο: «Οι χίλιες εκατό σφραγίδες». Παίρνει την απόφαση –μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις- να εκμυστηρευτεί στη φίλη της Παυλίνα όσα έζησε στη χώρα του Είναι-και-δεν-είναι, όπου «ο χρόνος μετρούσε τελείως διαφορετικά απ’ το χρόνο των ανθρώπων και ένα λεπτό της ώρας επάνω στη Γη μας ισοδυναμούσε με χρόνια ολόκληρα εκεί» όπως περιγράφει με γλαφυρό τρόπο η συγγραφέας. Ο αδελφός της Παυλίνας ο Χάρης παρακολουθεί τη διήγηση της Μαριάννας, καθώς και η σκυλίτσα του αγοριού η Μπουμπού. Όλοι μαζί καταστρώνουν ένα σχέδιο και πιάνονται από ένα θαυμαστικό για να ταξιδέψουν στη χώρα του Είναι-και-δεν-είναι, αλλά και στο μακρινό νησί Αν-θέλεις-έτσι-είναι. Εκεί, μια πανέμορφη κοπέλα η Ανθούσα, η οποία είναι σε ηλικία γάμου μα ταυτόχρονα πολλή ιδιότροπη και κακομαθημένη, βάζει διάφορα προβλήματα στους επίδοξους γαμπρούς, ώστε να μπορέσει να επιλέξει ανάμεσά τους τον καλύτερο. Όποιος δεν τα καταφέρνει εξαφανίζεται… Έτσι λοιπόν, τα τρία παιδιά και η σκυλίτσα ξεκινούν το ταξίδι τους για το νησί, με σκοπό να βρουν τον Οράτιο, τον γιο του Φτερωτού, του κυβερνήτη της χώρας του Είναι-και-δεν-είναι. Εκείνος ήταν ένας από τους αμέτρητους νέους που εξαφανίστηκαν αφού δεν κατάφεραν να λύσουν τα προβλήματα που τους έβαζε η αρχοντοπούλα Ανθούσα.        
   Η συγγραφέας δημιουργεί μια υπέροχη ατμόσφαιρα, όπου υπερφυσικές μορφές αποτυπώνονται όμορφα ως προσωποποιημένοι χαρακτήρες, με χαριτωμένη διάθεση, που φτάνει σε σημείο να υπερβαίνει συχνά την αγωνία και τον φόβο των παιδιών, μπροστά στα αναρίθμητα εμπόδια που παρουσιάζονται στο δρόμο τους. Η πίστη λοιπόν στον εαυτό μας, στις δυνάμεις μας και στο μυαλό μας, ακόμη και η επίκληση του αγίου των ναυτικών, τι άλλο μπορεί να σημαίνει παρά την επιδίωξη της συγγραφέως –πέρα από τη διασκεδαστική ροή της πλοκής και τον εντυπωσιασμό που προκαλούν οι στοιχειωμένοι τόποι- να προσανατολίσει τα παιδιά σε ασφαλή κανάλια γνώσης, μα και να τα κάνει να αναρωτηθούν σχετικά με τις δυνατότητες της δικής τους πεπερασμένης φύσης στην πραγματική ζωή. Και όπως συμβαίνει στην εξέλιξη της ιστορίας, όποτε τα παιδιά κινδυνεύουν και κοντεύουν να χάσουν κάθε ελπίδα, ξαφνικά από το πουθενά εμφανίζεται ένα στοιχειό για να αναλάβει τη σωτηρία τους, όπως η γοργόνα.  
   Η Γιώτα Κούγιαλη αποδεικνύει πως ξέρει να διαχειρίζεται σωστά τον πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης, δίνοντας παράλληλα ζωντανές περιγραφές που προσδιορίζουν σύγχρονες ιστορίες, αν και στηρίζονται σε παλιά στοιχεία του ανατολίτικου παραμυθιού, όπως όταν με την επανάληψη μιας λέξης ή φράσης παραμερίζονται οι δυσκολίες και τα εμπόδια, αλλά και όταν η ανάπτυξη των φυτών, των δέντρων και η ωρίμανση των φρούτων εξαρτώνται από ταχείς ρυθμούς. Το πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου είναι ότι φαίνεται άμεσα ο ανθρωπιστικός σκοπός που δίνει στα παιδιά το έναυσμα να μπουν σε τόσες περιπέτειες, αλλά και το γεγονός ότι τα διάφορα τέρατα που συναντούν στον δρόμο τους, ενώ αρχικά τούς προκαλούν τρόμο, όταν ευεργετούνται από τα παιδιά δίνουν μία αινιγματική φράση που τους βοηθάει τελικά να καταλάβουν ότι βρίσκονται στον τόπο όπου είναι φυλακισμένα όλα τα παλικάρια, μαζί με τον Οράτιο. Τελικά με την καλοσύνη, ακόμη και τα τέρατα εξανθρωπίζονται!
   Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με ένα απόσπασμα από τη σελίδα 54 του βιβλίου, όπου αποκαλύπτεται πώς συμπεριφέρονται τα παιδιά τις στιγμές που τα καταλαμβάνει ο φόβος:
   «Η Παυλίνα κοίταξε γύρω της. Ολομόναχη! Χοροπήδησε λίγο να ζεσταθεί και με προσοχή άρχισε να… κατεβάζει τις τρίχες των χεριών της που είχαν σηκωθεί ολόρθες. Με τρεμάμενη φωνή φώναζε τη μανούλα της, τον μπαμπούλη της, τον Χάρη, τη Μαριάννα, την Μπουμπού… Κανείς δεν ήταν εκεί για να την παρηγορήσει. Τι να κάνει… άρχισε να τραγουδάει, αν μπορεί να τ’ ονομάσει κανείς τραγούδι αυτό που ακουγόταν. Το είχε δει σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες∙ το έκαναν συχνά οι ήρωες όταν περπατούσαν τη νύχτα μέσα σ’ ένα δάσος, όπου «κρακ» τσακίζονταν τα κλαδάκια, «γκρρρρρ» ακούγονταν σιγανά μουγκρητά, «φρρρρρ» πέταγαν ίσκιοι… «μπρρρρρ» έτρεμαν εκείνοι, οι ήρωες δηλαδή, αλλά… ψηλά το κεφάλι, συνέχισαν να τραγουδούν. Έτσι έκανε και η Παυλίνα. Μπορεί να φοβόταν λίγο… εντάξει, φοβόταν περισσότερο από λίγο, αλλά δε σταματούσε να τραγουδάει και να ξανατραγουδάει: Άσπρα καράβια τα όνειρά μας, για κάποιο ρόδινο γιαλό…».  

17/01/2015

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός          

Κριτική Παρουσίαση του παιδικού βιβλίου της Γιώτας Κούγιαλη: «Παραμύθι με ωραίο τέλος», Εικονογράφηση: Σπύρος Γούσης, σελ. 122, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 1997.





