Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ-ΝΟΥΒΕΛΑΣ-ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ-ΝΟΥΒΕΛΑΣ-ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Το μοιραίο ταξίδι...






Η Εύα κοιτούσε συχνά τον ουρανό ψάχνοντας κάποια ξεχασμένα όνειρα απ' τα παιδικά της χρόνια. Σαν τσαμπιά σταφύλια κρέμονταν οι ελπίδες της από τ’ αστέρια. Την κύκλωναν οι αναμνήσεις από τότε που έμαθε να λικνίζεται χαριτωμένο πλάσμα στους δρόμους της γειτονιάς και τ’ αγόρια σφύριζαν με τόλμη για τα κάλλη της. Και τώρα, τι έκανε; Είχε βυθιστεί στις τύψεις της, σαν καράβι που είχε κολλήσει σε βούρκο, και τη βασάνιζαν τα λάθη της ζωής της. Τι ωφελούσε η ωριμότητα της πια, αφού δεν ήταν σε θέση να πάρει μια απόφαση χωρίς να ανατραπεί αμέσως μετά από μια αιφνίδια εξέλιξη των γεγονότων; Σκέφτηκε, πως η μοίρα την είχε παγιδέψει για τα καλά στα δίχτυα της κι έβρισκε ως μόνη λύση ένα μικρό ταξίδι. Αυτό το ταξίδι, θα την έκανε να ξεχάσει το παρελθόν της και να διώξει μακριά τις στεναχώριες της. Μα αποδείχτηκε ότι δεν το είχε μελετήσει καλά, καθώς όσο προχωρούσε χέρι χέρι με τον μεγάλο της έρωτα, καταλάβαινε πως δεν είχε επιστροφή. Ήταν πέλαγα οι καρδιές και οι ψυχές που αντάμωναν κι οι τρικυμίες θαρρείς δυνάμωναν αυτό το σύμπλεγμα, ώστε κανένα νησί δεν ήταν αρκετό για να το κατοικήσουν. Η απλωσιά της ευτυχίας ικανοποιούταν με τους ωκεανούς. Ήταν μοιραίο αυτό το ταξίδι να μη σταματήσει ποτέ....



Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Η ΕΡΣΗ ΤΟ ΤΡΕΛΟΚΟΡΙΤΣΟ.







   Πρόβες και πάλι πρόβες! Σκέτη απελπισία ο Αλέκος, η τελευταία του ερωτική απογοήτευση τον είχε κάνει να σέρνεται κυριολεκτικά... Ούτε το μικρόφωνο δεν μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του, η φωνή του ηχούσε διαλυμένη σακαράκα σε ντουβάρι. Αδύνατον να υποταχτεί σε οποιοδήποτε μελωδικό ρυθμό. Ακόμη και για τα ουρλιαχτά του Death Metal θα ήταν απαράδεκτος!!!

   Με το φιλαράκι μου στη σύνθεση του συγκροτήματος, όχι μόνο δε θα «σπάγαμε ταμεία», αλλά θα τρώγαμε κι από πάνω ξύλο για την ανοησία μας να πιστεύουμε ότι είμαστε μουσικοί. Πώς θα εμφανιζόμασταν στο ερασιτεχνικό φεστιβάλ ροκ μουσικής του Βόλου; Το ζήτημα ήταν λεπτό, απαιτούσε ιδιαίτερο χειρισμό.



   Ο «Ντόκτορ ρίζα στο τετράγωνο», σαΐνι στο μυαλό, μου πρότεινε, αφού είμαι ο αρχηγός του γκρουπ, να πλησιάσω την Έρση, τη μέχρι πριν λίγο καιρό γκόμενα του Αλέκου. Να προσπαθήσω να την πείσω να του κάνει πάλι τα γλυκά μάτια, μήπως ανορθώσουμε ξανά το ερείπιο... Το στομάχι μου είχε διπλωθεί απ’ το άγχος, μ’ είχε πιάσει ακατάστατη ταχυκαρδία. Τεράστια η ευθύνη μου. Πιο τίμιο θα ήταν να πλησιάσω τον Αλέκο να του ανοίξω τα μάτια, αφού το τρελόπαιδο φέρνει στη μούρη τον Τζιμ Μόρρισον και δε θα χρειαζόταν να παρακαλάει να γυρίσει κοντά του η «ξενέρωτη» Έρση. Μιλιούνια οι αλλοπαρμένες θαυμάστριες του τρέχουνε συνεχώς από πίσω του και δεν καταλαβαίνω γιατί να έχει τέτοιο κόλλημα με την Έρση!



   - Του έκανε απίθανο σεξ, προσπάθησε να εξηγήσει τα ανεξήγητα ο φυσαρμονίστας μας. Κι ύστερα με προέτρεψε ν’ αφήσω για λίγο ήσυχη την κιθάρα, να τρέξω με μια ανθοδέσμη στο σπίτι της Έρσης με μία κάρτα που να γράφει:«Συγχώρεσέ με μωρό μου, που σε πλήγωσα».

Λόγια γραμμένα δήθεν απ’ το χέρι του Αλέκου και κατόπιν ειλικρινούς μετάνοιας.



   Έτσι κι έκανα, αλλά μόλις η Έρση ξεκαρφίτσωσε την κάρτα από τα κόκκινα τριαντάφυλλα, το βλέμμα της έπεσε πάνω μου με καχυποψία, σαν να μην πίστευε τι ακριβώς διάβαζε.



   - Αυτό το εγωιστικό γουρούνι αποκλείεται να έγραψε τα λόγια. Γνωρίζω τόσο καλά τον γραφικό του χαρακτήρα και συμπεραίνω ότι η πλαστογραφία που κάνατε απέτυχε! Πάτε να μου στήσετε παγίδα για το καλό του συγκροτήματος.

   Δεν ήταν τυχαίο που ονομάσαμε το συγκρότημα «Ιστοί Αράχνης».



   Ήμουν έτοιμος να αποχωρήσω με κατεβασμένο κεφάλι, τα έβαζα κιόλας με τη γυναικεία ευφυΐα, όταν η Έρση με τράβηξε απ’ την μπλούζα, την ώρα που της είχα γυρίσει την πλάτη μου για να φύγω θυμωμένος. Κατά λάθος, ένα από τα νύχια της, μου χάλασε τη μύτη του Έλβις -του ινδάλματος μου- λευκή χαλκομανία, την οποία είχε σιδερώσει η μάνα μου πάνω στη μαύρη μπλούζα μου. Μετά μ’ έπιασε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιό της. Αφού με κοίταξε με διαπεραστικό και ταυτόχρονα επιθετικό βλέμμα, μ’ έσπρωξε με δύναμη, ώστε να πέσω στο κρεβάτι της.

   - Λείπει η μάνα μου. Πρέπει να το εκμεταλλευτείς!, μου πέταξε με κυνικότατο ύφος.



   Έβγαλε την μπλούζα της αστραπιαία, κάνοντας να εμφανιστούν μπροστά μου δυο χυμώδη σφιχτοδεμένα στήθη. Κόλαση η κοπέλα, μαζί της θα αργούσα να φτάσω στον Παράδεισο. Εκτός αν με πηγαίνανε με φορείο λόγω υπερκόπωσης και φόρτου εργασίας...



   Το στομάχι μου κόντευε να σπάσει. Οι φλέβες μου χτυπούσαν ανελέητα σαν καμπάνες. Και το παντελόνι της Έρσης κατάχαμα, ενώ εκείνη φώναζε υστερικά πέφτοντας πάνω μου με λύσσα:

   - Θα σε εξαντλήσω κιθαρίστα!



   Το τελευταίο απομεινάρι ηθικής επαναστάτησε στο μυαλό μου, ενώ επανήλθε η χαμένη λογική μου. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό στον φίλο μου, αν κι η θέα του κορμιού της με μάγευε!



Σκέφτηκα πως ίσως με προκαλούσε σκόπιμα να δει τις αντιδράσεις μου κι ύστερα να τα πει «χύμα και τσουβαλάτα» στον Αλέκο για τον «ερωτιάρη» φίλο του και να σφαχτούμε τελικά στο συγκρότημα.

Την απώθησα βίαια και τινάχτηκα όρθιος, ιδρωμένος από δύο αντίθετες καταστάσεις, από την ερωτική φλόγα κι από την αυτοσυγκράτηση, που μου επέβαλλε η λογική.



   - Λοιπόν, Έρση, ηρέμησε! Έχω μια φοβερή ιδέα! Τι θα έλεγες να γίνεις η μούσα του γκρουπ μας; Να ντουμπλάρεις τον Αλέκο στη σκηνή, λίγο τραγούδι, λίγο χορό, λίγο αισθησιασμό... λίγο απ’ όλα. Ας δοκιμάσουμε, δεν ξέρεις τι μπορεί να βγει απ’ αυτόν τον συνδυασμό...



   Η Έρση ξεφυσούσε βγάζοντας όλη την ένταση από μέσα της. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν είχε ακόμη επιθετικές τάσεις, κάθισα δίπλα της στην άκρη του κρεβατιού. Μου έριξε ένα φευγαλέο χάδι στο πρόσωπο, λες κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει κάτι από εμένα, έστω το ελάχιστο. Έδειχνε ότι το σκεφτόταν σοβαρά. Μέχρι που χαμογέλασε και μου είπε δήθεν αυστηρά:

   - Να με περιμένετε αύριο στις πρόβες κωλόπαιδα! Θα σας βγάλω τα μάτια με αυτά που θα φοράω...


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΟΥΛΟ ΧΑΔΙ...




   Τα μάτια του Νίνο περιπλανιόταν μες το σκοτάδι. Δεν του κολλούσε ύπνος, σκέψεις βιαστικές καρφίτσωναν ένα μεγάλο κενό, μια έντονη ανησυχία. Ώσπου, το πόμολο της πόρτας κινήθηκε, η πόρτα άνοιξε και το φως που ερχόταν από το σαλόνι τον χτύπησε στα μάτια.
   Εντελώς ξαφνικά, την ένιωσε από την μυρωδιά της, μια μυρωδιά ακαθόριστη, μπερδεμένη από ανδρικό ιδρώτα και παρφουμάρισμα. Κάπνα καθότανε στα μαλλιά της αλλά και στο εσωτερικό της ύπαρξής της.
   Έκανε πως κοιμόταν, το πρώτο άγγιγμά της έμοιαζε με σύρσιμο φιδιού στα ξερόχορτα. Η καρδιά του Νίνο πετάριζε. Το βλέμμα της μάνας προσπαθούσε να γίνει ίσκιος πάνω του, αλλά γινόταν μαστίγιο. Πάει η παιδική ηλικία... χάθηκε σ’ εκείνα τα μυστικά υπόγεια. Να θέλεις να πάρεις χάδι μητρικό και να παίρνεις κλάμα.
   Η μάνα έβγαλε από το ανοιχτό μπούστο της μια σοκολάτα. Την άφησε κάτω από το μαξιλάρι του. Θα μπορούσε άραγε να γλυκάνει τη ζωή και των δύο;
   Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω της, ένας μεγάλος στεναγμός ανακούφισης απελευθερώθηκε από το παιδί. Και το σκοτάδι έγινε φίλος του για πρώτη φορά.

