Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

"ΜΕΘΥΣΤΕ" ΤΟΥ ΣΑΡΛ ΜΠΟΝΤΛΕΡ.




Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου
που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη,
πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι;
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.
Αλλά μεθύστε.

Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού,
στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού,
μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας,
ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο,
ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά,
το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά,
ρωτήστε τι ώρα είναι,
και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
θα σας απαντήσουν:
- Είναι η ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή,
όπως σας αρέσει.



Από τη συλλογή του Μπωντλέρ, Le Spleen de Paris, που περιλαμβάνει 51 ποιήματα σε πεζό και δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1869. (Ο Σαρλ Μπωντλαίρ ήταν ένας από τους σημαντικότερους όχι μόνο της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας).

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

"Μια στιγμή στον άνεμο" του Τάσου Λειβαδίτη.

Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιό ασυγκράτητα.

τι να πει κανείς όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. Και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θα΄ναι δικά μας

τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε

θα σ' ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά
τη βουή μιας μεγάλης γιορτής

"Aύριο", λές, και μέσα σ' αυτήν τη μικρή αναβολή
παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ

σ' αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει
το πόμολο της πόρτας σ' ένα σπίτι που΄πιασε φωτιά

σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του,
ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε

ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πιά καθόλου ο ένας τον άλλον.
Eτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε

οι πιό ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δε θα 'ναι πιά κανείς να τις ακούσει

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί

η σιωπή κάνει τον κόσμο πιό μεγάλο, η θλίψη πιό δίκαιο...


Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο

κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε

όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον

Oταν λές: μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου
ξαναγίνεται μέσα σου

Γι αυτό σου λέω.. μην κοιμάσαι ! είναι επικίνδυνο..
μην ξυπνάς ! Θα μετανιώσεις..

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Στελιος Σπεράντζας, «Ανάσταση».

 
H Aνάσταση. Kαι γέμισε χαρά,
λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο.
Kι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά,
ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά
γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω.
 
Aνάσταση. Tα σήμαντρα χτυπούν.
Kι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα.
Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν’ αγαπούν
όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν
«Xριστός Aνέστη ετούτη την ημέρα».

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

«Σάρκινος λόγος», ένα απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου: «Τα Ερωτικά», 1981, εκδόσεις Κέδρος.




Τί μορφη πο εσαι. Μ τρομάζει μορφιά σου. Σ πεινάω. Σ διψάω.
Σο
δέομαι: Κρύψου, γίνε όρατη γι λους, ρατ μόνο σ᾿ μένα.
Καλυμένη
π᾿ τ μαλλιά ς τ νύχια τν ποδιν μ σκοτειν διάφανο πέπλο
διάστικτο
π᾿ τος σημένιους στεναγμος αρινν φεγγαριν.
Ο
πόροι σου κπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα μερόεντα.
ρθρώνονται πόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλις κρήξεις π᾿ τ πράξη το ρωτα.
Τ
πέπλο σου γκώνεται, λάμπει πάνω π᾿ τ νυχτωμένη πόλη μ τ μίφωτα μπάρ,
τ
ναυτικ ονομαγειρεα.
Πράσινοι προβολε
ς φωτίζουνε τ διανυκτερεον φαρμακεο.
Μι
γυάλινη σφαρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τς δρογείου.
μεθυσμένος τρεκλίζει σ μία τρικυμία φυσημένη π᾿ τν ναπνο το σώματός σου.
Μ
φεύγεις. Μ φεύγεις. Τόσο λική, τόσο πιαστη.
νας πέτρινος ταρος πηδάει π᾿ τ έτωμα στ ξερ χόρτα.
Μι
γυμν γυνακα νεβαίνει τ ξύλινη σκάλα κρατώντας μι λεκάνη μ ζεστ νερό.
τμς τς κρύβει τ πρόσωπο.
Ψηλ
στν έρα να νιχνευτικ λικόπτερο βομβίζει σ όριστα σημεα.
Φυλάξου.
σένα ζητον. Κρύψου βαθύτερα στ χέρια μου.
Τ
τρίχωμα τς κόκκινης κουβέρτας πο μς σκέπει, διαρκς μεγαλώνει.
Γίνεται μία
γκυος ρκούδα κουβέρτα.
Κάτω
π τ κόκκινη ρκούδα ρωτευόμαστε πέραντα,
πέρα
π᾿ τ χρόνο κι π᾿ τ θάνατο πέρα, σ μι μοναχικ παγκόσμιαν νωση.
Τί
μορφη πο εσαι. μορφιά σου μ τρομάζει.
Κα
σ πεινάω. Κα σ διψάω. Κα σο δέομαι: Κρύψου.