   Η Γιώτα Κούγιαλη, η γνωστή συγγραφέας παιδικών βιβλίων, που γεννήθηκε στο Προμύρι Μαγνησίας και εργάζεται στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο Βόλο, εξέδωσε το 1997 το παρόν παραμύθι στις εκδόσεις Καστανιώτη, μετά από έξι βιβλία της που προηγήθηκαν στις εκδόσεις Καστούμη.
   Έξι όμορφα και αλληλένδετα παραμύθια συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο, όπου τον τίτλο του δανείζεται από το έκτο και τελευταίο παραμύθι με τίτλο: «Παραμύθι με ωραίο τέλος». Αν και η επιλογή του τίτλου δηλώνει κάποια υπερβολή, αφού θα ήταν περιττό να αναφέρουμε ότι ένα παραμύθι δε θα μπορούσε παρά να έχει ωραίο τέλος, συνηθισμένο χαρακτηριστικό άλλωστε και κοινός τόπος γενικά των παραμυθιών το happy end. Και είναι αυτή ακριβώς η φράση που ακούγεται από το στόμα κυρίως της γιαγιάς και του παππού, κλείνοντας με τον ίδιο τρόπο οποιοδήποτε παραμύθι: «Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
   Η συγγραφέας καταφέρνει κατά τον καλύτερο τρόπο να γονιμοποιήσει στις παιδικές ψυχές τον σπόρο της αλήθειας, μια αλήθεια που αναμεμιγμένη με τον μύθο στοχεύει στην παιδική διαίσθηση και στο ξεχώρισμα του καλού και του κακού. Απευθύνεται στην αντιληπτικότητα των παιδιών της ηλικίας άνω των οκτώ ετών και συντελεί με τα γραφόμενά της -με την μαγεία της απλότητας και τη διαύγεια της γραφής της- να γίνει σιγά σιγά ο κόσμος του παραμυθιού, προσωπικός και οικείος χώρος του παιδιού. Έτσι υφαίνει τον ιστό μιας καλά δομημένης ιστορίας όπου το πρώτο παραμύθι λειτουργεί ως εισαγωγή του βιβλίου πριν ξεκινήσει ο κύκλος των επόμενων παραμυθιών.
   Πιο αναλυτικά, αποτελεί πρωτότυπη και ευφυής σύλληψη ότι η ιστορία διαμορφώνεται γύρω από μία παράξενη και αλλόκοτη γυναίκα, την Σαλιγκάρω, όπως πολύ έξυπνα τής  έδωσαν το παρατσούκλι τα δύο αδέλφια της οικογένειας: η Άννα και ο Νικόλας, που στη φαντασία τους αποκτά διαστάσεις υπερφυσικού όντος. Βέβαια, μετά την επίσκεψή της στο σπίτι των παιδιών, αποκαλύπτεται πως η κυρία Σαλιγκάρω -που την λένε μάλιστα κυρία Ζωζώ- δεν είναι παρά μια ιδιόμορφη και απελπισμένη συγγραφέας που ενώ έχει βρει τον τίτλο του παραμυθιού της: «Η ιπτάμενη σιδερώστρα», δεν της κατεβαίνει στο κεφάλι η παραμικρή ιδέα και προσπαθεί ν’ αντλήσει έμπνευση έχοντας υιοθετήσει παράξενες συνήθειες στη ζωή της, όπως το να πετάει συνεχώς σιδερώστρες από το παράθυρο του σπιτιού της και να φυτεύει μαχαιροπίρουνα στις γλάστρες της αυλής της. Μα εδώ όλα τα μέλη τής οικογένειας -μεγάλοι και μικροί- αναλαμβάνουν μια σημαντική αποστολή, να βοηθήσουν την κυρία «Σαλιγκάρω» να «σκαρώσει» το δικό της παραμύθι.
   Με αυτόν τον τρόπο, η Γιώτα Κούγιαλη, μας δίνει ευχάριστες στιγμές και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών αναγνωστών, καθώς μπροστά στα μάτια τους ξεδιπλώνεται και γίνεται κατανοητή ολόκληρη η διαδικασία της γέννησης ενός παραμυθιού, από την έμπνευση μέχρι την αφήγησή του και την αποτύπωσή του. Παράλληλα, κάθε αφηγητής ανάλογα με την ηλικία του και τα βιώματά του έχει να παρουσιάσει κι ένα διαφορετικό είδος παραμυθιού, γεγονός που αποτελεί και έναν διαρκή διάλογο σχετικά με το ευρύ θεματικό πεδίο του παραμυθιού και τις επιμέρους λεπτομέρειές του. Πρώτη η γιαγιά δημιουργεί ένα παραμύθι για την αγάπη, τη γνώση και τη δύναμη, το οποίο άνετα θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε στους θησαυρούς που η λαϊκή σοφία έχει δώσει, βασιζόμενη στην παράδοση, όπου οι ανθρώπινες αρετές (φρόνηση, αγάπη), τα φυσικά στοιχεία (φεγγάρι) πρωταγωνιστούν σε μια πλοκή με σαφείς διδαχτικούς και παιδαγωγικούς στόχους, με χαριτωμένη όμως και ανάλαφρη γραφή, που δεν κουράζει καθόλου. Αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα αντικείμενα αποκτούν εξωπραγματικές ιδιότητες και βοηθούν στην επίτευξη των καλών σκοπών, όπως το σκουπόξυλο της μάγισσας Φροξιφρούς. Δεύτερη στη σειρά η μαμά, θα αφηγηθεί μια ιστορία που αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη και μοντέρνα πτυχή του παραμυθιού. Θα ακολουθήσει η αφήγηση του μπαμπά των παιδιών που κατάφερε να «παντρέψει μ’ επιτυχία το σύγχρονο και λαϊκό παραμύθι», όπως περιγράφει χαρακτηριστικά η συγγραφέας.
   Θα παρουσιάσω εδώ ένα απολαυστικό δείγμα γραφής της Γιώτας Κούγιαλη, της ζωντανής, φρέσκιας και δροσερής αφήγησής της διά στόματος των παιδιών της οικογένειας, από τη σελίδα 76 του βιβλίου. Στο παραμύθι που «σκαρώνουν» τα παιδιά, έχει ενεργό ρόλο η σιδερώστρα της κυρίας Ζωζώς, η οποία μεταφέρει τα παιδιά στο διάστημα:
   «Σκέφτηκαν το ένα, σκέφτηκαν το άλλο, τίποτα δεν τους άρεσε, ώσπου στο τέλος άστραψε στο μυαλό τους μια λαμπρή ιδέα. Έδεσαν με προσκοπικό κόμπο τις ασημένιες τρίχες λιονταριού και στο τέλος τις στερέωσαν με προσοχή στο ατσάλινο αγκίστρι του Μάρκο Πόλο.
   Έτσι έφτιαξαν μια ωραιότατη πετονιά, που όμοιά της δεν ξανάγινε, και άρχισαν να ψαρεύουν κομήτες. Σημάδευαν μόνο εκείνους που δεν έβγαζαν φλόγες και κατευθύνονταν προς το αστέρι τους».
   Τελευταία στη σειρά η «Σαλιγκάρω», θα αφηγηθεί το δικό της παραμύθι, που ήταν φυσικό επακόλουθο να εμπνευστεί, μετά από τόσα παραμύθια που ακούστηκαν. Όμως τα καταφέρνει πολύ καλά, δίνοντας μια παραστατική αφήγηση όπου πρωταγωνιστεί η «Ρύπανση» και η «Υπεριώδης Ακτινοβολία», συνδυασμένη με ποικίλα οικολογικά μηνύματα, προβληματισμό κι ευαισθητοποίηση για την προστασία του περιβάλλοντος από τις τερατώδεις συνέπειες της άναρχης τεχνολογικής ανάπτυξης.          
   Συμπερασματικά, μπορούμε να φανταστούμε τη χροιά της φωνής κάθε αφηγητή: του παππού, της γιαγιάς, της μαμάς, του μπαμπά, των παιδιών και της κυρίας Ζωζώς, σαν χάδι που αγγίζει τις ψυχές των παιδιών και συντελεί ώστε τα παιδιά να προσεγγίσουν άμεσα την κεντρική ιδέα των παραμυθιών αλλά και να μεταδοθούν εύκολα σε αυτά τα νοήματα και τα μηνύματα που αποσκοπεί να δώσει η συγγραφέας. Ενώ μακροπρόθεσμα είναι πολύ ωφέλιμο για  την υγιή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών να δημιουργείται ένα ζεστό οικογενειακό κλίμα, με τα μικρότερα και μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας συγκεντρωμένα, κάτι που έχει λείψει στις μέρες μας και η εικόνα των παιδιών που κρέμονται από τα χείλη του παππού και της γιαγιάς με τεντωμένα τα αυτιά τους τείνει να εξαλειφθεί.