05/12/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Ένα απόσπασμα από την νουβέλα: "Οι Απόκληροι" του Κώστα Γραμματικόπουλου, η οποία παρουσιάζεται στις 19 Ιανουαρίου 2017 στην Αθήνα.



 
   Τότε ο Λαέρτης είδε ένα παράξενο όνειρο που τον ανησύχησε πολύ.
    «Περπατούσε μόνος, χωρίς την Καστάνκα, σε μία πολυσύχναστη λεωφόρο της πόλης. Ήταν Κυριακή μεσημέρι και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Αφηρημένος και ράθυμος χάζευε τις θλιβερές βιτρίνες των καταστημάτων, με την απούλητη πραμάτεια τους, τα ελάχιστα νεοκλασικά κτίρια, όαση στην ψυχή του, τις καφετέριες με τους μοναχικούς πελάτες και μια εφημερίδα συντροφιά, τους περαστικούς με τα κατσουφιασμένα πρόσωπα και τα άδεια λεωφορεία. Ασυναίσθητα, γύρισε το κεφάλι του δεξιά και είδε στον τοίχο ένα σύνθημα, με το αναρχικό λογότυπο από κάτω : ΣΚΑΣΕ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΑΖΕ.
    Πάγωσε για λίγα δευτερόλεπτα. Πόση αλήθεια, σκέφθηκε, πόση δύναμη κρύβουν μέσα τους αυτές οι δύο λεξούλες και ανάμεσά τους ένας μικρός, ταπεινός συμπλεκτικός σύνδεσμος να τις ενώνει. Συνέχισε να βαδίζει…
    Άξαφνα εμφανίστηκε μπροστά του μια τεράστια πλατεία, πλημμυρισμένη από χιλιάδες κόσμο και στη μέση ακριβώς, υπήρχε μια ξύλινη εξέδρα με μουσικούς να παίζουν δαιμονισμένα. Αλλά τι παράξενο! Η μουσική δεν ακουγόταν. Υπήρχαν άνθρωποι όλων των εθνικοτήτων και φυλών, λευκοί και έγχρωμοι, μικροί και μεγάλοι, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά τους, που λικνίζονταν στους ρυθμούς της μουσικής, έπιναν, αγκαλιάζονταν σε μία διονυσιακή μέθεξη, αλλά, μέσα σε μία εκκωφαντική σιωπή. Γιόρταζαν…
    Τότε ξαφνικά, ακούστηκε από μακριά ένας διαπεραστικός μακρόσυρτος ήχος που ολοένα και δυνάμωνε. Η μουσική σταμάτησε, οι άνθρωποι μαρμάρωσαν, τα πρόσωπα συννέφιασαν και όλοι άκουγαν με δέος τον ήχο. Πρέπει να κράτησε λίγο, ένα-δύο λεπτά, ώσπου έσβησε σιγά- σιγά, ακριβώς όπως είχε αρχίσει. Η γιορτή τελείωσε άδοξα. Οι άνθρωποι άρχισαν να διαλύονται και οι μουσικοί, αφού μάζεψαν τα όργανά τους, εγκατέλειψαν τη σκηνή. Η πλατεία ήταν πλέον άδεια…
    Άκουσε το επίμονο κλάξον ενός αυτοκινήτου, καθώς αφηρημένος πήγε να περάσει το φανάρι με κόκκινο και ένας οδηγός μέσα από το τζάμι άρχισε να χειρονομεί έντονα και να βρίζει. Έσκυψε το κεφάλι και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Συνέχισε να περπατά…».
    Τότε ήταν που ξύπνησε ο Λαέρτης, αλαφιασμένος από το όνειρο. Την επόμενη μέρα το διηγήθηκε στον Θησέα, που τον άκουγε με περιέργεια.
    - Τι αλλόκοτο όνειρο, είπε, και αυτός ο ήχος τι ήταν Λαέρτη που χάλασε την γιορτή;
    - Ο ήχος, αγόρι μου, είναι το κακό. Το κακό που έρχεται από μακριά και μας βρίσκει απροετοίμαστους, είπε ο Λαέρτης και το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
---------------------------------------
Κώστας Γραμματικόπουλος.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Νόστος.



   Στον δρόμο υπήρχε μια πινακίδα, μα ήταν στραμμένη με τέτοιον τρόπο που δεν ήξερες αν έπρεπε να ακολουθήσεις την πορεία σου ή να στρίψεις αριστερά.
   «Ομορφοχώρι» με ξεθωριασμένα γράμματα, σαν τα χρόνια που είχαν ξεθυμάνει στη μνήμη και ήταν αδύνατον να θυμηθώ κάποιον άνθρωπο του χωριού ή κάποια σημαδιακή κατάσταση που μ’ έκανε να χαρώ ή να λυπηθώ.
   Παίρνοντας την στροφή αριστερά και προχωρώντας με ανυπομονησία, δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου σε ό,τι έβλεπα. Άνθρωποι με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και παραμορφωμένα πρόσωπα κυκλοφορούσαν στους δρόμους, ώστε δεν μπορούσες να διακρίνεις κανένα συναίσθημα πάνω τους. Προσευχόμουν στον Θεό, μήπως και με αναγνωρίσει κάποιος από τους παιδικούς μου φίλους, με αγκαλιάσει αδελφικά και με οδηγήσει στην ταβέρνα του χωριού να τα πιούμε και να θυμηθούμε τα παλιά. Αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιος ακριβώς ήμουν τώρα, πώς με λέγαν άραγε; Πέτρο, Θωμά ή Θανάση;
   Ώσπου με πλησίασε μια γυναίκα, πάρα πολύ άσχημη, κι έδειχνε ότι με περίμενε λέγοντας: «επιτέλους ήρθες!». Άρχισε να μου εξηγεί έναν παράξενο μύθο, ότι δηλαδή όποιος θα γυρνούσε στην πατρίδα του μετά από πολλά χρόνια αφήνοντας μόνους τον πατέρα και την μάνα του, θα αντίκριζε την ασχήμια των προσώπων όλων των συγχωριανών του.
   «Πού είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου;» ρώτησα απελπισμένα.
   «Έλα να σου δείξω» απάντησε εκείνη και με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε σ’ ένα σπίτι στην άκρη του χωριού.
   Χτύπησε την ξύλινη πόρτα με το ρόπτρο και άνοιξε μια γερασμένη γυναίκα που ίσα κρατιόταν στα πόδια της.
   «Σε ευχαριστώ Αλεξάνδρα» είπε και μ’ ένα νεύμα, της έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε να κλείσει την πόρτα πίσω της και να αφήσει να εκτυλιχτεί μυστικά μια τρυφερή οικογενειακή ζωή.
   Η μάνα μου με πήρε αγκαλιά και λύθηκε σε κλάματα, αλλά δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ούτε το χάδι της μου θύμιζε κάτι… Μου έφερε και φωτογραφίες να μου δείξει ποιος ήμουν, μα και πάλι αν και του έμοιαζα του ανθρώπου αυτού που έβλεπα, αισθανόμουν πως ήμουν πολύ διαφορετικός του. Με πλησίασε κι ο πατέρας μου και φώναξε: «Διονύση, ξέχασες που έσπασες το πόδι σου μια φορά κουτρουβαλώντας την σκάλα;».
   «Ας τον να ξεκουραστεί» του είπε η μάνα μου και αύριο το πρωί βλέπουμε τι θα κάνουμε… ή φέρνουμε τον παπά να τον διαβάσει ή τον γιατρό να τον εξετάσει».
   Ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πάνω κρεβατοκάμαρα και άρχιζα να την περιεργάζομαι εξονυχιστικά. Άνοιξα ένα μπαούλο, έχωσα τα χέρια μου ανάμεσα από φωτογραφίες, κειμήλια της οικογένειας και χρυσαφικά. Βρήκα ένα κιτρινισμένο χαρτί. Τα γράμματα ξεχώριζαν καθαρά: «Ληξιαρχική πράξη θανάτου, ο Διονύσης Κεντάκης απόθνησκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1973, δολοφονηθείς υπό άγνωστου αντρός, που εισέβαλλε εν μέσω της νυχτός εις την οικία των γονιών του, εικοσιπενταετής νέος».
   Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, εγώ δεν υπήρχα καν, και γιατί έπρεπε να υποδυθώ ένα πρόσωπο που δεν υπήρχε τώρα στη ζωή; Ένα σημείωμα, στην άκρη του κομοδίνου, με έβγαλε από τις αδιέξοδες σκέψεις:
   «Από σήμερα αγαπητέ φίλε μου είσαι ο Διονύσης Κεντάκης, κάτω από το μαξιλάρι θα βρεις ένα βιβλίο με τη βιογραφία μου και οδηγίες με το τι πρέπει να κάνεις από τώρα και στο εξής… Τα αρχεία της κοινότητας καταστράφηκαν μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1982. Όλοι στο χωριό πιστεύουν ότι δεν πέθανα και έφυγα μετανάστης στο εξωτερικό…».
   Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα σφύριγμα ανέμου κι ένιωσα ταυτόχρονα την κουρτίνα να κινείται. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Άνοιξα τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, τα φύλλα της μουριάς κάτω στην αυλή ήταν ασάλευτα. Άπνοια, η μέρα προοιωνιζόταν αρκετά ζεστή…   

18/04/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης                                

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

"Στον Σταθμό", ένα όμορφο απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα της Εύας Λόλιου.