θήνα 18.11.80

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η ΘΑΛΑΣΣΑ από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)



Ἡ πρὸς τὴν Πατρίδα Ἀγάπη μου από τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Δὲν εἶναι διαβατάρικο πουλί, ποὺ γιὰ μία μέρα
σχίζει τὰ νέφη καὶ περνᾷ γοργὸ σὰν τὸν ἀγέρα,
οὔτε κισσός, π᾿ ἀναίσθητος τὴν πέτρα περιπλέκει
οὔτ᾿ ἀστραπή, ποὺ σβύνεται χωρὶς ἀστροπελέκι,
δὲν εἶναι νεκροθάλασσα, βοὴ χωρὶς σεισμό,
νοιώθω γιὰ σέ, πατρίδα μου, στὰ σπλάγχνα χαλασμό.



Τὸ ὄνειρο από τον Διονύσιο Σολωμό

Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου, 
Καὶ τῆς ὀμορφιᾶς θεά· 
Μοῦ ἐφαινότουν ὅπως ἤμουν 
Μετ᾿ ἐσένα μία νυχτιά.
῾Σ ἕνα ὡραῖο περιβολάκι 
Περπατούσαμε μαζί, 
Ὅλα ἐλάμπανε τ᾿ ἀστέρια, 
Καὶ τὰ κύτταζες ἐσύ.
Ἐγὼ τσὤλεα· πέστε, ἀστέρια, 
Εἶν᾿ κανέν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἐσᾶς, 
Ποῦ νὰ λάμπη ἀπὸ κεῖ ἀπάνου 
Σὰν τὰ μάτια τῆς κυρᾶς;
Πέστε ἂν εἴδετε ποτέ σας 
῾Σ ἄλλη, τέτοια ὡραῖα μαλλιά, 
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι, 
Τέτοια ἀγγελικὴ θωριά;
Τέτοιο σῶμα ὡραῖον ὅπ᾿ ὅποιος 
Τὸ κυττάζει εὐθὺς ρωτᾶ· 
Ἂν εἶν᾿ ἄγγελος ἐκεῖνος, 
πῶς δὲν ἔχει καὶ φτερά;
Κάθε φίλημα, ψυχή μου, 
Ὅπου μὤδινες γλυκά, 
Ἐξεφύτρωνε ἄλλο ρόδο 
Ἀπὸ τὴν τριανταφυλλιά.
Ὅλη νύχτα ἐξεφυτρώσαν, 
Ὡς ὁποῦ λάμψεν ἡ αὐγή, 
Ποὺ μᾶς ηὖρε καὶ τοὺς δυό μας 
Μὲ τὴν ὄψη μας χλωμή.
Τοῦτο εἶν᾿ τ᾿ ὄνειρο, ψυχὴ μου· 
Τώρα στέκεται εἰς ἐσέ, 
Νὰ τὸ κάμης ν᾿ ἀληθέψῃη, 
Καὶ νὰ θυμηθεῖς γιὰ μέ.

Τυχερός από τον Κώστα Βάρναλη

Ἀνεμοδέρνουν μέρα νύχτα ἀπάνου
σὲ στύλους σταυροσήμαδα φτερά σου,
νὰ γελιέσαι πὼς εἶν᾿ Ἑλλάδα ὁ τόπος.
Μὰ δίπλα τ᾿ ἀγκαλιάζει νὰ τὰ σπάσει
τοῦ ξένου ἡ ἀστερομάτισσα κατάρα.
Ἂν φαρμάκωνε μόνη τὸν ἀέρα,
ἴσως, ραγιᾶ νὰ ξύπναες κάποιαν ὥρα:
«Στὴ χώρ᾿ αὐτὴ ποὺ τήνε λέω δικιά μου
ξένος εἶμαι καὶ τυχερὸς ποὺ ζῶ!»

Λίγο Μελάνι...από τον Γεώργιο Σουρή

Ἀφιέρωμα τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1878, 
στὴ μετέπειτα γυναῖκα του Μαρία.

Λίγο μελάνι καὶ χαρτὶ καὶ λίγοι πάλι στίχοι
εἶναι τὸ μόνο δῶρο μου ὁποὺ θὰ σοῦ χαρίσω...
Καλὰ ποὺ μοῦ ῾δωσε κι αὐτοὺς ἡ ἀκριβή μου τύχη,
γιατὶ ἀλλιῶς δὲ θά ῾ξερα πῶς νὰ σὲ χαιρετήσω.

Ὡς τώρα ἄλλο τίποτα ἀπ᾿ τὸ δικό μου χέρι,
παρὰ πολλοὺς νερόβραστους καὶ κρύους στίχους εἶδες.
Ἀλλὰ κι οἱ στίχοι ποῦ καὶ ποῦ, καμμιὰ φορά, ποιὸς ξέρει,
ἂν ἔχουν δῶρα ζηλευτὰ καὶ ζωντανὲς ἐλπίδες.