16/01/2015

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός           

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Ένα συνηθισμένο παραμύθι που αντιγράφει την πραγματικότητα.




   Κάποτε σε μια μακρινή πολιτεία όλοι οι άνθρωποι είχαν παγωμένες τις καρδιές τους. Ακόμη και ο ποιητής του βασιλιά είχε σταματήσει να τραγουδά. Και ξέρετε γιατί αγαπητοί μου φίλοι; Γιατί στα όνειρά του έβλεπε τρομαχτικούς εφιάλτες και πύρινες φλόγες να ζώνουν την παγωμένη πολιτεία και να την καταστρέφουν.
   Ένας άγνωστος ποιητής που περνούσε από το παράξενο βασίλειο, είδε δυστυχισμένα πρόσωπα και παραπονεμένα μάτια να τον κοιτούν. Πήγαινε πολύ μακριά… για να απαγγείλει ένα ποίημα, καλεσμένος σε μια βασιλική γιορτή, σ’ ένα βασίλειο που οι καρδιές ακόμη δεν είχαν παγώσει.
   Ο βασιλιάς που νοιαζόταν τον λαό του και βρισκόταν μες την απελπισία, κάλεσε τον άγνωστο περαστικό στο παλάτι του, του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια την κατάσταση και παρακάλεσε τον ποιητή να κάνει κάτι αν μπορούσε για να αλλάξει η δραματική κατάσταση.
   Τότε ο ποιητής χαμογέλασε πονηρά και είπε στον βασιλιά:
   «Φέρτε μου όλο το χρυσάφι της πολιτείας σας και ρίξτε το στα νερά του ποταμού και αμέσως θα απελευθερωθείτε όλοι σας από την κατάρα που έπεσε στην πόλη σας!»
   Ο βασιλιάς σκέφτηκε πως ο ποιητής ήταν σίγουρα τρελός αλλά δεν είχε και άλλη λύση στα χέρια του κι έλπιζε κιόλας να γίνει το θαύμα! Έτσι διέταξε όλους τους κατοίκους να αδειάζουν τα σπίτια τους από χρυσάφι και να συγκεντρώσουν όλα τα πλούτη τους στις όχθες του ποταμού Έρωτα. Φλουριά, πολύτιμοι λίθοι και κοσμήματα γυναικών… Οι υπηρέτες του βασιλιά τα έριξαν όλα στα νερά του ποταμού και τότε… πράγματι έγινε το θαύμα! Γιατί μέσα από τους τόσους θησαυρούς βρέθηκε ένας πολύτιμος θησαυρός της καρδιάς. Μέσα από το ποτάμι εμφανίστηκε μια όμορφη κοπέλα, μια ονειρική μορφή που ήταν πιο εντυπωσιακή κι από νεράιδα. Bγήκε στην όχθη του ποταμού με το αραχνοΰφαντο φόρεμά της και τα ξανθά μαλλιά της έσταζαν τις δροσιές του ποταμού.
   Άρχισε σιγά-σιγά να συνέρχεται και να εξηγεί τον μύθο της στους έκπληκτους πολίτες που είχαν καθηλώσει τα μάτια τους στο αγαλματένιο κορμί της. Το πρόσωπό της έλαμπε.
   «Με λένε Αδαμαντία, είπε, ήμουν φυλακισμένη σ’ ένα σεντούκι κι έπρεπε να περιμένω δέκα χρόνια για να περάσει ένας άγνωστος ποιητής και να με λυτρώσει από τον πόνο των ανθρώπων που με πλήγωσαν. Επιτέλους να γίνω κι εγώ μια ελεύθερη ψυχή, μια ελεύθερη ψυχή την ώρα που εκείνος θα μου έδινε το πρώτο του φιλί».
   Έτσι λοιπόν σώθηκαν οι κάτοικοι αυτής της δυστυχισμένης πόλης από την κατάρα της «παγωμένης καρδιάς». Έμαθαν για τους άλλους, τους αληθινούς και αιώνιους θησαυρούς της καρδιάς από μια πανέμορφη κοπέλα την Αδαμαντία, που τους έκανε να σκέφτονται και να ενεργούν διαφορετικά. Όσοι είχανε μαλώσει ζητήσανε συγγνώμη ο ένας από τον άλλον και δώσανε τα χέρια μονιασμένοι. Όλοι οι ερωτευμένοι πήρανε το θάρρος να εξομολογηθούν τον κρυφό έρωτα τους.
   Τι έμενε λοιπόν να γίνει για να έχει ευτυχή κατάληξη το παραμύθι;
   Ο άγνωστος ποιητής πήρε μαζί του στα ταξίδια την κοπέλα για να σώσουν όλους τους ευαίσθητους ανθρώπους του κόσμου και τις ψυχές που υποφέρουν από πόνο φανερό ή κρυφό…
   Τέλος παραμυθιού.