 
 
   Οι δείχτες του ρολογιού σήμαναν βαριά, τέσσερις ακριβώς. Ένα γλυκό πέπλο ομίχλης κάλυπτε τις σιδηροδρομικές γραμμές, αφήνοντας μια δακρυσμένη γυαλάδα στη σκληρή όψη τους. Το αεράκι σκουντούσε παιχνιδιάρικα τις μυστήριες σκιές πάνω στους τοίχους των βαγονιών. Πρόσωπα και χέρια κρέμονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, φαντάσματα του παλιού καλού καιρού.
   Η υγρασία θάμπωσε τα μάτια της Εύας τόσο, που κοιτώντας να δει την ώρα στο μεγάλο ρολόι του σταθμού, οι δείκτες του έδειξαν δώδεκα! Έτριψε το θολό βλέμμα της για να ξεχωρίσει καλύτερα τους αριθμούς. Ναι, ήταν δώδεκα!!! Μα το ραντεβού της με τον Αλέξανδρο ήταν στις τέσσερις το απόγευμα! Εδώ στον σταθμό του Ντε Κίρικο, στις τέσσερις... Το σφύριγμα του βιαστικού τρένου την καλούσε να ταξιδέψει μαζί του. Είναι όλα μια οφθαλμαπάτη... σκέφτηκε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της. Ανατρίχιασε καθώς μια μαύρη γάτα τρίφτηκε στα πόδια της. Ένα φως την πλησίασε μέσα από την πυκνή ομίχλη. Ήταν ο φακός του Σταθμάρχη.
    «Είναι το τελευταίο δρομολόγιο. Ο φίλος σας μου άφησε αυτό το γράμμα. Διαβάστε το παρακαλώ και κάνετε γρήγορα επιτέλους!». 
   Κοιτούσε τον άνθρωπο που απομακρυνόταν, προσπαθώντας να κατανοήσει το πώς έγινε κι ένας ολόκληρος Σταθμάρχης, της παρέδωσε ένα γράμμα, από τον φίλο της. Μα πρώτη φορά θα τον συναντούσε, δεν της ήταν τίποτα... Και ήταν λάθος της που δέχτηκε να βρεθεί μ’ ένα άγνωστο προφίλ του Βιβλίου προσώπων. Απογοητευμένη από την αφέλεια του χαρακτήρα της, έσκισε κλειστό το γράμμα. Τα κομμάτια του παρασύρθηκαν από τον αέρα στις ράγες των τρένων.
    Έβγαλε έναν νυχοκόπτη από την τσάντα της. Με την αιχμηρή σκέψη της σκάλισε πάνω στο βαγόνι τα αρχικά τους. Αλέξανδρος - Εύα. Αναχωρώντας το τρένο, θα έπαιρνε μαζί του όλα όσα είχε ονειρευτεί.

Εύα Λόλιου

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

"Η Καταιγίδα", ένα μικρό απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα της Εύας Λόλιου, μιας καινούργιας λογοτέχνιδος που κύριο χαρακτηριστικό της γραφής της είναι η παραστατική αφήγηση και η δημιουργική ανάπλαση εικόνων από τη φύση.


  

   Φτάνοντας στις Αγριόλευκες σαν σιγή θανάτου, μια νηνεμία περίεργη κύκλωσε το κορμί της Εύας. Όλο το Αιγαίο ξετυλίχτηκε, γαλάζιος πίνακας, χωρίς ίχνη θυμού. Οι αγριόλευκες ασάλευτες να αγναντεύουν τη θάλασσα. Οι κακοτράχαλοι βράχοι, βγαλμένοι από κάποιο στοιχειωμένο δάσος, σαν να έπαιρναν μορφή στα μάτια της. Μια άγρια, πρωτόγονη σπίθα.    
   Ο φόβος. Πίσω της το Πλιασίδι, φουρτουνιασμένο. Τα ραντάρ του Νάτο κρυμμένοι κατάσκοποι. Κούρνιασε σε μια φιλική βραχώδη αγκαλιά, έκλεισε τα μάτια. Σκεφτόταν πως ήταν ανόητη που μόνη πήρε ένα τέτοιο ρίσκο. Κοίταξε το κινητό της. Ευτυχώς είχε σήματα ζωής. Ο ήχος μηνύματος την ενεθάρρυνε και έβγαλε πνοή ανακούφισης. Ξάφνου έσπασε ο καθρέφτης των ματιών της σε χίλια κομμάτια. Τα έτριψε για να ξαναδιαβάσει: "ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΗ".
    Όλη η πλάση αγριεύτηκε μαζί της. Οι ψηλές Λεύκες έφεραν το σφύριγμα του ανέμου, θυμωμένα βιαστικά σύννεφα έκρυψαν την ορατότητα του γυρισμού. Έπρεπε να κατασκηνώσει. Ασφαλής από την καταιγίδα, έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της. Δεν είσαι μόνη, δεν είσαι μόνη. Μα θα προτιμούσε την απόλυτη μοναξιά της. Ο άνεμος έπαιρνε μαζί του την όποια ένδειξη άλλης παρουσίας. Καταρράχτης ο ουρανός βάραινε από πάνω της. Τρομαχτικά ηδονικός ο ήχος ενός ακόμη μηνύματος: "Μη φοβάσαι, δεν είσαι μόνη Εύα!". Μ' έναν πάσαλο στα τρεμάμενα χέρια της, τον περίμενε. Χωρίς ανάσα έπνιξε τους λυγμούς...

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Απόσπασμα από το καινούργιο παιδικό βιβλίο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: «Τα μυστικά της Θεόπετρας».


   Όταν αντίκρισαν δεξιά τους δύο στενούς μα ψηλούς βράχους, σκέφτηκαν να καλυφθούν πίσω τους και από εκεί να παρατηρούν με την ησυχία τους το ρέμα. Άκουγαν τα πλατσουρίσματα και έβλεπαν τα ταραγμένα νερά να σχηματίζουν πίδακες αφρού και αναρωτήθηκαν τι είδους κήτος ήταν εκείνο που κολυμπούσε αμέριμνο μέσα στη σπηλιά. Ώσπου φάνηκαν δύο τεράστια πόδια που σηκώνονταν ψηλά, έπεφταν με ορμή στην επιφάνεια του νερού και ύστερα βυθίζονταν μέσα αναταράσσοντας τις κροκάλες, την άμμο και τα δύστυχα μικροσκοπικά πλάσματα. Κατόπιν το «τέρας» γονάτισε στον πάτο του ρέματος φανερώνοντας το κορμί του πάνω από τη μέση σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Οι πλάτες του έμοιαζαν με ένα πλατύ δρόμο που τελειωμό δεν είχε κι οι ώμοι του ήταν σαν δύο τετράγωνοι βράχοι που πέσανε από τον ουρανό, φλεγόμενοι μετεωρίτες. Όταν σήκωνε τα χέρια του ψηλά, λυγίζοντας τους αγκώνες για να περάσει τη βούρτσα στην πλάτη του, άγγιζε την οροφή της σπηλιάς. Έτσι λοιπόν εξηγούνταν και ο ήχος που ταίριαζε με το ρυθμικό τρόχισμα.
   Ο γίγαντας πλενόταν και διασκέδαζε πολύ, κουνώντας πέρα-δώθε, αριστερά-δεξιά το κεφάλι του, και το πρόσωπό του ήταν ολόμαυρο και σκοτεινό από το παχύ τρίχωμα που ξεκινούσε ψηλά από τα φρύδια και έφτανε μέχρι το πηγούνι. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις πάνω του μάτια, μύτη, χείλια, στόμα κι αυτιά! Η βούρτσα του έμοιαζε με ένα μακρύ καμάκι ψαρέματος και στην άκρη του ήταν προσαρμοσμένο σε πλατιά επιφάνεια ξύλου το δέρμα ενός σκαντζόχοιρου. Με αυτή λοιπόν τη βούρτσα ο προϊστορικός άνθρωπος καθάριζε το δέρμα του και το ευχαριστιόνταν.
   Στην άκρη της όχθης υπήρχε μπηγμένος στο χώμα ένας μεγάλος δαυλός· χοντρό κούτσουρο δρυ το οποίο έκαιγε ασταμάτητα και σκορπούσε στο γύρω χώρο άπλετο φως. Έτσι όλες οι διαστάσεις τού γίγαντα έγιναν εύκολα διακριτές, αλλά η κάπνα που έβγαζε το ξύλο ντουμάνιαζε σιγά-σιγά και έπνιγε τον μικρό Στραβοπόδη που ήθελε καθαρό αέρα για ν’ αναπνεύσει. Τότε έβηξε κοφτά δυο-τρεις φορές και ο Πυργένης δεν κατάφερε να τον συγκρατήσει. Αμέσως σταμάτησε ο ήχος του τροχίσματος και μία φωνή σαν ρόγχος και σαν γδούπος ταυτόχρονα ακούστηκε, χωρίς να καταλάβει κανείς από τους φίλους μας τι ακριβώς σήμαινε αυτός. Τελικά έβγαλαν το συμπέρασμα πως ο γίγαντας πλατάγιζε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα του και τότε οι νυχτερίδες φτερούγιζαν φοβισμένες και τσίριζαν χωρίς σταματημό. Και ξανά ακούστηκε ο ίδιος κρότος, ποιο δυνατά αυτή τη φορά.
   Σε λίγο φάνηκε μια σκιά που έκανε τους φίλους μας να παγώσουν στις θέσεις τους. Μια μακρουλή μουσούδα ενός ζώου έσκυψε πάνω από τα κεφάλια τους και τους μύριζε, ενώ τα δόντια  του ήτανε σαν πριόνια. Η τρίχα του ήταν γκρι και έμοιαζε με λύκο, αλλά όμως ήταν ένα εξημερωμένο σκυλί που έβγαζε τη γλώσσα του και έγλυφε φιλικά τα κεφάλια των επισκεπτών.
   «Μπλιάχ!» φώναξε αηδιασμένος ο Στραβοπόδης, σκουπίζοντας με το χέρι του το πρόσωπό του από τα σάλια του ζώου και είπε στον άρχοντα Πυργένη:
   «Λες να ξέσκισε προηγουμένως κάποιο ψοφίμι και μετά να ήρθε να μας κάνει γλύκες το τέρας;».
   Ο Πυργένης δεν συγκρατήθηκε και παρόλο την αγωνία του γέλασε. Ο σκύλος φαινόταν πως έπαιζε και δεν είχε σκοπό να επιτεθεί και να αγριέψει στους φίλους μας. Τότε ακούστηκε και ένας τρίτος θόρυβος από το ρέμα που έκανε σαν χύτρα μαγειρέματος που σφυρίζει και ο σκύλος έστρεψε την προσοχή του προς το γιγάντιο αφεντικό του, το οποίο τώρα βρισκόταν φαρδύ-πλατύ ξαπλωμένο στην άκρη της όχθης και χτένιζε τα μαλλιά του. Κρατούσε στα χέρια του μία κοκάλινη χτένα που είχε φτιάξει από το σαγόνι ενός άγριου ζώου, πιθανόν από έναν παχύμαλλο ρινόκερο, και χτένιζε τα μαλλιά του με μεγάλη προσπάθεια. Οι τρίχες του ήταν πλεγμένες μεταξύ τους, σχεδόν κολλημένες, και έκανε νόημα στους επισκέπτες να τον πλησιάσουν και να του δώσουν ένα χέρι βοήθειας.
   Τότε ο Στραβοπόδης και ο Πυργένης, με δόντια που κροτάλιζαν και πόδια που έτρεμαν, προχώρησαν προς το μέρος του προϊστορικού γίγαντα, ο οποίος είχε τοποθετήσει την παλάμη του κάτω στο χώμα ανοιχτή. Τους είπε ν’ ανέβουν εκεί κι εκείνοι υπάκουσαν στην εντολή του και ο καθένας τους καβάλησε από ένα χοντρό δάχτυλο του χεριού του, την ώρα που εκείνος διασκέδαζε και σήκωνε ψηλά το χέρι του μέχρι ν’ αγγίξει το κεφάλι του. Ο Πυργένης είπε δυσαρεστημένος στον Στραβοπόδη:
   «Κατάλαβες τι μας θέλει το θηρίο; Θέλει να του βγάλουμε τις ψείρες απ’ τα μαλλιά!».
   Πάντως οι ψείρες του γίγαντα δεν ήταν ασήμαντες σε μέγεθος· έμοιαζαν με μακρουλά μαύρα σκαθάρια που είχαν ποδαράκια σαν βεντούζες. Ο Πυργένης είχε τη φοβερή ιδέα να της ξεκοιλιάζει με το μαχαίρι του! Τον μιμήθηκε και ο Στραβοπόδης που έβγαλε μία οστέινη βελόνα υφαντικής και την κάρφωνε στις πλάτες των απαίσιων ζωυφίων! Και οι δυο τους δώσανε πραγματική μάχη με τη μυρωδιά των μαλλιών του γίγαντα, με τις ψείρες που δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν εκείνον τον εύφορο τόπο, ο οποίος είχε ασπρίσει από τα αμέτρητα αυγά, που είχαν αποθέσει εκείνες εδώ και χίλια ίσως χρόνια. Η προσπάθειά τους όμως τελείωσε μ’ επιτυχία κι έπεσαν ξεροί από την κούραση. Ο Πυργένης που έκοβε το μάτι του υπολόγισε στο περίπου πως τα μαλλιά του τεράστιου ανθρώπου έφταναν τα τριάντα μέτρα μήκος!
   Ο γίγαντας με τον ίδιο τρόπο που ανέβασε τους φίλους μας στο κεφάλι του, τους κατέβασε κάτω στο έδαφος της σπηλιάς. Έδειχνε ανακουφισμένος και σίγουρα θα γλίτωνε το ξύσιμο για πολλές μέρες ακόμη. Βγήκε από το ρέμα και σηκώθηκε όρθιος πατώντας στις τεράστιες πατούσες του. Τα νερά που έσταζαν από το σώμα του, έκαναν μούσκεμα τους ταξιδιώτες λες και είχε πιάσει μία δυνατή καταιγίδα.
   Αυτός ο αφύσικος άνθρωπος δεν πρέπει να γνώριζε την ομιλία κι έτσι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με κραυγές και νοήματα. Έσκυψε κάνοντας μια υπόκλιση κι έφερε το δεξί του χέρι με την παλάμη του πάνω στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς, θέλοντας να τους δείξει πως τους ευχαριστούσε πολύ. Ύστερα κάθισε σταυροπόδι κάτω στο χώμα και άρχισε να χαϊδεύει τη ράχη, τη μουσούδα και τ’ αυτιά του πιστού του σκύλου, ενώ έριχνε εξεταστικές ματιές στον Πυργένη και τον Στραβοπόδη που κάθονταν δίπλα του και έμοιαζαν σαν μικροσκοπικά μυρμήγκια!