Οἱ εὐτυχίες πού ῾ψαλλα τόσες φορὲς γιὰ σένα
ἂν ἔξαφνα φτερούγιζαν μὲ τὴν αὐγὴ μπροστά σου,
θὰ ἔβλεπες τί εἴχανε οἱ στίχοι μου κρυμένα
κι ἄλλη χαρὰ δὲ θά ῾θελε στὸ κόσμο ἡ καρδιά σου

Ποίηση 1948 από τον Νίκο Εγγονόπουλο

τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι' άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι' αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν είσαν;)
κι' είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

Φυγή από τον Γιώργο Σεφέρη

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

Η ΠΟΙΗΣΗ από τον Άρη Δικταίο

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο
ἐσὺ
τὸ στερνὸ ἴχνος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας
σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη

Ἡ καμπάνα από τον Γιάννη Ρίτσο

Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε;) πάνω ἀκριβῶς ἀπ᾿ τὸ τραπέζι
καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; - πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;
Σκυμμένοι στὸ πιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ. Ποτὲ δὲ σηκώσαμε 
λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, - ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε; Μά, τώρα, 
τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη. Ποιὸς τάχα τὴν πρωτό ῾δε; ποιὸς μᾶς τό ῾πε
ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει; Ἴσως, μιὰ νύχτα, ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι,
στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ ἄδειο
θαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μας. Σκύψαμε ἀμέσως
ἀκόμη πιὸ πολύ. Πεινᾶμε, δὲν πεινᾶμε, τρῶμε· περιμένοντας πάντα,
ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα
ἐννέα ἢ δώδεκα φορὲς ἢ μία καὶ μόνη, ἀπέραντα μόνη, ἀπειθάρχητα μόνη,
ἐνῷ, ἀπὸ μέσα μας, μετρᾶμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στοὺς χτύπους.

Κάποια μέρα από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη

Κάποια μέρα
Θα βαδίσεις πάνω στα ίχνη μου
Να με συναντήσεις
Γυμνή
Όπως την πρώτη μέρα της δημιουργίας
Με το αίμα όλων των νεκρών
Και με το αίμα όλων των ζωντανών
Πάνω στα χείλη σου 
Παγωμένο

Κι όταν σημάνει η ώρα
Θα είσαι όμορφη πολύ
Όμως μικρή
Τόσο μικρή
Σαν μια νιφάδα χιονιού
Ή τόσο απέραντη
Σαν τον ωκεανό
Στιλπνή
Και θα προφέρεις μόνο τ' όνομά μου
Και θ' απομένεις έξω από το χρόνο
Αγάπη μου παντοτινή

Από τη συλλογή Τα δώρα των μάγων (1999)

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση από τον Νικηφόρο Βρεττάκο

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.

Γιὰ τὴ ζωή από τον Ναζίμ Χικμέτ



(ἀπόδοση: Γιάννης Ρίτσος)

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γέλασε
Πρέπει νὰ τήνε πάρεις σοβαρά,
Ὅπως, νὰ ποῦμε, κάνει ὁ σκίουρος,
Δίχως ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πέρα νὰ προσμένεις τίποτα.
Δὲ θά ῾χεις ἄλλο πάρεξ μονάχα νὰ ζεῖς.
Τὶς πιὸ ὄμορφες μέρες μας δὲν τὶς ζήσαμε ἀκόμα
Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θά ῾θελα νὰ σοῦ πῶ
Δὲ στό ῾πα ἀκόμα.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

"Παιδί, το περιβόλι μου!" του Κωστή Παλαμά.


Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
Όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.

Κι άν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος ,φυτευτής , γίνε διαφεντευτής.

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά ! τσεκούρι !τράβα !,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
,

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα .

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Διονύσιος Σολωμός - Ἡ Εὐρυκόμη

«Θάλασσα, πότε θέλ᾿ ἰδῶ τὴν ὄμορφη Εὐρυκόμη;
Πολὺς καιρὸς ἐπέρασε καὶ δὲν τὴν εἶδα ἀκόμη. 
Πόσες φορὲς κοιτάζοντας ἀπὸ τὸ βράχο γέρνω
Καὶ τὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας γιὰ τὰ πανιά της παίρνω! 
Φέρ᾿ τηνε, τέλος, φέρ᾿ τηνε». Αὐτὰ ὁ Θύρσης λέει, 
Καὶ παίρνει ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὴ φιλεῖ καὶ κλαίει· 
Καὶ δὲν ἠξέρει ὁ δύστυχος ὁποῦ φιλεῖ τὸ κῦμα
Ἐκεῖνο, ποὺ τῆς ἔδωσε καὶ θάνατο καὶ μνῆμα.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα από τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Όσο Mπορείς από τον Κωνσταντίνο Π Καβάφη

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.