10/01/2015

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Σαν παραμύθι


 
   Κάποτε ζούσε ένας νάνος που είχε όμορφα όνειρα. Με τα όνειρα κατάφερνε να ξεπερνάει κάθε δυσκολία. Αντιμετώπιζε γενναία τον δυνατό άνεμο που φυσούσε και πήγαινε να τον παρασύρει, βιδώνοντας τα πόδια του στη γη. Με τη σκέψη του καλούσε ένα αόρατο πέπλο σαν ομπρέλα που τον προφύλαγε κι έτσι η βροχή δεν μπορούσε να μουσκέψει τα μικροσκοπικά ρούχα του. Κολυμπούσε μέσα σ’ ένα ορμητικό ποτάμι, όπου οι πέστροφες τον βοηθούσαν να περάσει στην αντίπερα όχθη. Ύστερα, αφού σταθεροποιούσε το βάρος του στη γη, φόρτωνε στην πλάτη του ξύλα, τα οποία είχε κόψει από το δάσος ο φίλος του ο σκίουρος. Τα πήγαινε στα σπίτια των φτωχών ανθρώπων που τα είχαν ανάγκη για να ζεσταθούν.
   Δεν άντεχε καθόλου στη θέα ενός λυπημένου ανθρώπου και έτρεχε να του συμπαρασταθεί μ’ ένα γλυκό χαμόγελο, μ’ ένα θερμό λόγο της καρδιάς, ενώ έσπερνε με τη φλόγα της ψυχής του άφθονες ελπίδες ώστε να εξαφανιστεί η απελπισία, σαν ατμός…
   Επειδή εξαπλώθηκε η φήμη του και κάποιοι γίγαντες άρχισαν να τον ζηλεύουν και να επιθυμούν το κακό του, ήρθε να τον προειδοποιήσει ένα ταξιδιάρικο πουλί:
   «Πήγαινε κρύψου… έρχονται εκείνοι με τα ρόπαλά τους να σε εξοντώσουν!».
   Ο νάνος όμως γέλασε και απάντησε: «Δεν τους φοβάμαι, καλώς να ορίσουν!» και συνέχισε: «Λέω να τους περιμένω εδώ κάτω απ’ αυτό το δέντρο! Αν έχεις μάθει κάποιον καινούργιο σκοπό, θα ήθελα να μου τον τραγουδήσεις».
   Το πουλί έξυσε τη φτερούγα του αμήχανα προσπαθώντας να κατατάξει τον νάνο σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία κι όλο βασάνιζε το μυαλό του χωρίς να καταλήγει σε λογικά συμπεράσματα.
   Τότε αποφάσισε να μιλήσει σαν ποιητής:
   «Κοίταξε αγαπητέ μου, δεν θα σου τραγουδήσω αλλά θα σου αποκαλύψω κάτι με λόγια…».
   «Δηλαδή;» είπε απορημένος ο νάνος.
   «Θα σου εξηγήσω… Έκανα την ψυχανάλυσή σου και πιστεύω πως μάταια προσπαθείς να με πείσεις πως είσαι ένας νάνος! Στις χώρες που ταξίδεψα, είδα ανθρώπους που δεν ξεπερνούσαν το μπόι μου και όμως εκείνοι μεγάλωσαν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου και ξέρεις φίλε μου, πώς;».
   «Πώς αλήθεια;» ρώτησε ο νάνος.
   «Με το κλάμα».
   «Ναι, με το κλάμα».
   «Με την αγάπη».
   «Ναι, με την αγάπη».
   «Με την ελπίδα».
   «Ναι, με την ελπίδα».
   «Μα γιατί επαναλαμβάνεις συνεχώς τα λόγια μου;» είπε εκνευρισμένο το πουλί.
   «Για να τα καταγράψω στη μνήμη μου!» απάντησε ο νάνος.
   «Με την προσφορά» συνέχισε το πουλί.
   «Ναι, με την προσφορά».
   «Με τη γιατρειά κάθε ανθρώπου που υποφέρει ψυχικά και σωματικά».
   «Ναι, κυρίως αυτό!».
   «Με το όνειρο που ακόμη και αν όνειρο μείνει, θα έχει απλώσει τα κλαδιά του σαν τεράστιο δέντρο μες στο αίμα όλων των ανθρώπων, θα έχει δώσει τους νόστιμους καρπούς του μες στο νου όλων των ανθρώπων και μέσα στο καταπράσινο λιβάδι της καρδιάς τους, θα έχουν βοσκήσει τα αγνά συναισθήματα σαν άσπρα προβατάκια. Τα παιδιά θα πίνουν αχόρταγα το γάλα τους και θα μάθουν να λένε: «Συγγνώμη», «Σ’ ευχαριστώ» και «Υπάρχω μέσα από σένα φίλε μου!»».
   «Μου περιγράφεις μια αγγελική και ιδανική πολιτεία και γι’ αυτό εξωπραγματική!» συμπέρανε ο νάνος.
   «Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φτιάχνεις την πολιτεία, ο καθένας με τη συμπεριφορά του μόνος του πρώτα και με όλους τους άλλους μετά. Για να καταλάβεις καλύτερα τι εννοώ, τώρα κιόλας θα πετάξω στον τόπο όπου ζουν οι γίγαντες και θα τους ψιθυρίσω στ’ αυτί μεγάλες αλήθειες για τη φιλοδοξία και τον εγωισμό κι ελπίζω πως τα λόγια μου θα τους κάνουν να εγκαταλείψουν τον ψεύτικο θρόνο τους!».

09/10/2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης  

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Το μυστικό πέρασμα (Παραμύθι κυρίως για μεγάλους!).