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η ονειροπόληση ενός παιδιού.



   Καθόμουν και σκεφτόμουν με ποιον τρόπο  μπορεί κάποιος να φανεί ήρωας. Πώς γίνεται ν’ αποδείξει στην αγαπημένη του ότι αξίζει να τον αποκαλούν ήρωα. Ονειρευόμουν πως η Μυρτώ κινδύνευε. Την έβλεπα σαν πριγκίπισσα κλεισμένη στο κάστρο της, την ώρα που οι βάρβαροι ορμούσαν στα τείχη της πόλης για να την κατακτήσουν.
   «Τι κάθεσαι άπραγος Ιβανόη, έλεγα στον εαυτό μου. Όρμισε με θάρρος στη μάχη να σκορπίσεις τους εχθρούς!».
   Σε άλλο επεισόδιο, που είχε πλάσει η φαντασία μου, η Μυρτώ κατέβαινε στους αγρούς την άνοιξη να κόψει μαργαρίτες. Εκεί που χαιρόταν τη φύση αμέριμνη, ένα φαρμακερό φίδι την τσίμπησε και ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Τότε, έτρεξα να τις δώσω τις πρώτες βοήθειες. Έκοψα ένα κομμάτι από τη μπλούζα μου και έδεσα σφιχτά το πόδι της πάνω απ’ την πληγή για να μην προχωρήσει το δηλητήριο προς την καρδιά. Ύστερα την ανέβασα στους ώμους μου και τη μετέφερα μέχρι το παλάτι-σπίτι της, όπου οι υπηρέτριες τής πρόσφεραν τις φροντίδες τους.
   Ήρθε αμέσως ο γιατρός και αφού έβηξε, ανακοίνωσε τη διάγνωση με σοβαρό ύφος: «Δηλητηρίαση από τσίμπημα οχιάς».
   Της έκανε μία ένεση και μετά μας είπε να την αφήσουμε μόνη να συνέλθει.  
   Ο πατέρας και η μητέρας της με ευχαρίστησαν και με προσκάλεσαν στο τραπέζι για φαγητό. Θεώρησαν πως, με τη γενναιότητα που έδειξα, είχα γίνει πια άντρας. Η μητέρα της μου έφερε μια πορτοκαλάδα για να δροσιστώ.
   Ο κύριος Ιωακειμίδης είπε να την πάρει από δω και να φέρει ένα ποτηράκι κρασί, «να πιούμε μαζί σαν άντρες».  Μετά κοίταξε τη Μυρτώ, που στο μεταξύ είχε συνέλθει, και της πρότεινε: «Να, ένα άξιο παλικάρι να παντρευτείς. Δεν μοιάζει καθόλου τα μαμμόθρεφτα της πόλης».
   Εγώ καμάρωνα. Μέχρι πότε θα περίμενα για να έρθει αυτή η ευτυχισμένη ώρα; Πότε θα μεγάλωνε επιτέλους και θα άφηνε στην άκρη τις κούκλες της; Πότε θα έβλεπε με σοβαρότητα το μέλλον της χωρίς την παιδική αθωότητα και αφέλεια;
   Σε άλλη σκηνή μες στη μοναξιά μου εκείνη κολυμπάει στο ποτάμι και το ρεύμα την παρασέρνει με ορμή. Πριν τη χτυπήσει με βία πάνω στους κορμούς των δέντρων και τις πέτρες, βουτάω χωρίς να σκεφτώ τίποτα και τη συγκρατώ δυνατά με το ένα μου χέρι, ενώ με το άλλο χέρι πιάνομαι από ένα γερό κλαδί. Σώθηκε η όμορφη Μυρτώ και πέφτει πάνω μου να μ’ ευχαριστήσει. Από μια μικρή γρατσουνιά κυλάει στο πρόσωπο της λίγο αίμα. Τη σκουπίζω και αναστενάζω.
   «Ήταν καθαρή επιπολαιότητα, της λέω, να πέσεις στο ποτάμι χωρίς να βρίσκεται κάποιος μεγάλος δίπλα σου. Το ποτάμι είναι απρόβλεπτο και άγνωστο».
   Συμφώνησε. Τα μάτια της έλαμψαν πάλι, αφού πέρασε η σκοτεινή περιπέτεια. Ο έρωτας γίνεται ζωγράφος μες στα μάτια της, πλάθει τα χρώματα με μια γλυκύτητα και χαίρεσαι ν’ αγναντεύεις σ’ αυτό το τοπίο. Ατάραχος. Σίγουρος πως η ομορφιά θα είναι δίπλα σου σε κάθε δύσκολη στιγμή, σύντροφος και βοηθός σου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Ένα από τα αποσπάσματα που θα διαβαστούν από ηθοποιούς στην παρουσίαση του παιδικού βιβλίου μου: «Το νησί και το αθάνατο νερό"


   «Πετρελαιοκηλίδα! φώναξε έκπληκτος ο γέρο Τομ. Εντάξει, έχω ακούσει για την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι στη Χιροσίμα της Ιαπωνίας, αλλά πετρελαιοκηλίδα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι…».
   Ο γλάρος χασκογέλασε τεντώνοντας στον αέρα τα βαμβακένια φτερά του: «Αγαπητέ μου, δεν ξέρεις τι σου γίνεται σήμερα! Φέρνεις μαζί σου τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Που ήσουν κλεισμένος, δύστυχε, τόσα χρόνια; Απ’ τη Χιροσίμα κι ύστερα έγιναν πολλά κι έχασες μπόλικα επεισόδια, όπως το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ».
   Το αεροπλάνο αδιαφόρησε: «Στο κάτω-κάτω γιατί έπρεπε να ξέρω πράγματα που δεν με ωφελούν παρά μόνο με κάνουν να σαπίζω απ’ τη στενοχώρια;».
   «Η άγνοια μπορεί να σε καταστρέψει, φιλαράκο», απάντησε το πτηνό της θάλασσας. Όσο καιρό έλειπες από την ενεργό δράση ο κόσμος όλος αναστατώθηκε. Στη Ρωσία έγινε μια μεγάλη πυρηνική καταστροφή που γέμισε τους ανθρώπους με αρρώστιες. Το μικρό μου αδελφάκι γεννήθηκε ανάπηρο γι’ αυτό το λόγο».
   «Έφτασε μέχρι εδώ αυτή η καταστροφή;».
   «Ναι, πολλές πηγές νερού μολύνθηκαν, σου λέω, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν η τροφή που καταναλώνει ο άνθρωπος σήμερα είναι ασφαλής».
   Ο «γέρο Τομ» άρχισε να φυσά και να ξεφυσά. Ουφφφφ έκανε κι άφησε μια μακριά μολυβιά στον ουρανό. Ύστερα ευχήθηκε να καταλάβουν οι άνθρωποι τα λάθη τους και να μετανοήσουν. Αυτός ο προβληματισμός για τα κακά του κόσμου, του χάλασε τη διάθεση, δεν κρατούσε τώρα σταθερή πορεία, πήρε να κάνει οχταράκια στον ουρανό σαν μεθυσμένο. Ο αέρας χαστούκιζε το ανυποψίαστο πρόσωπό του. Τα μικροσωματίδια της ατμόσφαιρας σκέπαζαν μ’ ένα λερωμένο μανδύα τη λαμαρίνα του.
   Ο Πέτρος κατάλαβε πως από τη στενοχώρια του ο «γέρο Τομ» αύξησε την κατανάλωση.
    «Το καύσιμό σου τελειώνει, φίλε. Πρέπει να προσγειωθούμε αναγκαστικά πολύ γρήγορα», τον προειδοποίησε.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Οι κύκλοι του φωτός και της ελευθερίας (Απόσπασμα)


   Ήμουν ξαπλωμένη σ’ ένα αναπαυτικό ανάκλιντρο και τα πόδια μου ακουμπούσαν σε μαλακά μαξιλάρια. Όταν άρχισα να συνέρχομαι και να έχω πραγματική αντίληψη του γύρω χώρου, διέκρινα να στέκεται όρθιος πάνω από το κεφάλι μου ένας νεαρός αξιωματικός, ανοιχτόχρωμος, με ευγενική φυσιογνωμία που με κοιτούσε χαμογελαστός. Είχε περασμένα στη ζώνη του χιαστί δύο πιστόλες και ένα γιαταγάνι, ενώ από τον ώμο του κρέμονταν από κορδόνι μία πάλα. Κατάλαβα πως έλειπε το μαντήλι που έκρυβε το πρόσωπό μου και έβαλα μπροστά τα χέρια μου, αλλά εκείνος μ’ εμπόδισε. Άνοιξε το στόμα του και προς μεγάλη μου έκπληξη άρχισε να μου μιλάει σε πολύ καλά ελληνικά. Υποπτεύτηκα πως ήταν ένα από τα πολλά Ελληνόπουλα που στρατολογούσαν οι Τούρκοι από τις ηλικίες των πέντε έως οκτώ ετών, τα εξισλάμιζαν και αργότερα, αφού εκπαιδεύονταν συστηματικά, τα έδιναν ανώτερες θέσεις στο στρατό. «Αν δε σε σφάξανε ακόμη, αυτό το οφείλεις σε μένα!» είπε ο Καϊμμακάμ Ενδοξότατος Μπέης. Δεν απάντησα.
   Εκείνος συνέχισε: «Τι σ’ έπιασε και επιτέθηκες στον στρατιώτη μου; Εδώ πια πρέπει να ξέρεις πως δεν μπορείς να ορίζεις τη ζωή σου».
   «Θέλω να με στείλετε πίσω στην πατρίδα μου, την Κύπρο» του είπα με αυθάδεια.
   «Θα αστειεύεσαι μάλλον. Εσύ δεν μπήκες λαθραία στο καράβι, όταν οι ανόητες συμπατριώτισσές σου καίγονταν για να γλιτώσουν την ατίμωση από τα μιαρά χέρια των βαρβάρων, όπως έλεγαν ;».
   «Ναι, μπήκα στο καράβι για να ξεφύγω. Δεν άντεχαν τα μάτια μου να βλέπουν αυτή την καταστροφή. Το ίδιο θα έκανες κι εσύ αν είχες θρηνήσει τους δικούς σου ανθρώπους και τον τόπο που γεννήθηκες τον πότιζαν με αίμα οι εχθροί σου!».
   «Μα εγώ βάζω στοίχημα πως θέλησες ν’ αποφύγεις τη σφαγή. Ήλπιζες πως θα σε λυπηθεί κάποιος αφέντης και θα σε βάλει μες στο σπίτι του να τον υπηρετείς».
   «Είσαι απαίσιος και ψεύτης και δε με ξέρεις καλά γι’ αυτό μιλάς έτσι. Δε μου το επιτρέπει η φύση του χαρακτήρα μου να σκλαβωθώ. Υποπτεύομαι πως γεννήθηκες από Έλληνες και Χριστιανούς γονείς και χωρίς να γνωρίζεις την καταγωγή σου έγινες γενίτσαρος. Δε νιώθεις έστω μια μικρή σπίθα να συνταράσσει την ψυχή σου, έτσι που οι βάρβαροι σε αλλοίωσαν με της αγριότητας και των βανδαλισμών το μίσος; Όμως, αν οι ρίζες σου είναι Ελληνικές και υπηρετείς ξένους αφεντάδες είναι ντροπή και έσχατη ταπείνωση για άνθρωπο σωστό».
   «Κι εγώ που σκέφτηκα να σε σώσω! Έκανα μεγάλο λάθος, γιατί δεν είχα υπολογίσει την αχαριστία σου προς τον ευεργέτη σου. Τα λόγια σου ήταν βαριά και με πλήγωσαν, αλλά δε θέλω να σε παραδώσω στους εκτελεστές και να χάσεις τη ζωή σου. Ξέρεις πως αυτό είναι πολύ εύκολο να γίνει. Αρκεί να τους πω πως βλαστήμησες τον προφήτη μας και πως πάνω στου Σουλτάνου την εικόνα έφτυσες, ξεστομίζοντας κατάρες για τον ίδιο και το λαό του».
   «Συμπέρανα πως έγινες στυγνό όργανο της εξουσίας και δεν το έχεις σε τίποτα να κατηγορείς και να σκοτώνεις αδελφό, παρόλο που για τους Οθωμανούς ραγιάς είσαι στα σίγουρα».
   «Σου δίνω άλλη μια ευκαιρία να μετανιώσεις για τα απερίσκεπτα λόγια σου και να επανορθώσεις. Πήγαινε τον Σελίμ Β΄ να προσκυνήσεις, φιλώντας του τα πόδια και θερμοπαρακαλώντας τον να σου χαρίσει τη ζωή!».
   «Σκουλήκι εγώ δε γίνομαι να σας παρακαλέσω, μα θέλω να σας μιλήσω για εκείνες τις «ανόητες» -όπως είπες- που κάηκαν και έχασαν τη ζωή τους κι έτσι αμόλυντες και άσπιλες έμειναν για πάντα. Θέλω να σου πω για τη φίλη μου, τη Μαρία τη Συγκλητική και τους δύο χιλιάδες νέους και νέες που πήραν την απόφαση ποτέ να μην ξανανταμώσουν. Δε σκέφτηκαν τα νιάτα τους, ούτε της άνοιξης τα κάλλη και τους καρπούς της ομορφιάς τους δε θέλησαν να δρέψουν μες στη σκλαβιά, γιατί μόνο η ελευθερία τους ταίριαζε, όχι ο πλούτος και η δόξα. Κι οι πρώτοι έρωτες ας γίνουνε κομμάτια, απ’ της πατρίδας τον έρωτα μεγαλύτερος δεν υπάρχει».
   Έτσι μίλησα και ξεφύσηξα με ικανοποίηση για το θάρρος που ανέλπιστα με βρήκε. Ένιωσα πως η Μαρία μου έδινε τη δύναμη, κρατώντας με αγκαλιά. Με τη γλυκιά φωνή της μου έλεγε: «Κουράγιο βρε Αρίστη». Η ψυχή μου ξαλάφρωσε και η καρδιά μου μαλάκωσε. Μια γαλήνη ήρθε να με βρει και ο αξιωματικός με τις ελληνικές ρίζες, με το λευκό και ευγενικό πρόσωπο, τώρα είχε κοκκινίσει από θυμό που μια γυναίκα δε δείλιαζε μπροστά του κι ατρόμητη του έλεγε λόγια σκληρά, χωρίς να υπολογίζει καθόλου τη ζωή της. Όσο κι αν έβραζε από μανία και έτοιμος ήταν να τραβήξει απ’ την παλάσκα το τρομερό σπαθί του, είπε πως δε μου κάνει το χατίρι να αισθανθώ ωραία με το θάνατό μου. Και ξέσπασε σε θρήνο για τις χαμένες ψυχές των νέων. Είπε πως τα λόγια μου τον άγγιξαν βαθιά και πως μια μικρή ανάμνηση διατηρεί ακόμη από τους γονείς που τον ανέθρεψαν. Είπε για την πίστη που οι αλλόθρησκοι του άλλαξαν. Αυτός ήταν σαν ένα δέντρο που δέχτηκε άρρωστο μπόλι και ποτέ δεν ευδοκίμησε. Μόνο καρπούς του μίσους έβγαλε και τ’ αδέλφια του πολεμούσε για να χορταίνουν τιμές και δόξες οι παχουλοί πασάδες και αγάδες, για να πλουταίνουν τα χαρέμια τους με αγγελόμορφα κορίτσια. Μετάνιωσε τόσο πολύ που ορκίστηκε στη ζωή του, Τούρκο κανέναν να μην αφήσει ζωντανό και τη Μαρία Συγκλητική να τιμήσει κι όλους τους νέους και τις νέες που ήπιαν από της ελευθερίας το κρασί. Εκείνοι άφησαν τ’ αρχοντικά τους σπίτια και τα πλούτη για να μη μολυνθούν από της βαρβαρότητας και του σκοταδισμού τα βέλη.
   Όταν συνήλθε απ’ το ξέσπασμά του ο γενίτσαρος αντισυνταγματάρχης, σκούπισε τα δάκρυα που κύλησαν στο πρόσωπό του. Αναρωτήθηκε τι τον έκανε από μικρό παιδί να υπηρετεί τους εχθρούς της φυλής του, με αφοσίωση και αυταπάρνηση. Μου εκμυστηρεύτηκε πως πολλές φορές στη ζωή του ένιωσε πως έκανε πράγματα που δεν του ταίριαζαν καθόλου και ήταν ξένα με το χαρακτήρα του και τον πολιτισμό του. Η βίαιη συμπεριφορά των άλλων πολεμιστών του δημιουργούσε αποστροφή κι αηδία. Κάτι μέσα του που δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια αγανακτούσε, εξοργιζόταν και εναντιωνόταν σ’ όσους συνήθιζαν να συμμετέχουν σε βιασμούς και εξευτελισμούς κάθε ανθρώπου, δούλου ή ελεύθερου. Πιο ήπιος και υπομονετικός απ’ όλους τους παθιασμένους και αιμοβόρους μουσουλμάνους, που στ’ όνομα του Αλλάχ και των Σουλτάνων έκαναν τις τρομακτικότερες βιαιοπραγίες. Προσπαθούσαν να μεταπείσουν τους χριστιανούς που αρνιόταν ν’ αλλαξοπιστήσουν με διάφορα βασανιστήρια· τον πνιγμό, τη σταύρωση, τη φάλαγγα, τον ακρωτηριασμό και τη διαπόμπευση.