   Η χλόη ήταν βρεγμένη ακόμη. Η πρωινή δροσιά δεν είχε εξατμιστεί και ο ήλιος δειλά-δειλά ξεχώριζε στην ανατολή. Σάββατο πρωί και οι δύο οικογένειες είχαν επιλέξει ένα άνοιγμα μέσα στο δάσος, στις παρυφές του βουνού και εκεί εγκατέστησαν όλο τον εξοπλισμό τους.
   Η πόλη τα σαββατοκύριακα ήταν τόσο κουραστική. Οι πολυκατοικίες έδειχναν την αληθινή τους όψη και θύμιζαν τα λυπημένα πρόσωπα των παιδιών που δεν έχουν χώρο να παίξουν, τον θλιμμένο ουρανό από τα φουγάρα και τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων. Η εξοχή φάνταζε σαν τη μοναδική σωτηρία, βαθιά ανάσα στις ψυχές των καταπιεσμένων παιδιών.
   Οι γονείς έπιναν τον καφέ τους, πριν αρχίσουν τις ετοιμασίες για το μεσημεριανό φαγητό, και μιλούσαν για θέματα που συνήθως κάνουν τους ανήλικους να βαριούνται.
   «Άντε παιδιά, ξεκολλήστε επιτέλους. Τρέξτε λιγάκι, το δάσος έχει πολλές ομορφιές. Απολαύστε τη γαλήνη, αλλά προσοχή μην απομακρυνθείτε πολύ!».
   Ο μικρός Αλέξης και η μικρή Μυρτώ ήταν δυο παιδιά συνεσταλμένα. Πρώτη τους φορά έβγαιναν στο δάσος κι έτσι δυσκολεύονταν να ξεθαρρέψουν, σαν δυο λουλούδια που φύτρωναν σε ξένο χώμα. Μόλις, όμως άκουσαν το θρόισμα των φύλλων των δέντρων και το κελάηδημα των πουλιών, άρχισαν να ξεχνούν τις μικρές σκοτούρες τους. Μπρος στη μαγεία της φύσης ξέχασαν τα αυτοκινητάκια με τα πολύχρωμα φώτα και τις κούκλες με τις ψεύτικες βλεφαρίδες και το χαριτωμένο γέλιο. Μαζεύτηκαν γύρω από ένα δέντρο και κυνηγιόντουσαν, μέχρι που γαλήνεψαν τα προσωπάκια τους, διώχνοντας τον φόβο του άγνωστου μακριά και έτρεχαν προς τα πυκνά δέντρα, με μια λαχτάρα ακόρεστη να κυλιστούν στο πράσινο χαλί. Από το δάσος ξεκινούσε το αλφαβητάρι της ξεγνοιασιάς. Ξέχασαν κιόλας τις εντολές των μεγάλων και έφυγαν μακριά από την επιτήρησή τους.
   «Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για τα ξωτικά. Δεν έχουν τη μορφή του ανθρώπου, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πάνω τους μάτια, στόμα ή πόδια. Μοιάζουν περισσότερο με ψυχές χωρίς σώμα», είπε ο Αλέξης επιδεικνύοντας τις γνώσεις του.
   «Μήπως είναι φοβερά τέρατα, μάγισσες; Θέλουν το καλό ή το κακό μας; Πού ακριβώς κρύβονται;», ρώτησε με περιέργεια η Μυρτώ.
   «Συνήθως θέλουν το καλό μας, μα πιστεύω πως εμφανίζονται στους ανθρώπους, που επιθυμούν να τα δουν ή έχουν την ικανότητα να τα βλέπουν. Ο πατέρας μου διάβαζε τις ιστορίες ενός Σκιαθίτη συγγραφέα που περιέγραφε τέτοιους ανθρώπους. Τους έλεγαν αλαφροΐσκιωτους».
   Η Μυρτώ όμως, άρχισε να τρομάζει με αυτή τη συζήτηση και ζήτησε στον Αλέξη ν’ αλλάξουν θέμα: να πουν για τα μαθήματα στο γυμνάσιο, για το περαστικό σύννεφο πάνω στον ουρανό και για όσα άλλα τα παιδιά της ηλικίας τους ντρέπονται να μιλήσουν μπροστά στους γονείς τους.
   Ο Αλέξης -που είχε ακούσει πως τα κορίτσια είναι πιο πονηρά από τα αγόρια- κάποιες φορές σκεφτόταν τι μπορεί να σημαίνει ένα χτυποκάρδι, ένα χάδι στο λαιμό ή ένα λαμπερό βλέμμα. Τον πλημμύριζε η ευτυχία εξαιτίας της παρουσίας της Μυρτώς ή της ομορφιάς του δάσους;
   «Μου φαίνεται Μυρτώ πως μπορείς ν’ ακούσεις καλύτερα τις επιθυμίες σου, κλείνοντας τα μάτια. Φαντάσου ότι ένα ανάλαφρο αεράκι σε παρασέρνει σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ αυτόν που θα ήθελες πάντα να ζεις. Πιάσε το χέρι μου και ακολούθησέ με να βρούμε τον σωστό δρόμο της ζωής».
   Μα η μοίρα τους έσπρωξε εκεί που, αν είχαν ανοιχτά τα μάτια, δε θα τολμούσαν να φτάσουν, σε μια παράξενη χώρα. Ένας αντίλαλος τούς έκανε να συνέλθουν από την ερωτική απομόνωσή τους. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού ερχόταν αυτή η απόκοσμη φωνή, μόνο μια νεφέλη διακρινόταν και μια ζεστή ανάσα τούς τύλιγε. Φάνηκαν τα άστρα σαν τα μοναδικά παράθυρα του ουρανού.
   «Αγαπημένα μου παιδιά, ακούστε με προσεχτικά. Είμαι το ξωτικό Σοφούλης. Πρέπει να περάσετε από τη δοκιμασία του ενήλικα. Το μονοπάτι θα μας δείξει, αν αξίζετε να γεράσετε μαζί αγαπημένοι. Έχετε το νου σας στις παγίδες, καλά μου παιδιά. Εφτά ζώα θα προσπαθήσουν να εμποδίσουν την πορεία σας, με τα λόγια τους. Εσείς, αν δώσετε την σωστή απάντηση, θα φτάσετε στο τέλος του μονοπατιού. Εκεί θα σας περιμένω χαρούμενος και ενθουσιασμένος που τα καταφέρατε».
   Τα παιδιά χώθηκαν σ’ ένα μεγάλο και σκοτεινό πέρασμα, όπου τα δέντρα αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και τα φύλλα τους έκρυβαν τον ουρανό. Τότε, αναγκάστηκαν να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους. Τα «θέλω» και τα «πρέπει» δεν είχαν ξεκαθαρίσει σ’ αυτή την ηλικία και τα όνειρα πολλές φορές μπερδεύουν, γίνονται οι κεραυνοί και οι αστραπές του ανέφελου ουρανού. Συγκλονίζουν, μα συχνά βασίζονται στην ψεύτικη εικόνα του εαυτού μας.
   Άρχισε λοιπόν ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Πρώτη εμφανίστηκε η Αλεπού, που έκανε τη θλιμμένη.
   «Τόσες φορές επιχείρησα να δω από κοντά το πρόσωπο των ανθρώπων, αλλά δεν το κατόρθωσα. Φοβάμαι την ανθρώπινη παρουσία και φεύγω μακριά. Έχω μια πληγή στο δεξί μου πόδι. Χρυσό μου κοριτσάκι, δε με λυπάσαι; Πλησίασε να μου φροντίσεις την πληγή!».
   Η Μυρτώ πονετική έκανε να πλησιάσει την Αλεπού, ο Αλέξης όμως άπλωσε τα χέρια του εμποδίζοντας την:
   «Ξέρεις τι θα πάθεις, αν την αγγίξεις; Θα σου ματώσει το πρόσωπο. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον που δεν γνωρίζεις καλά τις προθέσεις του».
   Τα παιδιά κατάλαβαν πως πέρασαν την πρώτη δοκιμασία, από το γεγονός ότι ο Αλέξης ψήλωσε αρκετά και έβγαλε ένα μικρό χνούδι στο πηγούνι. Η Μυρτώ έδωσε το πρώτο φιλί. Στην αρχή ήταν μουδιασμένο, διστακτικό, έπειτα όμως  θερμάνθηκε από την κινητήρια δύναμη του πάθους.
   «Θέλω να ζήσουμε για πάντα μαζί. Είσαι ο σωτήρας μου», του είπε όλο νάζι.
   Μετά εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο φίδι. Έβγαζε έξω τη διχαλωτή του γλώσσα και σέρνονταν στα ξερόκλαδα.
   «Βρε καλώς τους, τους ερωτευμένους! Ξέρετε καλά πως αλλάζω δέρμα.  
   Τώρα τελευταία έγινα πιο αθώος. Παλιότερα ήμουν πονηρός, ξεσήκωνα κάποιες νωθρές ψυχές να επαναστατήσουν. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι η φλόγα που καίει μέσα σας, δε θα σβήσει ποτέ; Μήπως δεν υπάρχουν άντρες και γυναίκες με τις ίδιες ή περισσότερες αρετές;»
   Η Μυρτώ εκνευρισμένη έδωσε μια κλωτσιά στο φίδι. Εκείνο κουλουριάστηκε από ένστικτο.
   «Φίδι ξεδιάντροπο -που κατάφερες να ρίξεις τους πρωτόπλαστους στη γη και τους εξόρισες απ’ τον παράδεισο- διαβάζω στα γυαλιστερά μάτια σου τους ύπουλους σκοπούς σου. Δε θα με χωρίσεις από τον εαυτό μου, γιατί το ταίρι μου είναι ο καθρέφτης που αντανακλά τον έρωτά μου».