   «Έννοια σου, μου λέει, το τέλος του Σελίμ Β΄ πλησιάζει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Η πατρίδα σου ήταν ένα πανέμορφο νησί κι εκείνος το μεταμόρφωσε σε απέραντο νεκροταφείο. Δεν άκουσε τον Μεγάλο Βεζίρη Μεχμέτ Σοκόλη που τον συμβούλευε και πεισματικά προσπαθούσε να τον κάνει να καταλάβει πως δεν έπρεπε να επιχειρήσει την κατάληψη της Κύπρου. Έχει αδυναμία στο φημισμένο κρασί της Κύπρου, ο μεθύστακας…Αυτό το μεγάλο του πάθος δεν τον άφηνε να ενεργεί με σύνεση και να υπολογίζει οποιεσδήποτε πολιτικές συνέπειες. Οι Ευρωπαίοι δε θα μπορέσουν να κλείσουν άλλο τα μάτια τους στις απάνθρωπες σφαγές των κατοίκων της Κύπρου, στην πλημμυρίδα του αίματος και θα συνασπιστούν μεταξύ τους και τότε· έρμη Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε το τέλος σου, σε βλέπω να γκρεμίζεσαι με μια σπρωξιά. Το κεφάλι του Ενετού Διοικητή της Λευκωσίας Νικόλαου Δάνδολου θα είναι αυτό που θα πάρει τα δικά τους κεφάλια και θα κυλούν στους δρόμους με τα τουρμπάνια τους να ξετυλίγονται. Τα αξιώματα και οι θέσεις τους θα χαθούν, όπως χάθηκαν στο παρελθόν εκείνα των Ενετών και των Κυπρίων».
   Στάθηκε για λίγη ώρα προσηλωμένος στα μάτια μου, όπου χαρά και λύπη δεν ξεχώριζε, γιατί η ζωή και ο θάνατος δεν ήξερα ακόμη αν ήταν διαφορετικές ή παρόμοιες καταστάσεις. Ύστερα άγγιξε το πηγούνι μου, τα χείλια μου που κάποτε φιλούσαν τον αγαπημένο μου Ιππότη, τον Ιερώνυμο. Η παλάμη του προχώρησε μέσα στα ποτάμια που χάραξε η φωτιά άδικα μέχρι το μέτωπό μου. Στα μάγουλά μου παιχνίδισε τις άκρες των δαχτύλων του, εκεί όπου ο ιδρώτας έτρεχε από τη λάβρα του έρωτα και τα δάκρυα διέσχιζαν τα κανάλια της μοίρας· τις βαθιές ρυτίδες που έσκαψε ο πόνος των νεκρών γονιών, της νεκρής μου φίλης.
   «Τα μάτια σου όμως έμειναν άθικτα, μικρή Κυπριοπούλα. Εκείνα μου μιλάνε με χίλιες λέξεις. Λένε πως ήσουν μια όμορφη αρχοντοπούλα με ανώτερη ψυχική ευγένεια και εκλεπτυσμένους τρόπους. Περνούσες τη ζωή σου ωραία και γαλήνια, παρόλο που βρισκόσουν ανάμεσα στους καταπιεστικούς Ενετούς κατακτητές. Κι αν είσαι άσχημη -όπως πιστεύεις- σου λέω πως η αληθινή ασχήμια και η ομορφιά ριζώνει βαθιά στον άνθρωπο, μέσα στην καρδιά και την ψυχή του. Επιμένω πως είσαι πολύ όμορφη, γιατί είσαι η μόνη που μ’ έκανες να κλάψω σαν μικρό παιδί. Επίσης, σε συμβουλεύω πως δεν πρέπει να βασανίζεις τον εαυτό σου άλλο, επειδή την τελευταία στιγμή ολιγοπίστησες. Το θάρρος και τη γενναιότητά σου θα ζήλευε ακόμη και ένας άνδρας. Η τύχη τα έφερε με τέτοιο τρόπο ώστε να σε γνωρίσω. Ήθελε ο Θεός να μην αφήσει να σε καταπιούν οι φλόγες και στην Κωνσταντινούπολη να έρθεις και τις θαμμένες μνήμες μου να ξυπνήσεις. Γραικός εγώ που έκανα μεγάλο σφάλμα να υπηρετώ τέτοιους απαίσιους εχθρούς. Στον Σουλτάνο, αν θέλεις, πάμε μαζί στο ανάκτορό του να τον φτύσω και δε φοβάμαι μήπως μου πάρει το κεφάλι! Τόσα χρόνια τυφλωμένος απ’ τα φώτα της καλοπέρασης, της λαγνείας και της εφήμερης δόξας δεν έψαξα στ’ αλήθεια για τον εαυτό μου και ήμουν μέσα σε θάνατο φρικτό, αν και ζούσα. Θέλω όμως πριν γίνει αυτό, αν συμφωνείς, πιασμένοι χέρι-χέρι με της αγάπης και του έρωτα τα φτερά να ενωθούμε με του γάμου τα δεσμά, ευλογημένοι σε ζωή και θάνατο».
   «Ξέρεις πολύ καλά πως η θρησκεία μου δεν επιτρέπει ένα τέτοιο γάμο, μα είσαι ο μόνος που δε δείλιασε μπροστά στο παραμορφωμένο πρόσωπό μου. Σπλαχνικός ήσουνα σε μένα και δεν με παρέδωσες πάνω στο θυμό σου στον φιλήδονο Σουλτάνο. Τ’ αληθινά σου δάκρυα έριξες, χωρίς να σκέφτεσαι πως θα ταπεινωθείς σε μένα. Ξαναγεννήθηκες καθώς με της φυλής σου τα ιδανικά ζεστάθηκες κι ας ήσουν πάντοτε Έλληνας και τώρα στα στερνά το ανακάλυψες. Πριν παντρευτούμε στη ζωή και στο θάνατο ακόμη, σου λέω ποτέ σου μην ξεχάσεις τα άνθη της Κύπρου που αντρειωμένα δε νοιάστηκαν για τους πρόσκαιρους έρωτες και περήφανα προχώρησαν στο δρόμο της αθανασίας. Για να γεμίσει η ψυχή σου με θάρρος και πίστη, θα σου εξιστορήσω τη ζωή της φίλης μου, της Μαρίας της Συγκλητικής, το ατρόμητο χέρι της να μιμηθείς που δαυλό αναμμένο κρατούσε και χίμηξε στην πυριτιδαποθήκη του καραβιού, παίρνοντας μαζί της τις ζωές χιλιάδων νέων αλλά και αρκετών εχθρών».
   «Το χέρι λοιπόν το ατρόμητο, εκείνο που δεν υπολόγισε τις ανέσεις της ζωής και στη σκλαβιά δεν υπάκουσε ποτέ, το ατρόμητο χέρι, με της ανδρείας τους καρπούς θα ζώσει τα τείχη της Πόλης και τ’ ανάκτορα του Σουλτάνου θα βάψει με Τούρκικο, αλλόθρησκο αίμα».
   Ο Καϊμακάμης ένιωθε πως η ψυχή του είχε σπάσει.  Η ζωή του ήταν σαν ουρανός που βάρυνε με τα σκοτεινά του σύννεφα, ώσπου σε μια στιγμή ξαφνικά άνοιξε τις πύλες του νερού και έπνιξε τα πάντα. Μάζευε στα στήθη του τόσο θυμό και οργή και ήταν έτοιμος να ξεσπάσει στη μορφή του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή.
   «Δώσε μου μια εικόνα, φώναξε. Δώσε μου μια εικόνα, θέλω να την ασπαστώ και να γονατίσω μπροστά της».
   Πάντα κρατούσα φυλαγμένη πάνω μου την Παναγιά με τον μικρό Χριστό, τη φιλεύσπλαχνη μάνα που έχει σαν παιδιά της όλους τους ανθρώπους και προσεύχεται για το καλό τους. Του έδωσα μια μικρή εικόνα που χωρούσε μέσα στην παλάμη του ενός χεριού. Εκείνος δε χόρταινε να την κοιτάζει, την κρατούσε και έτρεμε από συγκίνηση. Φαίνονταν ότι ένιωθε πως δεν μπορούσε να σηκώσει, ν’ αντέξει μονάχος την αξία και το θρησκευτικό βάρος που αντιπροσώπευε η αποτυπωμένη γαλήνια μορφή της Παναγιάς. Έκλεισε τα βλέφαρα για να προσευχηθεί με ιερή έκσταση. Έσχισε τη στρατιωτική του περιβολή και ξαμαρτωμένος φώναξε εναντίον των απίστων που κάποτε μαγάρισαν τις εκκλησιές και εξύβρισαν τους αγίους. Η Παναγιά μου φάνηκε πως δάκρυσε και η εικόνα γλίστρησε απ’ τα χέρια του, μα πρόλαβε να την συγκρατήσει σαν ατίμητο θησαυρό. Του είπα πως η μητέρα του Χριστού πρέπει να τον συγχώρεσε. Αρκεί που αναγνώρισε τα λάθη του και δέχτηκε το απαλό χάδι της μάνας που καρδιοχτυπά για όλα τα παιδιά της.
   «Κι εσένα σ’ είχε χάσει κάποτε. Έφυγες μακριά της λες και ήσουν ορφανός κυλώντας σαν πέτρα μέσα στο σκοτάδι των άγριων παθών σου».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

**  Β΄ βραβείο αφηγήματος από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ.) το έτος 2011

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Φανταστική μονομαχία στο δάσος

   Μα η μοίρα μας έσπρωξε εκεί που ποτέ δε θα τολμούσαμε να φτάσουμε μόνοι μας· σε μια παράξενη χώρα. Ένας αντίλαλος μας έκανε να συνέλθουμε απ’ την ερωτική απομόνωση. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού ερχόταν αυτή η απόκοσμη φωνή, μόνο ένα σύννεφο διακρινόταν και μια ζεστή ανάσα μας τύλιγε. Φάνηκαν τ’ άστρα σαν τα μοναδικά παράθυρα του ουρανού.
   -Αγαπημένα μου παιδιά, ακούστε με προσεχτικά. Είμαι το ξωτικό «Σοφούλης». Καλωσήρθατε στο μονοπάτι της φαντασίας. Εδώ θα παρακολουθήσετε ένα ωραίο θέαμα και θα πάρετε κουράγιο.
   Αν και ήταν ξωτικό, μου έδωσε μια ευχάριστη εντύπωση. Η ομιλία του σε ηρεμούσε παρά σε φόβιζε. Χωθήκαμε σ’ ένα μεγάλο και σκοτεινό πέρασμα, όπου τα δέντρα αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και τα φύλλα τους έκρυβαν τον ουρανό. Φτάσαμε σ’ ένα χώρο που έμοιαζε με γήπεδο. Ο «Σοφούλης» μας έδειξε ένα γεροδεμένο νεαρό που φορούσε φουστανέλα και τσαρούχια. Το βλέμμα του ήταν άγριο από τους πολέμους. Το μουστάκι του γύριζε στις άκρες προς τα πάνω.
   -Ήταν πάρα πολλά χρόνια πριν αξιωματικός του ελληνικού στρατού και πολεμούσε στη Μακεδονία, μας εξήγησε ο «Σοφούλης».
   Αναγνώρισα το μεγάλο μέτωπο και την ουλή στο αριστερό του μάγουλο· λεπτομέρειες που ταίριαζαν με την περιγραφή, την οποία μου είχε κάνει ο μπάρμπα-Γιάννης για εκείνον. Τον είχε γνωρίσει όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί κι από τότε δεν ξέχασε ποτέ τη χαρακτηριστική μορφή του.
   -Αυτός ο πολεμιστής είναι ο προπάππος μου, φώναξα ενθουσιασμένος στα παιδιά.
   Απέναντι, μέσα από ένα πλάγιο μονοπάτι φάνηκε καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο ένας μαύρος Ιππότης. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Πάνω απ’ την πανοπλία του φορούσε ένα πορφυρό ύφασμα. Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με την περικεφαλαία, αλλά στην ασπίδα του ξεχώριζε το οικόσημό του· μια ξεριζωμένη  βελανιδιά. Φώναξα στα παιδιά πως ήταν σίγουρα ο Ιβανόης, ο αγαπημένος μου Ιππότης. Κρατούσε το κοντάρι έτοιμο, σε θέση μάχης. Μόλις τον είδε ο προπάππος μου, έβγαλε το ένδοξο ξίφος του που γυάλιζε, περιποιημένο και κοφτερό, σαν καινούργιο. Πλησίασε θαρραλέα τον Ιππότη και του έδειξε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό. Είχαν μια διαφωνία για τα δίκαια που πολέμησε ο καθένας.
   -Εσύ, του λέει ο προπάππος μου, ήρθες για να διεκδικήσεις το αξίωμά σου δίπλα στο βασιλιά Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, που ο αδελφός του σφετερίστηκε το θρόνο του, ενώ λείπατε Σταυροφόροι πολλά χρόνια στους Αγίους Τόπους.
   -Εσύ, είπε ο μαύρος Ιππότης, ήρθες για να πάρεις πίσω τ’ αγαπημένα σου χωριά στα σύνορα, που σου κλέψανε μέσα απ’ τα χέρια οι εχθροί της Μακεδονίας σου.
   Ο «Σοφούλης» έριξε ένα νόμισμα στον αέρα. Κοίταξε τον προπάππο μου και είπε: «Εσύ στην Ανατολή». Κοίταξε τον Ιβανόη και είπε: «Εσύ στη Δύση». Ύστερα άνοιξε
την παλάμη του και είδε πως ο προπάππος μου έπρεπε να πάρει θέση εκεί που ανατέλλει ο ήλιος και ο Ιβανόης εκεί που δύει. Το νικητή θα στεφάνωνε η βασίλισσα της Ομορφιάς και της Αγάπης. Αφού όμως δεν υπήρχε άλλη γυναίκα και οι δύο αντίπαλοι δέχτηκαν τη Μυρτώ με ικανοποίηση. Ο Ιππότης είπε: «Μοιάζει με τη λαίδη Ροβένα». Ο προπάππος μου απάντησε ενθουσιασμένος: «Είναι όμορφη σαν τη Μακεδονία, με τα ψηλά βουνά της και τις δαντελωτές ακτές της! Είναι η γυναίκα του δισέγγονού μου και δε σου τη χαρίζω».
   Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια τους.
   -Παιδιά, φώναξα, κραυγάστε και ενθαρρύνετε το Μακεδονομάχο.
   -Μια στιγμή, με διέκοψε ο «Σοφούλης». Που είναι το στεφάνι του νικητή;
   Αμέσως κατέβασα απ’ το κεφάλι μου το στεφάνι του γάμου και τράβηξα την κορδέλα που το ένωνε μ’ εκείνο της Μυρτώς. Ήλπιζα πως θα γυρνούσε πάλι σε μένα, εφόσον η Μυρτώ θα στεφάνωνε νικητή το γενναίο Μακεδονομάχο μου.
   Το άλογο του προπάππου μου δεν ήταν μαύρο. Ήταν καφέ και είχε μυώδη πόδια κι ένα τεράστιο κεφάλι σαν το Βουκεφάλα του Μέγα Αλέξανδρου. Όπως ήταν φυσικό, έτσι που δεν προστατευόταν από πανοπλία, πληγώθηκε πολύ εύκολα στα πλευρά από το κοντάρι του Ιβανόη. Συνέχιζε όμως, με όλες του τις δυνάμεις, ν’ αγωνίζεται με πάθος αποφεύγοντας τα θανατηφόρα χτυπήματα του εχθρού.
   Ο Ιβανόης πλησίασε το Μακεδονομάχο και αντήχησε η δυνατή φωνή του:
   -Αν κερδίσω, παίρνω πάλι τη θέση μου στο βασίλειο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και η Μυρτώ γίνεται γυναίκα μου.
   -Αν χάσεις όμως, απάντησε ο προπάππος μου, θέλω αυτό το κακόμοιρο χωριό, το Προσφυγικό ν’ αποκτήσει τη φήμη που του πρέπει. Θέλω να προσευχηθείς εσύ και ο λαός σου για την πρόοδό του. Πολύς κόσμος θα το επισκέπτεται, για να μάθει λεπτομέρειες απ’ την ιστορική μας μάχη. Όπου χυθεί το αίμα μας, ας φυτρώσει σαν τεράστιο δέντρο η ευτυχία. Όποιος έρχεται, λοιπόν, μαζί με την οικογένειά του να εγκατασταθεί εδώ, στον καθαρό αέρα της φύσης, θα γεύεται την ευτυχία αυτός και τα παιδιά του. Γι’ αυτό ακριβώς προσεύχομαι και πολεμάω τώρα· για την ευτυχία του χωριού μου. Παρακάλεσε κι εσύ να είναι ευλογημένο για πάντα. Κι εγώ θα προσευχηθώ για την ευτυχία του δικού σου χωριού, εκεί στην Αγγλία, αν το έχει η μοίρα μου να ηττηθώ και τότε το Προσφυγικό θα σβήσει απ’ το χάρτη της Ελλάδας.
   Όλοι μας επιθυμούσαμε πολύ να μεγαλώσει το χωριό μας και να γίνει μια κωμόπολη που οι κάτοικοί της θα σέβονται τα δάση. Θέλαμε να λειτουργήσει γυμνάσιο και λύκειο στο Προσφυγικό, να χτιστεί μια μεγάλη εκκλησία, όπου εκεί θα μπορούσα να κάνω έναν αληθινό, ενήλικο γάμο με τη Μυρτώ, με πολλούς καλεσμένους, μπομπονιέρες, εντυπωσιακούς πολυέλαιους, εικόνες αγίων και πραγματικό παπά. Δε θα ξεχάσω τον «Πυγολαμπίδα» που θα ψέλνει την ώρα του μυστηρίου σαν άγγελος με τη γλυκιά του φωνή.
   Ο μαύρος Ιππότης δέχτηκε όσα ζήτησε απ’ αυτόν ο προπάππος μου:
   -Θα εκτελέσω πιστά τις υποχρεώσεις μου για το χωριό σου, αν ηττηθώ.
   Ο προπάππος μου ύψωσε το ξίφος του, έκανε τον σταυρό του και φώναξε: «για την πίστη μας την ιερή και την πατρίδα». Το άλογό του δεν ένιωθε την πληγή που αιμορραγούσε. Μανιασμένο σήκωνε σκόνη με τις οπλές του καθώς επιτίθονταν στον αντίπαλο. Έκανε μερικές στροφές προς τα πίσω, έπαιρνε πάλι φόρα και ορμούσε. Ο προπάππος μου έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στην περικεφαλαία του Ιβανόη. Τον έριξε από το άλογο κι εκείνος στριφογύρισε στο χώμα, πριν ακινητοποιηθεί. Ο Μακεδονομάχος τράβηξε την περικεφαλαία του και αποκάλυψε το πρόσωπό του. Του είπε:
   -Ξεθωριασμένος είσαι του λόγου σου. Σαν όλους τους νερόβραστους, τους Βόρειους. Όμως αξίζεις συγχαρητήρια για την αντοχή σου.
   Λες και τον πείραξαν αυτά τα λόγια, από καθαρό εγωισμό τίναξε ξαφνικά με μια κλωτσιά πίσω τον προπάππο μου, ο οποίος στέκονταν από πάνω του. Σηκώθηκε και τον προκάλεσε να παλέψουν πεζοί διώχνοντας μακριά τα άλογα. Το άλογο του προπάππου μου ήρθε δίπλα μου και ρουθούνιζε πληγωμένο. Ο Στέλιος ήξερε από γιατροσόφια και είπε πως το άλογο σε λίγες μέρες θα «πετάει». Τον αποστόμωσε ο «Πυγολαμπίδας»:
   -Σε λίγη ώρα το άλογο θα έχει εξαφανιστεί, όπως και ο προπάππος του Αλέξη. Ακόμη δεν κατάλαβες πως όλα αυτά που βλέπουμε είναι μέσα στη φαντασία μας;
   -Και βέβαια το κατάλαβα, αλλά συνεπαρμένος από το θέαμα ξεχάστηκα και πίστεψα πως είναι αληθινά.
   Ο ευγενής Ιβανόης δυσκολευόταν πολύ απ’ την άρτια τεχνική του προπάππου μου στο χειρισμό του σπαθιού.
   -Θα ήταν τιμή μου να έχω έναν τόσο ικανό σταυροφόρο σαν και σένα, είπε εντυπωσιασμένος ο Ιβανόης στο Μακεδονομάχο μου.
   -Θα ήθελα κι εγώ να έχω μαζί μου στα βουνά της Μακεδονίας έναν τόσο δυνατό μαχητή για τις στρατιωτικές μου επιχειρήσεις.
   Στο τέλος ο προπάππος μου επικράτησε ρίχνοντας κάτω τον Ιππότη που σφάδαζε από τον πόνο. Το σπαθί είχε κάνει τη δουλειά του. Διαπέρασε ένα σημείο της μεταλλικής πανοπλίας απ’ όπου ξεπηδούσε το αίμα.
   Ο προπάππος μου φαίνεται πως τον λυπήθηκε και του είπε:
   -Γενναίε πολεμιστή, δε σου αξίζει να πεθάνεις, αν και είναι τιμή του να πεθαίνει κάποιος που πολεμά με αυτοθυσία. Δε θα σ’ εγκαταλείψω στην ερημιά. Θα σε πάρω σπίτι μου. Ξέρω από βότανα και θεραπείες για κάθε πληγή και θα σε φροντίσω. Μπορεί να διδαχτεί πολλά ο ένας απ’ τον άλλο. Θα γνωρίσεις όλο το γενεαλογικό μου δέντρο. Και όταν με το καλό ανακτήσεις τις δυνάμεις σου, θα σε στείλω στην αγαπημένη σου λαίδη Ροβένα και στο Βασιλιά σου το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, στη χώρα σου την Αγγλία, να πεις σε όλους πόσο γενναία πολεμάμε εμείς οι Έλληνες, οι Μακεδόνες. Θα εξιστορήσεις τα κατορθώματά μας που έγιναν εφτά αιώνες αργότερα από τις Σταυροφορίες σας. Κυρίως μην ξεχάσεις να δώσεις τα χαιρετίσματα μου. Πες τους πως τα στέλνει το πιο άξιο παλικάρι του σκληροτράχηλου Μακεδονομάχου Παύλου Μελά.
   Ο προπάππος μου γονάτισε μπροστά στη Μυρτώ και δέχτηκε απ’ τα χέρια της το στεφάνι από χαμομήλια. Ο πληγωμένος Ιππότης δύσκολα στεκόταν όρθιος. Κοιτούσε παραπονιάρικα τη Μυρτώ. Μάλλον κατηγορούσε τη μοίρα του για την κοπέλα που έχασε, γι’ αυτό το υπέροχο άνθος της ομορφιάς. Θα ήθελε πολύ να την πάρει μαζί του στην Αγγλία και έμοιαζε περισσότερο η Μυρτώ στο πρόσωπο για βόρεια, παρά για μεσογειακή. Ο προπάππος μου -όπως όφειλε- επέστρεψε το στεφάνι μου, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και ύστερα ανέβασε με προσοχή τον μαύρο Ιππότη στο άλογό του και αναχωρήσανε με κατεύθυνση το χωριό μας.
   Η φωνή του ξωτικού «Σοφούλη» ακούστηκε πάλι και διέκοψε την αφοσίωσή μας στο θέαμα:
   «Θα σας εξηγήσω κάτι σημαντικό για την ηλικία σας· πρέπει να κοιτάξετε βαθιά μέσα σας. Τα όνειρα πολλές φορές μπερδεύουν, γίνονται οι κεραυνοί και οι αστραπές του ανέφελου ουρανού. Συγκλονίζουν, μα συχνά βασίζονται στην ψεύτικη εικόνα του εαυτού μας. Όταν καταφέρει κάποιος να φτάσει στο τέρμα αυτού του φανταστικού μονοπατιού, έχει ωριμάσει και μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη δυσκολία που του παρουσιάζεται. Έχει κάνει πολύ πιο όμορφη τη ζωή του γιατί πολέμησε για κάποιο ιδανικό».
   Επιτέλους άρχισε να εισχωρεί το φως των αστεριών και καταλαβαίναμε πως φτάσαμε στο τέρμα του περάσματος. Τα δέντρα τώρα δεν έπλεκαν τα φύλλα μεταξύ τους, καμάρωναν την κορμοστασιά τους προς τον ουρανό. Μήπως είχαμε κοιμηθεί και έπρεπε να ξυπνήσουμε; Αν η ζωή μας ήταν μόνο ένα παραμύθι, γιατί έπρεπε να το απαρνηθούμε; Το ξωτικό πίστευε πως ανταποκρίθηκε όσο έπρεπε στις επιθυμίες των παιδιών.
   -Πιστεύω πως διασκεδάσατε αρκετά, παιδιά μου, είπε γελώντας δυνατά και σε λίγη ώρα χάθηκε μακριά.
   Βγήκαμε ξανά στο δάσος και ανασάναμε βαθιά τον καθαρό αέρα. Οι αναμνήσεις του φανταστικού κόσμου μας απασχολούσαν ακόμη. Ακούσαμε τις φωνές του μπάρμπα-Γιάννη και της μητέρας μου που μας αναζητούσαν από το πρωί, τρομαγμένοι με τη σκέψη ότι βρισκόμασταν σε κίνδυνο.
   -Να! Εκεί πέρα! Βρέθηκε το παράνομο ζευγαράκι! Να, πίσω τους έρχονται ο Στέλιος και ο «Πυγολαμπίδας».
   -Κυρία Σεβαστή, ο Αλέξης μου τραβούσε τα μαλλιά. Χάλασαν τα ωραία μου κοτσιδάκια, είπε η Μυρτώ.
   -Αλέξη, πειραχτήρι δεν είπαμε να προσέχεις τα κορίτσια;
   Όλοι μας τρέξαμε στον μπάρμπα-Γιάννη να του πούμε τα νέα.
   -Υπάρχει ένα ξωτικό στο δάσος, τον πληροφορήσαμε με μία φωνή.
   -Τον λένε Σοφούλη και μας ταξίδεψε στο μονοπάτι του, συμπλήρωσε η Μυρτώ. 
   -Είδαμε τον προπάππο του Αλέξη να μονομαχεί μ’ έναν μαύρο Ιππότη, τον Ιβανόη, είπε ο Στέλιος και ο «Πυγολαμπίδας».
   Ο μπάρμπα-Γιάννης έσμιξε τα φρύδια του:
   -Μάλλον παιδιά μου έχετε πολύ αναπτυγμένη φαντασία ή θέλετε να με κοροϊδέψετε για να διασκεδάσετε!
   Ο μπάρμπα-Γιάννης μιλούσε αυστηρά, δικαιολογούσε όμως πάντα τα παιδιά, έστω και αν έλεγαν ακατανόητα πράγματα. Υποστήριξε πως «καμιά φορά τα παιδιά βλέπουν πράγματα φανταστικά, επειδή θέλουν να τα δουν. Αρνιούνται τ’ αληθινά, γιατί δεν έχουν τη δύναμη και τη σκληρότητα των μεγάλων να τα δεχτούν στις ευαίσθητες καρδιές τους».



Βιογραφικό Σημείωμα

   Ονομάζομαι Ζαράρης (επώνυμο) Λάσκαρης (όνομα) του Παναγιώτη. Γεννήθηκα στο Βόλο το 1969 και κατοικώ μόνιμα στη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας. Το επάγγελμά μου είναι Εξωτερικός Φρουρός Καταστημάτων Κράτησης (Φυλακές) και είμαι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών.
   Τα πρώτα βήματά μου στην περιπέτεια της γραφής ξεκίνησαν με την ποίηση. Έχω γράψει πάνω από 250 ποιήματα και από το  2008 επιδίδομαι ταυτόχρονα και στη συγγραφή διηγημάτων. Επίσης, το 2010 ολοκλήρωσα δύο μικρά παιδικά-εφηβικά μυθιστορήματα.
   Είμαι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και της Διασπορικής λογοτεχνικής Στοάς, ενεργό μέλος του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες». Από την άνοιξη του 2008 δημοσιεύω ποιήματα και διηγήματά μου στην εφημερίδα «Νέα Αγχίαλος» και στο περιοδικό «Πνευματική Ζωή». Το τελευταίο διάστημα δημοσιεύω επιπλέον στην εφημερίδα «Κυπριακός Ελληνισμός» και στα περιοδικά «Μουσών Μέλαθρον» και «Δευκαλίων ο Θεσσαλός». Τα τέσσερα τελευταία χρόνια πήρα μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και εκδηλώσεις και έλαβα τιμητικές διακρίσεις, επαίνους και βραβεία.

Τιμητικές Διακρίσεις -Έπαινοι -Βραβεία:
   - 2008 Α΄ έπαινο στο διήγημα : «Μια γυναίκα, μια Πατρίδα, μια Κληρονομιά» από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
   - 2009 έπαινο στους ΚΔ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Η κραυγή ενός μικρού παιδιού» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - 3ο βραβείο στα ποιήματα: «Διδάγματα του βυθού» και «Για τον αγρότη» από το «Ωδείο Φουντούλη» στο Βόλο.
   - 2010 τιμητική διάκριση στο ποίημα: «Ο κόσμος των άστρων» από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος. 
   - 3ο βραβείο για το διήγημα : «Λουλούδι ευωδιαστό στον κήπο της Μεσογείου» από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας.
   - έπαινο στο διήγημα: «Μια σημαντική αποστολή» από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου. 
   - έπαινο στους ΚΕ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Στην κοιλάδα των ωραίων αγαλμάτων» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - τιμητική διάκριση στο ποίημα : «Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα» (με θέμα την Προσφυγιά) από το Δήμο Χορτιάτη. 
   - έπαινο στο διήγημα: «Κάτω από τον ήλιο» από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες» στο Βόλο. 
   - πρώτο βραβείο μικρής ποιητικής συλλογής με τίτλο: «Δέκα σκάλες προς τον ουρανό» από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό: «Το Καφενείο των Ιδεών» που εδρεύει στη Σαλαμίνα. 
   - 3ο βραβείο στο ποίημα: «Αυτογνωσία» από το Ωδείο Φουντούλη στο Βόλο. 
   - 2ο βραβείο στο λαογραφικό διήγημα: «Το αλμυρότερο δάκρυ» και έπαινο στο ποίημα: «Ήθελα να πω δυο λέξεις» από το πολιτιστικό περιοδικό «Δευκαλίων ο Θεσσαλός». 
   - 2011 2ο βραβείο στη νουβέλα: «Η άγνωστη ιστορία του Στέλιου Ιγνατιάδη» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - Α΄ μετάλλιο σε επιστολή αγάπης από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες» στο Βόλο.
   - Δίπλωμα πρόκρισης στους ΚΣΤ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Στην καταδικασμένη πόλη» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.   
   - Τον μοναδικό έπαινο στο πεζογράφημα (παιδικό μυθιστόρημα): «Το νησί και το αθάνατο νερό» από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός».

Έργα-συμμετοχές:
   - Τον Απρίλιο του 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη μου προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (αυτοέκδοση), η οποία έλαβε το Νοέμβρη του 2010 βραβείο στο διαγωνισμό βιβλίου που διοργάνωσε «Το Καφενείο των Ιδεών».            
   - Το 2009 συμμετείχα στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία εκδόθηκε από την «Υδρόγειο» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες», με το ποίημά μου: «Η όραση των αγαθών».
   - Το 2011 συμμετείχα στη συλλογή «Επιστολή Αγάπης», η οποία εκδόθηκε από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες».


Λάσκαρης Π. Ζαράρης