   Ο Αλέξης κράτησε σφιχτά το χέρι της, συμφωνώντας μαζί της…
   Αργότερα τα παιδιά πήγαν για σπουδές. Συνέχιζαν να ζουν μέσα σε μια ονειρική αγάπη. Η Μυρτώ μοσχομύριζε νιάτα με το κατάξανθο μαλλί της και ο Αλέξης έλιωνε τον κόσμο στις παλάμες του.
   Τρίτη βρέθηκε στο δρόμο τους  η Μαϊμού. Είχε ένα ύφος αστείο και κακόμοιρο.
   «Βλέπετε πόσο δραστήρια και εκρηχτική είμαι. Από δέντρο σε δέντρο πηγαίνω χορεύοντας. Τι θέλετε και βασανίζετε τα μυαλά σας με τη γνώση. Όταν κάθεσαι με τις ώρες σε μια καρέκλα και μελετάς, δεν πρόκειται να γίνεις εξυπνότερος, αφού η εξυπνάδα είναι έμφυτη ικανότητα».
   Ο Αλέξης σταμάτησε τη Μαϊμού και τις φλυαρίες της: «Το ότι είσαι η καλύτερη ηθοποιός και γελάς συνεχώς, δε σημαίνει ότι είσαι ταυτόχρονα αγαπητή σε όλους. Ποτέ δε θα εμπιστευόμουν στην αγάπη έναν επιπόλαιο χαρακτήρα».
   Η Μυρτώ έγειρε στους ώμους του Αλέξη, λέγοντας του: «Θέλω ν’ ακούσω μια διαβεβαίωση πίστης από τα χείλια σου».
   «Θα σ’ αγαπώ αιώνια, καλή μου. Ποτέ δε θα προδώσω τα αγνά αισθήματά σου», της απάντησε εκείνος. Τα δυο παιδιά παντρεύτηκαν, έφτιαξαν ένα ωραίο σπίτι κοντά στην εξοχή και αντί για έπιπλα το γέμισαν με ελπίδες και όνειρα.
   Το Λιοντάρι τούς συνάντησε αγριεμένο. Ήθελε εγωιστικά να επιβληθεί με κούφια λόγια: «Μπορώ να σε κάνω να τρέξεις από φόβο χιλιόμετρα μακριά και να σε πιάσω πριν προλάβεις να κρυφτείς κάπου. Ποιος υπερέχει περισσότερο σε ικανότητες,  η γυναίκα ή ο άντρας; Κανείς δε συγκρίνεται μαζί μου στη δύναμη».
   «Βασιλιά των ζώων, απ’ τον άνθρωπο δανείζεσαι την δύναμή σου. Μπορώ να σε ξεπεράσω στο τρέξιμο, αν το θέλω. Μην καυχιέσαι άλλο. Δεν είναι ζήτημα εξουσίας οι σχέσεις των ανθρώπων», τον έβαλε στη θέση του η Μυρτώ.
   Το Λιοντάρι, πικραμένο και νικημένο από τη δεξιοτεχνία της γυναίκας, κρέμασε κάτω την ουρά του και έφυγε.
   Ο Αλέξης της είπε με σιγουριά: «Γυναίκα, πρέπει να κάνουμε παιδιά, πολλά παιδιά για να χαρούν κι εκείνα το θαύμα της ζωής, όπως εμείς».
   Το σπίτι στην εξοχή γέμισε με τις χαρούμενες φωνές και τα ευτυχισμένα κυνηγητά άτακτων μικρών. Οι πρώτες άσπρες τρίχες άρχισαν να φαίνονται στα μαλλιά των αγαπημένων γονιών τους.
   Η Κουκουβάγια, με το μεγάλο κεφάλι, τους έβαλε το ερώτημα: «Τα παιδιά μπορούν να αποχτήσουν τη σοφία των γονιών και με ποιον τρόπο;».
   Ο Αλέξης τη συμβούλεψε: «Η σοφία αποκτιέται μέσα από αγώνες. Μα η αγάπη είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μεταδώσεις τη σοφία. Το παιδί ξέρει να διαλέγει απ’ τον γονιό τα σωστότερα και να προοδεύει».
   Η Κουκουβάγια έχασε για λίγο τη μιλιά της. Λες και ήταν μεθυσμένη, έβλεπε πάνω στα δυο παιδιά που είχαν ήδη γίνει μεγάλοι, να περνούν τα χρόνια γρήγορα. Οι αλλαγές ήταν απίθανες: τα γένια του Αλέξη κάτασπρα, τα δόντια κιτρινισμένα, εκείνο το σφριγηλό σώμα της Μυρτώς σε παρακμή, τα πρόσωπα ζαρωμένα, τα βλέμματα είχαν χάσει τη σπίθα της δημιουργικής ηλικίας. Και των δυο τα  πόδια βαριά, σηκώνονταν με δυσκολία. Τι δύσκολος χειμώνας προμηνύονταν γι’ αυτούς;
   Η ψυχή τους όμως ζούσε και βασίλευε, ό,τι τους τριγύριζε είχε βαφτεί στο χρώμα της  αγάπης και της υπομονής και στο τέλος ήθελε να τους αποζημιώσει ο Θεός μ’ ένα τραγούδι.
   Τότε, φτερουγίζοντας χαρμόσυνα, φάνηκε το Αηδόνι. Εξήγησε την απορία τους:
   «Δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι, μέσα από ένα τόσο ταπεινό πλάσμα, βγαίνει μια θεσπέσια φωνή; Κοιτάξτε τον εαυτό σας και θα καταλάβετε πως, αν και φαίνεσθε αδύναμοι, οι χάρες που κερδίσατε από αυτό το ταξίδι, εξαφανίζουν την αδυναμία σας».
   Η Μυρτώ επανέλαβε  για ακόμη μια φορά το πιο σημαντικό δίδαγμα της ζωής της: «Όλα τα ωραία πράγματα έρχονται με τα γηρατειά, όταν είσαι έτοιμος από καιρό  να αγκαλιάσεις τον δημιουργό των πάντων. Η μουσική αρμονία είναι το χάρισμα των ψυχών που πάλεψαν και κατάφεραν να τους μνημονεύουν άπειρες γενιές για την καλοσύνη και τα κατορθώματά τους».
   Ο Αλέξης συμφωνούσε πάντοτε με τη Μυρτώ. Εκείνη τον έπιανε απ’ το τρεμάμενο χέρι της, μα τον συγκρατούσε με γιγάντια δύναμη. Τον προστάτευε από τα εμπόδια, για να μη χάσουν την τελική πορεία.
   Ο Λύκος έδειξε τα κοφτερά δόντια του. Αμφέβαλλε: «Ήσασταν άραγε το τρανό παράδειγμα αφοσίωσης και πίστης;».
   Ο Αλέξης το πίστευε ακλόνητα, γι αυτό συμπέρανε: «Ήμασταν το μοναδικό ζευγάρι που δεθήκαμε με τα αιώνια δεσμά της πίστης».
   Επιτέλους άρχισε να εισχωρεί το φως των αστεριών και να αισθάνονται πως έφτασαν στο τέρμα του περάσματος. Τα δέντρα τώρα δεν έπλεκαν τα φύλλα μεταξύ τους, καμάρωναν την κορμοστασιά τους προς τον ουρανό. Μήπως είχανε κοιμηθεί και έπρεπε να ξυπνήσουνε; Αν η ζωή τους ήταν σκέτο παραμύθι, γιατί έπρεπε να το απαρνηθούν;
   Στην έξοδο, λοιπόν τους περίμενε το ξωτικό και παραδίπλα ένας χαμογελαστός κύριος που τους ρωτούσε, αν έπλασε με επιτυχία το παραμύθι. Αν αποτύχαινε στο σκοπό του, θα έκλαιγε σαν μικρό παιδί ο συγγραφέας. Ίσως όμως, δεν ανταποκρίθηκε όσο έπρεπε στις επιθυμίες των παιδιών. Αλλά εκείνα δεν τον άκουγαν, γιατί η ακοή τους, λόγω γηρατειών είχε μειωθεί σημαντικά.
   Ο παμπόνηρος Σοφούλης έδινε συγχαρητήρια: «Μπράβο σας, θνητοί με σθένος άφταστο!».
   Το ζευγάρι σαν να φαινόταν δυστυχισμένο, πρότεινε στο ξωτικό: «Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω στο παρελθόν, τότε που ήμασταν τρυφερά βλαστάρια».
   «Θα σεβαστώ την επιθυμία σας, διότι είσαστε νικητές! Περάστε πάλι μέσα από το μονοπάτι και σε λίγα λεπτά το μέλλον όλο θα έχει γίνει σκόνη. Όσα ζήσατε θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ».
   Τα παιδιά βγήκαν ξανά στο δάσος και ανάσαναν βαθιά στον καθαρό αέρα. Οι αναμνήσεις τούς βάραιναν ακόμη. Άκουσαν τις φωνές των γονιών τους, που τους αναζητούσαν από το πρωί, τρομαγμένοι με τη σκέψη ό,τι βρίσκονταν σε κίνδυνο.
   «Να! Εκεί πέρα! Βρέθηκε το παράνομο ζευγαράκι!».
   «Μαμά, ο Αλέξης μου τραβούσε τα μαλλιά. Χάλασαν τα ωραία κοτσιδάκια μου!».
   «Αλέξη, πειραχτήρι δεν είπαμε να προσέχεις τα κορίτσια; Με το μαλακό…».
   Τα παιδιά κοιτούσαν τους γονείς τους παράξενα. Κατά βάθος, κανένα δεν ήθελε να είναι στη δεινή θέση τους, όσες εμπειρίες κι αν μάζευαν στο σακούλι του χρόνου. Πιο δελεαστικό το προνόμιο των μικρών, η ξεγνοιασιά, από το προνόμιο των μεγάλων, τη σοφία. Τους άρεσε να κολυμπάνε ανυποψίαστοι στην θάλασσα της αθωότητας και ν’ απολαμβάνουν το εφήμερο.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

"Τέλος για Χιονάτη και Σπάϊντερμαν" από την Εύη Γκάλαβου


Ένα πρωί η Χιονάτη αποφάσισε πως ήθελε να ξαναβρεθεί στο μέρος όπου τη βρήκε ο Σπάϊντερμαν. Αυτός έλειπε όπως κάθε μέρα,  έτσι της ήταν πιο εύκολο, χωρίς να χρειαστεί να λογοδοτήσει, ν' ανοίξει την πόρτα και να διαβεί ξανά το μονοπάτι για το ξέφωτο.

Δε θυμόταν καθαρά τη διαδρομή, αλλά είχε μια ελπίδα πως θα το έβρισκε σήμερα κιόλας. Σκέπασε τη λαμποργκίνι με το προστατευτικό κάλυμμα, ο ουρανός σήμερα έμοιαζε απειλητικός. Δεν την εμπόδισε όμως ν' ακολουθήσει αυτό που είχε στο μυαλό της.

Ξεκίνησε στην αρχή με γοργό βήμα, στην πορεία όμως μαγεύτηκε με την ομορφιά του δάσους και επιβράδυνε την ταχύτητα της. Παρά τη βροχή, δε σταμάτησε να το θαυμάζει. Πόσο της έλειπε! Θυμήθηκε πως αιώνες πριν περνούσε ξέγνοιαστες στιγμές εδώ μέσα και τα μάτια της δάκρυσαν. Αναρωτήθηκε γιατί ο Σπάϊντερμαν δεν την άφηνε να κάνει βόλτες στο δάσος. Ίσως ήταν για το καλό της σκέφτηκε και συνέχισε την πορεία της.

Η ώρα περνούσε και η Χιονάτη δεν έλεγε να γυρίσει πίσω αν δεν έβρισκε το ξέφωτο. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα παράκουε τις εντολές του. Στη σκέψη αυτή ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά ολόκληρο το κορμί της. Απ' την άλλη ίσως να χαίρονταν ο Σπάϊντερμαν αν μάθαινε πως η Χιονάτη ήθελε να ξαναβρεθεί στο μέρος που της έδωσε ξανά ζωή. Ήταν τόσο ρομαντική αυτή η κίνηση σκέφτηκε η Χιονάτη και με κάθε της βήμα απομακρύνονταν όλο και πιο πολύ απ' όλα.

Ώσπου επιτέλους, πριν την ανατολή της σελήνης το βρήκε! Η βροχή είχε σταματήσει. Πλησίασε διστακτικά, ο τάφος της ήταν εκεί έτσι όπως τον είχαν αφήσει. Άρχισε τότε η Χιονάτη να ονειροπολεί και να αναπολεί την παλιά της ζωή με τους νάνους. Κοίταξε για λίγο γύρω της, το μόνο που διέκρινε ήταν θάμνοι, δέντρα στο βάθος και αγριόχορτα. Για μια στιγμή, της πέρασε η ιδέα να ψάξει για τα πτώματα των νάνων, αλλά η ώρα περνούσε και ίσως να ήταν επικίνδυνο γι' αυτήν να είναι τόσες ώρες μακριά εκεί έξω...

Στο μυαλό της ξετυλίχτηκαν σαν ταινία, οι στιγμές  επιστροφής της στη ζωή. Στην πραγματικότητα περίμενε τον πρίγκιπα με το άσπρο άλογο και το φιλί στα χείλη, αντ'  αυτού ζωή της έδωσε ο Σπάϊντερμαν με μια αγκωνιά στο στήθος. Λίγο βάρβαρος τρόπος σκέφτηκε μα έτσι έγινε, δεν μπορούσε ν' αλλάξει κάτι. Θα μπορούσε βέβαια να ήταν λίγο καλύτερα τα πράγματα στο σπίτι, μα τα δέχονταν όλα απ' την αγάπη της για τον Σπάϊντερμαν.

Κοίταξε τον ουρανό, η σελήνη ήδη μεσουρανούσε και το σκοτάδι ήταν πυκνό. Φοβήθηκε, δεν της είχε ξανά τύχει να βρεθεί μόνη στο δάσος, ούτε την εποχή των νάνων δεν την άφηναν, εξαιτίας της κακιάς μάγισσας. Ξεκίνησε να φύγει, φοβισμένη όπως ήταν δεν πρόσεχε που πατούσε, σκόνταφτε και έπεφτε διαρκώς μέσα σε λακούβες, πάνω σε πεσμένα ξερά κλαδιά, σε αγριόχορτα, τα γόνατά της είχαν γεμίσει πληγές και έτρεχαν αίμα.

Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, μα πιο πολύ απ' το φόβο, γι' αυτό που θα είχε να αντιμετωπίσει στην επιστροφή στο σπίτι. Το δάσος είχε αρχίσει να ξυπνά από το λήθαργο της μέρας. Στο βάθος, της φάνηκε πως διέκρινε μια φιγούρα, ίσως να ήταν ο Σπάϊντερμαν που την έψαχνε, τι τυχερή θα ήταν! Φώναξε το όνομά του, μα απάντηση δεν πήρε και τρόμαξε ακόμα πιο πολύ.

Άρχισε να τρέχει, το φεγγάρι, της φώτιζε τη διαδρομή. Η φιγούρα όλο και πιο συχνά εμφανίζονταν μπροστά της. Καθώς έτρεχε η κόκκινη μπέρτα της πιάστηκε σε κλαδιά και την εμπόδιζαν να δραπετεύσει. Παιδεύτηκε για λίγα λεπτά, στρέφοντας την προσοχή της στα κλαδιά και αγνόησε τη φιγούρα που την πλησίαζε.

Το επόμενο πρωί ο ήλιος ξαναφάνηκε στον ουρανό, η δροσιά στο φύλλωμα των δέντρων γλιστρούσε παρά τη θέληση της προς το χώμα. Οι νυκτόβιοι κάτοικοι είχαν αποσυρθεί στη γωνιά τους και τη σειρά τους πήραν εκείνοι της πρωινής βάρδιας.

Ο Σπάϊντερμαν άνοιξε την πόρτα από το σπίτι των νάνων, φόρτωσε στη λαμπρογκίνι το σάκο που ήταν γεμάτος με τα πολύτιμα του πετράδια, έριξε ένα βλέμμα γύρω του και έφυγε.

Το προηγούμενο βράδυ, πάνω απ' τη σωρό της Χιονάτης είχαν μαζευτεί σαρκοφάγα ζώα που ξέσκιζαν τη λευκή της σάρκα. Ούτε ο ιστός της αράχνης, ο οποίος ήταν σφιχτά τυλιγμένος στο λαιμό της και σε ολόκληρο το σώμα της, δεν εμπόδιζε τα ζώα να συνεχίσουν τη δουλειά τους.

τέλος ... αυτοβιογραφία ...

Εύη Γκάλαβου
Κοζάνη

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Το βαλς των αισθήσεων

   Ένα μεγάλο, πολύχρωμο σώμα πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια μας και αφού έκανε μερικές στροφές, κατέβηκε και μάζεψε τα φτερά του μπροστά μας. Ήταν μία αγριόχηνα. Η γνωστή αγριόχηνα που είχα ταξιδέψει στη ράχη της. Την αναγνώρισα από τα ζωηρά και πανέξυπνα μάτια της. Μας χαιρέτησε με υπόκλιση.
   Κοίταξε γύρω του αλλά δεν έβρισκε την κατάλληλη ντάμα. Σφύριξε και ξαφνικά πήρε την κανονική του ανθρώπινη μορφή· το παρουσιαστικό του πατέρα μου. Ξανασφύριξε και μέσα από ένα θολό σύννεφο ξεκαθάρισε η μορφή της μητέρας μου, στα νιάτα της. Της έπιασε το χέρι ευγενικά και κράτησε απαλά τη μέση της λικνίζοντας την στο δικό του ρυθμό. Ήταν ένα βαλς που χρωστούσε ο πατέρας στη μητέρα μου.
   -Το βαλς που δεν προλάβαμε να χορέψουμε, της είπε. Το βαλς των αισθήσεων.
   Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος χορευτής. Έλεγε στη μητέρα μου πως «με το χορό ο άνθρωπος ξεπερνά τις θνητές του διαστάσεις». Αποδείκνυε με τις κινήσεις του πως ήταν μια αέρινη παρουσία, που παράσερνε τη μητέρα σ’ έναν ανεπανάληπτο χορό.
   -Θυμάσαι τον πρώτο μας χορό; τον ρώτησε η μητέρα ενθουσιασμένη.
   -Δεν τον ξεχνώ. Σαν τον αέρα που αλλάζει το ρυθμό των κυμάτων στη θάλασσα είναι το σώμα σου, την κολάκεψε ο πατέρας.
   Διέκρινα στο πρόσωπό της τα παλιά σημάδια της οικογενειακής ευτυχίας, τα ωραία συναισθήματα που φώτιζαν τα μάτια της.
   Τα ζώα είχαν μαρμαρώσει, δεν ανάσαιναν. Τα δέντρα είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο και σώπαιναν. Οι ήχοι της φύσης απουσίαζαν για να μη διαταράξουν αυτές τις θαυμάσιες ώρες του χορού.
   «Αυτές τις ώρες ο χρόνος σταματά και ο άνθρωπος υψώνεται στον ουρανό. Προσπερνά το μικρό και ασήμαντο για να γεννήσει τα θαύματα», έγραφε ο πατέρας στο τελευταίο του βιβλίο «Τέλος μνήμης». Πολλοί είπαν πως διάλεξε αυτό τον  τίτλο, γιατί είχε προαίσθηση πως θα έφευγε από τη ζωή.
   -Θα γίνεις κι εσύ μικρή, απειροελάχιστη. Θ’ ανέβεις πάνω στη ράχη μου και θα πετάξουμε μαζί, να δεις από κοντά το φεγγάρι, όπως το είδε ο γιος μας, της είπε και άρχισε πάλι να γίνεται αγριόχηνα χορεύοντας με ξεδιπλωμένες φτερούγες.
   -Πω, πω τι απαλά πούπουλα έχεις! θαύμασε η μητέρα. Και ο λαιμός σου μακρύς, γυαλιστερός αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής σου.
   Η μητέρα μου τώρα πια έγινε μια μικρή μπαλαρίνα που έκανε φιγούρες πάνω στη ράχη της αγριόχηνας. Τινάχτηκε με υπεράνθρωπη προσπάθεια πάνω στο κεφάλι του πατέρα και με τα μικρά χεράκια της έκλεισε τα μάτια του και του ψιθύρισε μελωδικά «σ’ αγαπώ».
   -Κρατήσου καλά από το λαιμό μου, της φώναξε. Ο ουρανός δεν υπακούει στους φυσικούς νόμους της γης. Είναι πολύ δύσκολο να διαπερνάς σα βέλος το υπέροχο  γαλάζιο. Εδώ, στην καρδιά του ουρανού το φως έχει τη σκληρότητα της αλήθειας.
   -Καταλαβαίνω, απάντησε η μητέρα. Τα σπίτια στον ουρανό χτίζονται με φως και γαλήνη και οι αυλές τους έχουν τη δροσιά της καλοκαιρινής θάλασσας.
   -Μπράβο, το πέτυχες! Αν και βρισκόμαστε πολύ κοντά στον ήλιο, ο ήλιος δε μας καίει. Θα σου δείξω το σπίτι μου και θα σου πω πως περνάω τις ώρες μου κάνοντας τα μικροθελήματα του Θεού.
   -Θέλω να μάθω τι ακριβώς κάνεις, ζητούσε λεπτομέρειες η μητέρα.
   -Πιάνω τα παιδιά απ’ το χέρι, τη στιγμή που πάνε ν’ ανέβουν στον ουρανό, και τα οδηγώ πίσω στη γη, γιατί ο Θεός λέει πως τόσο μικρά δεν είναι δίκαιο ν’ αγγίξουν το αιώνιο γαλάζιο. Στη γη το ονομάζουν «θάνατο» και είναι τρομερός.
   -Θεέ μου, τι υπέροχα τοπία! Δε συγκρίνονται μ’ αυτά της γης, παρόλο που τους λείπει το πράσινο. Βλέπω έναν πανύψηλο πύργο. Οι άνθρωποι βγαίνουν στα παράθυρα να μας χαιρετήσουν χαμογελαστοί.
   -Δεν είναι άνθρωποι αλλά ψυχές. Όλοι αυτοί, που κατόρθωσαν μεγάλα πράγματα στη ζωή τους, μένουν στον πύργο της ευτυχίας.
   -Και πως περνάνε εκεί μέσα τον καιρό τους;
   -Θα σου πω. Εδώ ο χρόνος έχει άλλη αξία και σημασία. Δεν είναι εκείνο το σκούρο χρώμα που φθείρει, αλλά το φωτεινό που αναζωογονεί. Ύστερα ο χρόνος λειτουργεί μέσα στη μνήμη. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει. Εμείς, οι κάτοικοι του ουρανού δε λέμε χθες, σήμερα, αύριο. Λέμε συνέχεια αιώνια και δε δεσμευόμαστε με συναισθήματα.
   -Δηλαδή δε νιώθετε ικανοποίηση, ζήλια, θυμό, ενθουσιασμό, μίσος, αγάπη, ευχαρίστηση;
   -Τα νιώθουμε σαν περαστικά σύννεφα που δε φτάνουν για να καταστρέψουν τη γαλήνη μας.
   -Απάθεια λοιπόν.
   -Όχι, κάτι βαθύτερο. Είμαστε οι ιδανικοί καθρέφτες της ζωής σας στη γη. Καθώς έχουμε το Θεό μαζί μας στους δρόμους της αθανασίας, ποτέ δεν πέφτουμε στο κενό της ανυπαρξίας.
   -Επειδή κάποιες φορές επανέρχεται η μνήμη σας σαν τις αστραπές, παρακαλάτε το Θεό να σας στείλει για λίγο στη γη, ν’ ανταμώσετε και να μιλήσετε με τ’ αγαπημένα σας πρόσωπα.
   Η μητέρα μου συμπέρανε πως στον ουρανό τα πάντα είναι με σοφία πλασμένα. Είναι όμως πολύ βαρετά, σαν ένα όνειρο που έχεις φτάσει και δεν έχεις άλλο για να προχωρήσεις ξανά. Όταν θυμήθηκε πως είχε αφήσει τις ετοιμασίες της κάτω στη γη, στο δάσος ενός μικρού χωριού, παρακάλεσε τον πατέρα να την κατεβάσει εκεί. Η αγριόχηνα επέστρεψε και κατέβασε τη μπαλαρίνα από τη ράχη της αφήνοντας ένα λυγμό. Τότε θυμήθηκα τι έγραψε κάποτε ο πατέρας: «Η φαντασία είναι το στόλισμα της αλήθειας. Η φαντασία ζει στην πραγματικότητα της ψυχής, της κάθε ψυχής και είναι το μεγαλύτερο δώρο που έκανε ο Θεός στον άνθρωπο, γιατί δεν άντεχε να τον βλέπει να πονά. Ήθελε να του δώσει τα φτερά, την παρηγοριά του ονείρου».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης