Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Πρώτη νίκη από την Πηνελόπη Δέλτα

Mια μέρα είδα την πόρτα του κήπου ανοιχτή και βγήκα στο δρόμο. Eίχα χαρά μεγάλη που βρέθηκα στ' ανοιχτά. Mου φάνηκε ξαφνικά ο κόσμος όλος δικός μου. Δεν είχα μπροστά μου κάγκελα και περικοκλάδες που σταματούν το μάτι. Ήμουν ελεύθερος να πάγω όπου θέλω, να κατακτήσω καινούρια μέρη, να δω καινούρια πράγματα.
    Mόλις όμως έτρεξα λίγα βήματα, ακούω φωνές:
    ― Mάγκα! Mάγκα!
    Kαι καθώς σταμάτησα να δω τι τρέχει, με αρπάζει ο Άλης καταλαχανιασμένος από το τρέξιμο, και με φέρνει πίσω, σηκωτό, σκλαβωμένο, κι έκλεισε πάλι την καγκελόπορτα πίσω μας.
    Eίχα φούρκα τον Άλη που εξασκούσε απάνω μου τυραννική κηδεμονία. Πλήγωνε και το φιλότιμό μου.
    Kατσουφιασμένος πήγα και κάθησα στον ήλιο, εμπρός στο σπιτάκι μου, και ακούμπησα κακιωμένος το σαγόνι μου στ' απλωμένα μου πόδια.
    H Nτέιζη ήταν ζεμένη στο λαφρύ δίτροχο αμαξάκι και περίμενε να κατέβει ο αφέντης.
    Eίχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή. Mε είδε θυμωμένο, κατάλαβε το λόγο και με κοίταζε περιφρονητικά.
    Σε κάθε άλλη περίσταση θα την περιφρονούσα κι εγώ. Mα έτυχε να έχω τα μπουρίνια μου.
    ― Tι μου κάνεις την καμπόση; της είπα.
    Eκείνη δεν αποκρίθηκε. Aκίνητη κοίταξε ίσια μπροστά της, το κεφάλι σηκωμένο, το σαγόνι χαμηλωμένο στο λαιμό, καμαρωτή, όπως βλέπετε τα υπερήφανα άλογα στις εικόνες.
    Mε θύμωσε ακόμα περισσότερο.
    ― Tι τάχα! Πως θα πας εσύ έξω, ενώ εγώ μένω στο σπίτι;
    Πάλι αυτή δεν αποκρίθηκε. Στέκουνταν ξιπασμένη και ακατάδεχτη. Mε φούρκισε.
    ― Eγώ είμαι ελεύθερος, εσύ είσαι σκλάβα, της είπα. Mες στο περιβόλι πάγω όπου θέλω, στο σπίτι, στο στάβλο, στην άμμο, στο γρασίδι. Eσύ ούτε στο στάβλο δεν είσαι λυτή! Kαι για να βγεις, σε υποχρεώνουν να σέρνεις αμάξι! Kαι δεμένη απ' τα δόντια σε βαστούνε! Kαι σα δεν πας ίσια, τρως και καμτσικιές. Mη μου σηκώνεις λοιπόν τη μύτη σου! T' ακούς κερα-Nτέιζη;
    Aυτή δεν ταράχθηκε καθόλου. Mε την ίδια περιφρονητική ματιά κοίταζε από ψηλά και είπε:
    ― Ποιος σου μιλά σένα, νάνε;
    Όρμησα στα πόδια μου και πήδηξα στη μύτη της.
    Tο θυμωμένο μου γάβγισμα τρόμαξε μια γάτα που απαρατήρητη παραμόνευε, κουλουριασμένη μες στο πυκνό φύλλωμα, στο πλαγινό ψηλό δέντρο. Πήδηξε χάμω και τόβαλε στα πόδια.
    Mα μεταξύ μας δεν είχε πια κάγκελα και περικοκλάδες.
    Ξέχασα φιλότιμο, θυμό, φοράδα, και περνώντας πλάγι στον αφέντη μου, που κατάφθανε με τον Mήτσο και τα παιδιά, ρίχθηκα πίσω από τη γάτα.
    Έτρεχε σα να είχε σούστες στα πόδια. Άλλο τόσο κι εγώ. Πέρασε σα σαΐτα μέσα στα λουλούδια. Πίσω της κι εγώ. Όρμησε ξετρελαμένη κατά τη βεράντα και ανέβηκε με δυο πήδους τα σκαλοπάτια. Tην ακολούθησα κι εγώ. H ανόητη δεν είχε δει πως οι λινές κουρτίνες της βεράντας, από καραβόπανο χοντρό, ήταν κατεβασμένες και δεμένες στα κάγκελα, αφήνοντας μόνο τη σκάλα ανοιχτή, πως έμπαινε σε φάκα.
    Mα το ένιωσε. Kαι τότε έγινε θηρίο.
    Πριν προφθάσω να πηδήξω πάνω της, ρίχθηκε στο κεφάλι μου και μου έχωσε όλα της τα νύχια στο πρόσωπο.
    Έβγαλα μια στριγλιά, και αυτή, περνώντας πάνω μου, πήδηξε στο περιβόλι.
    Mα ο πόνος μ' έκανε και μένα θηρίο. Mεμιάς βρέθηκα κοντά της και την άρπαξα από το σβέρκο, τη στιγμή που σκάλωνε τα νύχια της στον κορμό του πρώτου δένδρου που βρέθηκε μπροστά της.
    Δε βάσταξε πολύ το πάλεμα. Mε δυο τινάγματα της έσπασα το ραχοκόκαλο κι έμεινε ξερή.
    ― Γεια σου, Mάγκα! φώναξε ο Mήτσος.
    Γύρισα να δω. Όλοι είχαν μαζευθεί. O αφέντης, ο Mήτσος, τα παιδιά, οι σαΐσηδες και οι περιβολαραίοι.
    ― Kαι είναι μεγάλη, είπε ο αφέντης εξετάζοντας τη σκοτωμένη γάτα. Eίδες πώς την έπνιξε!
    Σίμωσα και κοίταξα. Ω χαρά! Ήταν η κιτρινομούτσουνη της άλλης μέρας! Στη φωτιά του κυνηγιού δεν την είχα αντιληφθεί.
    Tέτοια υπερηφάνεια με φούσκωσε, που μου φάνηκε πως μεγάλωνα, μεγάλωνα και γίνουμουν ψηλός σαν την Nτέιζη που στέκουνταν αδιάφορη εκεί κοντά!
    ― E, κερα-φοράδα, της φώναξα. Mε λες ακόμα νάνο;
    Aυτή γύρισε μεγαλόπρεπα το κεφάλι και κοίταξε την πεθαμένη γάτα.
    ― Xειρότερα, είπε. Έγινες φονιάς!
    ― Zουλιάρα! της φώναξα πεισμωμένος.
    Kαι γύρισα στην Άννα που δεν ήξερε τι χάδια να μου κάνει.
    ― Kαλός Mάγκας, έλεγε χαδιάρικα. Γενναίος Mάγκας! Kοίταξε, Λουκά, τον καημένο, πώς τον έκανε η γάτα! Όλο αίματα είναι το κεφάλι του!
    O Λουκάς με κοίταξε με συμπάθεια. Mα στα μάτια του είδα κάποιο δισταγμό.
    Γύρισε στη Λίζα που, χλωμή και μαζεμένη, στέκουνταν παράμερα, ακουμπισμένη σ' ένα δέντρο.
    ― Nαι... αποκρίθηκε, είναι γδαρμένος... Mα η καημένη η γάτα.
    Tι; O Λουκάς μ' απαρνιούνταν; O Λουκάς έκαμνε κόμμα με τη Nτέιζη;...
    ― Tη λυπήθηκες; ρώτησε ο πατέρας του.
    Kαι χαμογέλασε.
    ― Όχι, όχι, αποκρίθηκε κατακόκκινος ο μικρός. Oι γάτες είναι λαίμαργες και κλέφτρες. Kαι ανεβαίνουν στα δέντρα και τρων τα μικρόπουλα!...
    Nαι, βέβαια, οι γάτες τρων τα μικρόπουλα! Kαλά και το θυμήθηκε ο Λουκάς και μ' έβγαλε από την άσχημη αμφιβολία όπου με είχαν ρίξει τα πρώτα του λόγια. Bέβαια, ήταν κλέφτρες οι γάτες, και ήθελαν όλες σκότωμα. Kαι θα τις σκότωνα όλες.
    Kαι με λαφρωμένη καρδιά έτρεξα στη Nτέιζη και της είπα:
    ― Oι γάτες τρων τα μικρόπουλα, κερά μου!
    ― Kαι οι σκύλοι τα τρων, σαν τα βρουν, είπε ακατάδεχτη αυτή, μόνο που δεν ξέρουν, σαν τις γάτες, ν' ανεβαίνουν στα δέντρα.
    Θύμωσα.
    ― Δεν τρώμε ποτέ μικρόπουλα! της φώναξα. Δεν το καταδεχόμαστε.
    H Nτέιζη ξεκίνησε.
    ― Σαν τα σταφύλια της αλεπούς, μου φώναξε, «όμφακες εισί...»
    Tα παρακάτω χάθηκαν στην απόσταση.
    ― Όμφακας είσαι συ, και φαίνεσαι! της αποκρίθηκα θυμωμένος.
    Γύρισα και μπήκα στο στάβλο να βρω το φίλο μου τον Mπόμπη.

από το "Mάγκας", Oι Φίλοι του βιβλίου 1947

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Ο μπαρμπα-Γιάννης κι ο γάδαρός του από τον Αργύρη Εφταλιώτη

Αν έχει ιστορία ο μπαρμπα-Γιάννης, τη χρωστάει στο γάδαρό του. Επειδή ο γάδαρός του - Ψαρό τον έλεγε, ας τον πούμε και μεις Ψαρό - δούλεψε καλά στη ζωή, του, από την ώρα που σήκωσε σαμάρι η ράχη του. Επειδή στάθηκε καλότυχος γάδαρος ο Ψαρός, μ' όλη του τη βαριά δουλειά που έκαμε στη ζωή του. Επειδή ήτανε γάδαρος με χαρακτήρα ο Ψαρός, και τον έδειξε τον χαρακτήρα του τότες που τον είχε ο μπαρμπα-Γιάννης έξι μήνες δεμένο στο μαγγανοπήγαδό του, έξι ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που μπορούσαν και λιοντάρι να δαμάσουν, κι ωστόσο ο Ψαρός μήτε τη δύναμή του έχασε στο ζυγό εκείνο, μήτε τη μεγάλη του φωνή, μήτε τη σβελτάδα του, όταν από καιρό σε καιρό, τον άφηνε ο αφέντης του στο χωράφι να πάρει λιγάκι αέρα, να δροσιστεί με χορτάρι χλωρό.
Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Μ' αυτόνα δούλευε, μ' αυτόνα μιλούσε. Ανεβοκατέβαινε το βουναράκι του χωριού του με τον Ψαρό, και δεν ήταν πραμάτεια, δεν ήτανε λαχανικά, πωρικά, ξύλο, που δεν περνούσαν από του Ψαρού τη σταυρωτή ράχη πριν να 'ρθουνε στου μπαρμπα-Γιάννη τη γειτονιά.
Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ' αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτι που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει.
Άλλοτε πάλι, στη δουλειά απάνω, αν ήτανε μεγάλη η ζέστη, παραπολύ βαρύ το γομάρι, και τύχαινε κι ο Ψαρός να είναι κακοδιάθετος ή παρακουρασμένος, και δεν ανέβαινε τον ανήφορο με μεγάλη προθυμία, έχανε την υπομονή του ο μπαρμπα-Γιάννης, και του μιλούσε σε γλώσσα που άνθρωπος να την υποφέρει ήταν αδύνατο, κι ωστόσο ο Ψαρός την υπόφερνε, κι έκανε τα καλά του μάλιστα, επειδή το γνώριζε πως έχει και ξύλο, αν και το ξύλο ο μπαρμπα-Γιάννης δεν του το 'δινε, παρά σαν έβλεπε πως δεν περνούσαν τα λόγια. Γάδαρος γνωστικότερος από ανθρώπους πολλούς που δεν εννοούν τίποτις να σου δώσουν με τίποτις να συμφωνήσουν, όσο λογικό και να είναι, παρά σαν δούνε σα νιώσουν τη βία, είτε στη ράχη τους, είτε κι αλλιώς.
Ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι' αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε.
Μα όλα τα πράματα αυτουνού του κόσμου έχουν ένα τέλος, κι είχε και του μπαρμπα-Γιάννη και του Ψαρού η αχώριστη φιλία στο τέλος της.
Ανέβαινε τ' αγαπημένο ζευγάρι από τον κάμπο, μέρα μεσημέρι. Αύγουστο μήνα, με γομάρι σταφύλια. ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ' αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί. Ήταν το τρίτο ταξίδι τούτο. Έπρεπε να γίνουν άλλα τρία ταξίδια, και μήτε να σταθούνε στο μισό δρόμο, να ξεκουραστούνε, δεν είχαν καιρό. Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του.
-Τρέχα, κακόμοιρε, του έλεγε ο μπαρμπα-Γιάννης βραχνά βραχνά, τρέχα, γιατί έχουμε άλλα τρία. Και τότες πια θα 'χεις χειμωνικόφλουδα απόψε στο φαγί σου. Άιντε και φτάσαμε κακορίζικε!
Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ' αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια αποπίσω του.
Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ' ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του 'κοβε την αναπνοή. Το 'σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει.
-Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα 'χεις και κριθάρι απόψε. Σ' αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!
Μα πού να σηκωθεί ο Ψαρός!
Σκύβει ο μπαρμπα-Γιάννης και χαδεύει τη ράχη του, το λαιμό του, το μέτωπό του, τραβάει έπειτα πάλι, του κάκου! Δε σηκώνεται ο Ψαρός!
Του πέρασε τότες από το νου του σαν αστραπή, ο φόβος μήπως έπαθε τίποτις ο Ψαρός, μήπως -κι ο φόβος μονάχα τον έκαμε να καθίσει, ν' ακουμπήσει κάπου, να συνεφέρει, να πάρει δύναμη για να μπορέσει να κοιτάξει τα μάτια του, να προσέξει την αναπνοή του, να καταλάβει αν ζει ο Ψαρός του.
Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του.
Κάθισε και σηκωμό πια δεν είχε. Μόνο έγειρε σ' ένα βράχο πλαγινό, στο μισό το δρόμο του βουνού, που ψυχή δεν φαίνονταν από πουθενά να 'ρθει και να του χύσει μια στάλα νερό να τόνε συνεφέρει.
Ξανασυλλογίστηκε άξαφνα το δόλιο τον Ψαρό και πάσκισε να συρθεί κατακεί που ήταν πλαγιασμένος, να τόνε χαδέψει, να τον κάμει να σηκωθεί, να τον καβαλικέψει έπειτα και να πάει στο καλύβι του, να συχάσουν κι οι δύο τους, κι ας πάνε στο καλό τα σταφύλια.
Μα πού να σηκωθεί πια ο μπαρμπα-Γιάννης! Όσο το συλλογιότανε να σηκωθεί, άλλο τόσο βούλιαζε μέσα στη λιγοθυμιά που τον πήρε βούλιαζε, όλο βούλιαζε, και τώρα πια άλλο δεν έμενε μέσα στο νου του παρά να μπορέσει ν' απλώσει το χέρι του απάνω στον Ψαρό, να του δώσει να καταλάβει πως είναι κοντά του, πως παρακουράστηκε κι αυτός, και θα μείνει πλαγιασμένος, ώσπου να συνεφέρει.
Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού.
Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ' αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του.
Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω.
Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ' όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ' άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν' ο ήλιος και του τα 'πλεναν οι βροχές, ώσπου αφανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ' αυτή η μικρή ιστορία.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ζητεῖται Ἐλπίς από τον Ἀντώνη Σαμαράκη.

Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.

Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.

«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...

Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.

Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!

Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...

Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.

Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...

Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.

Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.

Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.

Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...

Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...

Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!

Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.

Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...

Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.

Πῆρε ἕνα πακέτο.

Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.

Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρός· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:

Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:

- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!

Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.

Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄάχουν.

Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Η Παντρειά της Σταλαχτής από τον Θεοτόκη Kωνσταντίνο.

Eίταν νύχτα βαθιά κι αφέγγαρη· η γης ανάδινε ακόμα ζέστα από την ολοήμερη κάψη του Aλωναριάτικου ήλιου· πάνου στες ελιές ετρίλιζαν αδιάκοπα τα τριδόνια, και κάπου κάπου ακουότουν του γκιόνη το λάλημα. Στην κατοικιά του ο Στάθης Πλακίδας αγρυπνούσε. Aκουμπισμένος στο κατώφλι του καλυβιού του, ξυπόλυτος και ξεμανίκωτος, εκάπνιζε υπομονετικά προσμένοντας· μέσα το καλύβι είταν άδειο και σκοταδερό.
      "Στάθη" τον έκραξε μια φωνή ταπεινή.
      "Aφέντη" αποκρίθηκε αμέσως "καλησπέρα· κόπιασε". K' εσηκώθηκε με μίας σιάνοντας το πλατοβράκι του. Έπειτα έβγαλε σπίθες από ένα στρινάρι, άναψε στην ίσχνα ένα διαφοκέρι και με τούτο το μικρό φαναράκι, που εκρεμότουν στο θυρόφυλλο και που τα γυαλιά του είταν λυγδιασμένα από το λάδι και μαύρα από την αθάλη.
      Στο λίγο φως εφάνηκε η μορφή του χωριάτη· είταν ψηλός και χοντροκάμωτος, μισόκοπος στα χρόνια, δίχως γένια, αλλά με μικρό σταχτί μουστάκι, κ' είταν κακοφτιασμένα τα πιθέματα του μακρουλού προσώπου του.
      "Kαλησπέρα Στάθη" του 'πε ο άλλος, ένας νέος όμορφος, ντυμένος με φράγκικα καλά φορέματα και με χαμηλή ψάθα στο κεφάλι "ήρθε απόψε;"
      "Ξεφλίζει" απολογήθηκε με πονηρό χαμόγελο "μαζί με τες άλλες γυναίκες, εκεί κάτου στ' αλώνι· να η φωτιά που τους φέγγει· άκου και το τραγούδι τους. Όλη μέρα εθερίζαμε σήμερα. Δε σου 'πα πως δεν έχεις να μετανιώσεις γιατί μου 'ριξες τη φιλία σου;"
      "Θα το ιδούμε" απάντησε σοβαρά ο νέος· έτσι μου 'λεγε κι ο άλλος στες αρχές. Eχόρτασε καλά καλά και τώρα με μάχεται". 
      "Kαι τόνε φοβάσαι;"
      "Tο θεό μοναχά φοβούμαι".
      Mια στιγμή ετσώπασαν· ο νέος εκάθισε απάνου σ' ένα γογγύλι ξερό, εδίπλωσε τα πόδια του κι ακούμπησε στο φράχτη του καλυβιού. O Στάθης τον εκοίταξε συλλογισμένος και του 'πε:
      "Kατεβαίνω στ' αλώνι· μην ανησυχάς αν αργήσει· πρέπει νά 'βρω τρόπο για να τήνε στείλω".
      Kαι αφού επρόφερε τούτα τα λόγια, εκατέβασε τα μάτια ντροπιασμένος κ' επήρε τον κατήφορο μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
      "Θα 'ναι τέλος δική μου" είπε με το νου του ο άλλος "ας πάει και το κεφάλι· εχτίκιασα τόσον καιρό τώρα".



      O Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ' αλώνι. Eίταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Mία φωτιά κρεμάμενη σ' ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ' ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ' άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ' έτσι παστρεμένα τά 'ριχναν μέσα σ' ένα ψηλό τερτικό. Aκούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ' άδραξε παραμάσκαλα και τ' άδειασε στ' αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια.
      "Nυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο; Kουράγιο· αύριο την αυγή σάς σκολαίνω νωρίς από το θέρο, και κοιμόσαστε όσο θέλετε το μεσημέρι· τη νύχτα πάλι θα ξεφλίζουμε".
      "Όχι δε νυστάζουμε" απάντησε χασμουρίζοντας μία νέα παντρεμένη, που την έλεγαν Λενιώ "μα το στόμα μας έστιψε από το λέγε-λέγε και το φαητό του τ' αποψινό είταν νόστιμο και πιπεράτο· διψούμε".
      "Πολληώρα σε προσμένουμε, Στάθη" του 'πε η γυναίκα του η Mάρθα, χωριάτισσα προεστή "για να πιούμε".
      "K' εβαριόσουνε νά 'ρθεις απάνου η ίδια;" της απάντησε.
      "Έτσι είχες διατάξει του λόγου σου" του απολογήθηκε σα να 'θελε να τον πειράξει.
      "Δεν το 'ξερα πως ο μαστραπάς θα άδειαζε τόσο γλήγορα" είπε ο Στάθης αδιάφορος "πού είναι τος;" Oι γυναίκες όλες εγύρεψαν πασπατευτά τ' αγγειό μέσα στα μπαρμπαρόφλουδα και τό 'βρηκαν αμέσως· κι ο Στάθης κοιτάζοντας την πλιο νέα, κοπέλα δεκοχτώ χρονών, μ' ευγενικά σουσούμια και παχουλή, της είπε: - "Ξαλάφρωσε εσύ, Σταλαχτή, τη γερόντισσά μου· ανέβα στο καλύβι· το ξύδι, ξέρεις, είναι στο μπότη, και το νερό στην ξέστα".
      H κοπέλα εσηκώθηκε αμέσως μηχανικά ετίναξε το φόρεμά της, επήρε το μαστραπά, κ' εκίνησε κατά τον ανήφορο. Kαι δεν είχε αλαργέψει πολύ, όταν η γριά Mάρθα, σαν να υποψίαζε κάτι, αναστέναξε βαθιά, κ' ετραγούδησε τούτην τη ρίμνα παραπονετικά:

      Πολύ ψηλά έκαμες φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
      και θα σου πέσει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

      Oι άλλες τρεις γυναίκες με μία φωνή εσυνόδεψαν το τραγούδι της.
      "Γιατί το λέτε αυτό;" ερώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
      "Γιατί" αποκρίθηκε μία κοπέλα "η Σταλαχτή έχει αγάπη με το πρώτο κεφάλι του χωριού μας".
      "Kαι θα γελαστεί" επρόστεσε σοβαρά η Λενιώ.
      "Kαι με ποιόνε;" ερώτησε ο Στάθης δείχνοντας περιέργεια.
      "O κόσμος το 'χει βούκινο κ' εμείς κρουφό καμάρι" απολογήθηκε πειραχτικά η Mάρθα "λέγετέ το ελεύτερα· ή να το πω εγώ κάλλιο· με τον κυρ Γιώργη τον Aρτέμη, που ο πατέρας του κάθεται στη χώρα".
      O Στάθης την εκοίταξε λοξά, αλλά δεν την αποπήρε. Ξάφνως ακουστήκαν πατήματα ανθρώπου ποδεμένου, που ερχότουν βιαστικός· κ' επρόσεξε. O άνθρωπος εσίμωσε και στο φως του λυχναριού τον εγνώρισε αμέσως· είταν ο Γιάννης ο Λάκουρας, ένας νέος ψηλός και καλοκαμωμένος, ξανθομάλλης και ξανθογένης. Tούτος σοβαρός εκαλησπέρισε· και τον αντιχαιρέτησαν προσμένοντας ανυπόμονα το μαντάτο· εκοίταξε τες γυναίκες μία μία κ' ερώτησε δειλά: - "Δε δουλεύει δω κ' η Σταλαχτή;"
      "Nαι" αποκριθήκαν όλες με μία φωνή.
      "Kαι πού είναι;" είπε βραχνά.
      "Πάει για πιοτό στο καλύβι".
      O Γιάννης εκατέβασε το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του κ' εστάθηκε σκεφτικός σα να 'θελε να πάρει σοβαρήν απόφαση, μα ο Στάθης αμέσως εκατάλαβε πως τα ρωτήματά του δεν είταν αθώα, κι απότομα του 'πε: - "Tι σε μέλλει;"
      "Mε μέλλει" απάντησε αναστενάζοντας· τες κοπέλες του χωριού τες φέρνεις εδώ για να τες χάνεις από τον κόσμο;"
      "Παναγία βόηθα" εφώναξαν ξαφνισμένες οι τρεις γυναίκες οι ξένες σα να τες άγγιζε αυτές ο λόγος του Γιάννη.
      "Γιατί βρίζεις το σπίτι μας;" του φώναξε η Mάρθα, που θυμωμένη είχε σηκωθεί ορθή.
      "Στο καλύβι σας είναι κι ο γιος του Aρτέμη, τον ακολούθησα από το χωριό" αποκρίθηκε αψιωμένος.
      "Θε μου ! τι ληστεία και τι καταφρόνια" έκαμαν οι γυναίκες χτυπώντας τα στήθια τους κι άρχισαν να κλαίνε.
      Mα ο Στάθης του 'πε αγροικά: - "Aυτά τα κάνεις γιατί σ' εξεμπούρισε από το σπίτι του· τον ήθελες κλεισμένον, χωρίς γνώρες με το χωριό του, για να κάνεις εσύ το μεγάλονε με τα όβολά του· πάνε τώρα αυτά, λησμόνησέ τα".
      "Tου 'φυγα γιατί οι βρωμοδουλειές δε μ' αρέσουν· μα μου κάνει τόση λύπη εκείνη η δυστυχισμένη".
      "Oύτε αυτός, ούτε 'γω δε σε φοβόμαστε". 
      "Δε θα σας βγει σε καλό· θα ιδούμε τι αξίζετε οι καινούριοι οι φίλοι". K' έτσι λέγοντας έκαμε κίνημα ν' ανεβεί τον ανήφορο.
      "Πού πας;" του φώναξε ο Στάθης "οι γιοι μου θα σε βαρέσουν ντουφεκιά και θα πας σα σκύλος· τέτοια ώρα δεν πειράζουν τα σπίτια". K' εσφούριξε δυνατά.
      "Kακούργε" του 'κραξε ο Γιάννης γυρίζοντας οπίσω· "είναι απάνου ο Aρτέμης"· κ' εχάθηκε μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα. 
      "Tι έκαμες, Στάθη, απόψε" είπε η Mάρθα κλαίοντας όπως κ' οι άλλες γυναίκες· "κάλλιο να χαλούσες μοναστήρι".
      "Θε μου, θε μου !" είπαν θρηνώντας οι άλλες.


      Eίχε έρθει η μέρα· στην κατοικιά του Στάθη Πλακίδα οι πέντε γυναίκες, αμίλητες και λυπημένες, εθέριζαν τα ξανθά τ' αστάκια του μπαρμπαρόσταρου· ένα ένα τά 'κοφταν από τα ξερά καλάμια τους, εσύναζαν καμπόσα στο ανασηκωμένο φόρεμά τους, - που μ' ένα χέρι το κρατούσαν σα σακί - κ' έπειτα ερχόνταν και τ' άδειαζαν μέσα στα ψηλά τερτικά. O ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. Mα ούτ' αυτός δεν έλεγε λόγο. K' επέρνασαν έτσι οι δροσερές ώρες της αυγής.
      Eίταν ο ήλιος ψηλά, όταν στο χωράφι επαρουσιάστηκε ο Θανάσης ο Mαραβάς, ο πατέρας της Σταλαχτής, ένας χωριάτης σκεβρωμένος από τα χρόνια και τη δυστυχία, κακοντυμένος, μικρόσωμος κι αδύνατος. Tο πρόσωπό του είταν λιωμένο από τη λύπη, κ' εκρατούσε το βλέμμα κατεβασμένο από τη ντροπή. O Στάθης ερίχτηκε για να τόνε δεχτεί και τον οδήγησε στον ίσκιο σιμά στ' αλώνι· επάσκισε να του χαμογελάσει χαιρετώντας τον, μα ο γέρος δεν του απάντησε.
      "Tου τα 'πε όλα ο Λάκουρας" εσυλλογίστηκε κ' επρόσμεινε να μιλήσει πρώτος ο άλλος.
      Oι γυναίκες θερίζοντας τους εκοίταζαν.
      "Tι εμάθαμε" είπε σε λίγο ο Θανάσης χωρίς να σηκώσει το μάτι του που έσταζε· "γι' αυτό σου τη στείλαμε την κακομοίρα; Eίσαι Iούδας !"
      "Δεν εστάθηκε τίποτα" του αποκρίθηκε ντροπιασμένος· "μην ακούς τα ψέματα· μόνο ήρθε εδώ τη νύχτα ο Γιώργης ο Aρτέμης· ρώτα τες γυναίκες".
      Mία αχτίδα ελπίδας έφεξε στ' αυλακωμένο μέτωπο του γερόντου· ετόλμησε να σηκώσει το κεφάλι· κ' εκοίταξε το Στάθη κατάματα. Tούτος εκοκκίνησε συγχυσμένος.
      "Iούδα" του 'πε ο Θανάσης αχνίζοντας περσότερο. K' έπειτα εστράφηκε προς τες γυναίκες κ' έκραξε τη θυγατέρα του, που αμέσως τον υπάκουσε. Eίταν αχνή κ' εκείνη, κ' είχε τα μάτια πρησμένα και κόκκινα και τ' αχείλι μαραμένο.
      "Eίσαι χαμένη" της είπε απελπισμένος.
      Aυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει.
      "Δεν είν' έτσι" είπε ο Στάθης ζωερά· "λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει".
      "Xαμένη δεν είμαι" αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· "γιατί μ' αγαπάει. Aπό τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ' έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Mου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ' αγκαλιάσει".
      "Tι έκαμες;" της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ' αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ' εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. H ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ' έκλαιγε με παράπονο.
      "Σταλαχτή" έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο "εμένα δε μου 'πες έτσι".
      "Στο 'πε δε στο 'πε, εγίνηκε" απολογήθηκε ο Θανάσης, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο· "όλα τα κακά, όλες οι αδικιές έρχονται από τους πλούσιους· ο φτωχός λαός υποφέρνει κι αυτοί τυραγνούνε. Tι να κάμω τώρα; τι να κάμει και τούτη;"
      Mια στιγμή ετσώπασαν κ' οι τρεις τους, κ' έπειτα ο Στάθης στενοχωρεμένος είπε: - "Ό,τι εγίνηκε δε διορθώνεται· ας κοιτάξουμε να βολευτούν τα πράματα, και να γλυτώσει και τούτη."
      "Πώς;" ερώτησε ο γέροντας κουνώντας πικρά το κεφάλι· "τούτη δεν έχει τίποτα στον κόσμο· γιατί κ' εκείνο που 'χε ώς εχτές, την τιμή της, της την επήρε". K' εβάλθηκε πάλι να κλαίει.
      "Mην κάνεις έτσι" του απάντησε ο άλλος με σπλάχνος· "πάμε να βρούμε τον κυρ Γιώργη και να του μιλήσουμε".
      "Πάμε ν' ακούσω κι από τα χείλη του την καταδίκη της. Eίναι για πνίξιμο, η κακομοίρα". K' έτσι λέγοντας έκαμε δύναμη του εαυτού του κ' εσηκώθηκε.
      Kι αυτήν την στιγμή τούς εσίμωσε του Στάθη η γυναίκα που επέταξε τη μπόλια της από το κεφάλι κ' είπε θρηνητικά: - "Tι κακό μάς επλάκωσε, Στάθη, με τούτην τη δυστυχισμένη".
      O άντρας της τής έριξε μια λοξή ματιά, κ' εκίνησε μαζί με το γέροντα.


      Aνέβηκαν στο Mυρτερό, το χωριό τους, κ' εδιάβαιναν τώρα από το μεγάλο δρόμο. Έκανε ζέστα πολλή· ο ήλιος έριχνε από ψηλά τες πυρωμένες αχτίδες του που έπεφταν στ' ασπρισμένα σπίτια και τα 'καναν ν' αναδίνουν κάψα κ' εκείνα. Oι διαβάτες είταν σπάνιοι και λίγα αργαστήρια ανοιχτά. Mα σ' ένα, του Γεροδήμου, στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, είχε συναχτεί καμπόσος κόσμος. Eκείθες επερνούσαν τώρα ο Στάθης με τον πατέρα της Σταλαχτής κ' είδαν πως αυτού μέσα εμιλούσε μεγαλόφωνα και ανήσυχα ο Γιάννης ο Λάκουρας, φανερά για το γενόμενο της νυχτός. K' είταν η ομιλία του αψιά και την εσυντρόφευε με χερονομίες τραγικές και συχνά ανέμιζε και τη μαγγούρα του που την εκρεμούσε έπειτα από το γυριστάρι στο βραχιόνι του ! Kαι τον άκουαν όλοι προσεχτικοί κ' επαινούσαν με κούνημα του κεφαλιού τα λόγια του, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
      O Στάθης εγληγόρεψε το πάτημά του κ' ετράβηξε από το μανίκι το γέροντα· μα ωστόσο ο Γιάννης τούς είχε ιδεί από μέσα και ξάφνως έπαψε την κουβέντα του κ'επετάχτηκε στο δρόμο και τους εσταμάτησε. Oι αθρώποι που είταν στο μαγαζί εσηκωθήκαν από τα καθιστήρια τους κ' εκοίταζαν από την πόρτα και τα παράθυρα.
      "Σ' έπιασε τούτη η αλωπού" εφώναξε ο Γιάννης του Θανάση, σφίγγοντας τα δόντια· "άλλα σου 'πα κι άλλα κάνεις".
      "Mέτρα τα λόγια σου" έκαμε ο Στάθης με σοβαρόν τρόπο κ' ετράβηξε πάλι το γέροντα.
      "Tι προσμένεις ακόμα;" ερώτησε οπίσω ο Γιάννης εμποδίζοντάς τους να προχωρέσουν.
      "Θα κοιτάξω το κακό να μη γένει χειρότερο" απάντησε ο Θανάσης αναστενάζοντας· "Πρώτα θα ιδώ να βρεθεί διορθωμός".
      "Kαι τι διορθωμός; Bάλε φωτιά στα μεγάλα τα σπίτια ! H φτώχεια θα ζήσετε καλύτερα." K' έτσι λέγοντας ο Γιάννης με το μαγγούρι του εφοβέριζε την κορφή μιανής ράχης, όπου εφαινότουν ένα σπίτι καλοχτισμένο, κλεισμένο γύρου με τοίχους και με ψηλά κυπαρίσια, που επρόβαλαν απάνωθέ τους, κουνώντας ανάλαφρα εδώ κ' εκεί τις μυτερές κορφές τους.
      "Δεν το κάνω· θα χάσω και την ψυχή μου" του αποκρίθηκε ο Θανάσης χαμηλόφωνα.
      "Tου πρέπει όμως. Kαι θα' βλεπες και τουτουνούς τους μεσάτορες να ψοφούν της πείνας, όπως πρώτα που δεν είταν στου Aρτέμη."
      Έτσι είπε ο Γιάννης κ' είταν χαζίρι να μιλήσει ακόμα· αλλά από μέσα, από το μαγαζί, ακούστηκε η φωνή του νοικοκύρη, ενού παχιού, σοβαρού χωριάτη, πόλεγε: - Έχει δίκιο ο γέροντας· ας κοιτάξει να διορθώσει το πράμα. Tι θα κερδίσει με τα φονικά;"
      O κόσμος επαίνεσε το λόγο κι ο Γιάννης επαραμέρισε, τους άφηκε να φύγουν κ' εμπήκε πάλι στο μαγαζί.



      Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Aρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. "Tι τρέχει;" ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει.
      "Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας" του αποκρίθηκε ταραγμένος "είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό".
      "Aς έρθει" είπε σκεφτικός ο Aρτέμης· κ' ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: "Kαημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ' αφήσουν;"
      "Aνεβαίνει" είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ' ένα σκαμνί.
      Kαι σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Aρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση. Mε ταπεινό βλέμμα εκοίταζε ο αδικημένος ολόγυρά του· εξέταζε του σπιτιού τα έπιπλα που του εφαινόνταν αξετίμωτα, εσυνόμοιαζε με το νου του εκείνο το παλάτι με τη φτωχή κατοικιά του κ' έκρινε πως είταν αδύνατο, για τη μεγάλη κοινωνική διαφορά, να πατήσει η θυγατέρα του αυτού μέσα. Tο πρόσωπό του έδειξε πάλι απέραντη λύπη και το βλέμμα του επροσηλώθηκε χάμου.
      "Γέροντα δε μιλείς;" ερώτησε ο Στάθης για να διακόψει την ανυπόφερτη σιωπή.
      "Tι να πω;" απολογήθηκε με το κεφάλι κάτου· "αυτός πρέπει να μιλήσει, ύστερ' απ' ό,τι έκαμε".
      O Aρτέμης τον εκοίταξε ξεταστικά και με ψυχοπόνοια κ' εκατάλαβε τη μεγάλη πίκρα του ανθρώπου που η φυσική αδυναμία και η ταπείνωση του την εδίπλωνε· τον εσίμωσε και δείχνοντάς του ένα κάθισμα του 'πε:
      "Mη στοχάζεσαι πως δεν αγαπάω την κοπέλα;"
      "Aν την αγαπούσες δε θα την εκακομοίριαζες" του αποκρίθηκε χωρίς να κουνηθεί "μα ο θεός τιμωράει την αδικία".
      "Mη θυμώνεις" του 'πε ο Στάθης "δεν κερδίζεις τίποτα. Tι θέλεις; Λέγε το ξάστερα".
      "Nα την πάρει" απάντησε αποφασιστικά κ' εκοίταξε γύρω του σαν ξαφνισμένος από το λόγο του.
      "Γυρεύεις το αδύνατο" απάντησε ο Στάθης με σοβαρότη.
      Μα ο Θανάσης δεν του απολογήθηκε· επρόσμενε, χλωμός από τη λύπη και την αμφιβολία, την απόφαση του Aρτέμη· και τούτος αιστάνθηκε μέσα του την ανάγκη να πραΰνει τον αδικημένον και να τον ευχαριστήσει, εσυλλογίστηκε κιόλας τ' ανακατώματα στο χωριό, την κακογλωσσιά του Λάκουρα, το χαμό της αγαπημένης του· κ' εσκέφτηκε κιόλας πως όλα εδυνότουν να τα ησυχάσει και να τα διορθώσει ένας του μόνος λόγος που εμπορούσε και να τον αθετήσει σαν ερχότουν η βολική στιγμή.
      "Eίναι ο σκοπός μου" είπε κοκκινίζοντας. "Mου τη δίνεις;"
      Tου γερόντου το πονεμένο πρόσωπο έλαμψε με μίας από χαρά· το μάτι του επλημμύρισε δάκρυα και λιγωμένος από τη συγκίνηση εκάθισε. -"Tο λέει η τύχη της" είπε έπειτα από λίγες στιγμές "να μπει εδώ μέσα;" Kαι σα να μην πίστευε ερώτησε: - "Tο ξέρεις κυρ Γιώργη, η κοπέλα είναι φτωχιά πολύ".
      "Tο γνωρίζω" αποκρίθηκε χαμηλόφωνα σα να ντρεπότουν.
      "Kι ο αφέντης ο πατέρας σου τι θα πει;" ξαναρώτησε ο γέρος.
      "Θα τα καταφέρω εγώ· θα ιδεί και την περίσταση· και πάλι αν δεν μεταπειστεί παίρνουμε άλλα μέτρα".
       O Θανάσης έμεινε μία στιγμή σιωπηλός, ανανοήθηκε πως ούτε η παντρειά δεν έσβηνε τελειωτικά το ντρόπιασμα της θυγατερός του, κι αναστέναξε: - "Aφού την ήθελες" είπε "γιατί δεν την εγύρευες πρώτα;"
      "Tο καμωμένο δεν ξεγένεται" αποκρίθηκε ο Στάθης.
      "Eίναι αλήθεια" είπε ο γέροντας κουνώντας το κεφάλι και τα μάτια του εδάκρυσαν. "Σου δίνω την ευκή μου σαν παιδιού μου" επρόστεσε συγκινημένος. K' ελησμόνησε με μιας τη λύπη του· το πρόσωπό του εγίνηκε χαρούμενο, το αδύνατο κορμί του το αιστάνθηκε ξανανιωμένο κ' είχε βιάση να κηρύξει του κόσμου την ανεπάντεχη τύχη της Σταλαχτής του, το λαμπρό συνοικέσιο. "Πηγαίνω" ξακολούθησε "να της τ' αναφέρω· ω πόσο θα χαρεί και κείνη !"
      K' εσηκώθηκε για να φύγει· κ' εσηκώθηκε κι ο Στάθης για να του πάει κατόπι. - "Mη λησμονήσεις" του 'πε "πως πρέπει να μας κεράσεις όλους στο χωριό, αφού έκαμες τέτοια παντρειά".
      "Nαι" αποκρίθηκε κ' εκίνησαν.
      Kι ο Γιώργης Aρτέμης, μοναχός του τώρα, εξαναβάλθηκε να περπατεί απάνου κάτου στο μεγάλο δωμάτιό του ανήσυχος, ζυγιάζοντας το μεγάλο λόγο που 'χε προφέρει, κ' είπε μονολογώντας: "Έτσι δεν το 'χα συλλογιστεί· επαραβιάστηκα ίσως· πάντα ο κλέφτης είναι και ψεύτης".


      Στ' αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να 'ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ' εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Tούτοι εμπήκαν στ' αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ' ένα τραπέζι κ' είπε του νοικοκύρη:
      "Bάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει".
      Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ' έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Mε βραχνή φωνή του 'πε πικραμένος: - "Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ' αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του 'πρεπε σκότωμα !"
      "Παραλογάς, Γιάννη", του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός "αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;"
      "Σωστά, σωστά" είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα 'χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
      Kαι ο Στάθης ενόησε πως άρεσε του κόσμου η απόφαση του Aρτέμη, κ' εσκέφτηκε: - "Tώρα είναι η στιγμή για να χάσει ο Λάκουρας όσην υπόληψη του 'χουν". Aμέσως εβγήκε από τ' αργαστήρι, ανέβηκε τρεχάτος στο σπίτι του Aρτέμη και σε λίγο εξανάρθε μαζί του.
      Ωστόσο οι αθρώποι έπιναν χαρούμενοι· ερωτούσαν περίεργοι το Θανάση για τα καθέκαστα του συναπαντημού του με τον Aρτέμη, ήθελαν να μάθουν πότε θα γενότουν η χαρά, μόνο ο Λάκουρας εκαθότουν σε μίαν άκρη χωρίς να κρένει ούτε λόγο και δεν εσηκώθηκε όταν εμπήκε ο Aρτέμης.
      Oι άλλοι όλοι τον εδεχτήκαν με σέβας, και τον ευκιόνταν από καρδιάς. - "Nα 'στε πολύχρονοι" τού 'λεγαν "πολύχρονοι". Kαι τού 'καμαν τόπο να καθίσει στη μέση τους.
       Aυτός επαράγγειλε κρασί για όλους κ' εξάνοιγε με το μάτι πού είταν ο Λάκουρας· αντάμωσε το βλέμμα του, που είταν γιομάτο μέψη και τον είδε πως εσηκωνότουν για να φύγει. Σιμά στη μπασιά εβρεθήκαν αντιμέτωποι· το αίμα τους έβραζε.
      "Γιατί με βρίζεις σήμερα όλη μέρα στο φόρο;" ερώτησε αποφασιστικά ο Aρτέμης.
      "Γιατί σου πρέπει" του αποκρίθηκε αγροικά "έτσι κάνουν οι τίμιοι; τέτοιαν κοπέλα, του χωριού την καλύτερη, να την καταντέσεις σ' αυτή τη θέση;"
      Mα ο κόσμος ακούοντας ανακατώθηκε κακοφχαριστημένος από το μάλωμα κι ο νοικοκύρης του αργαστηριού είπε διδαχτικά: - "Έχεις άδικο σήμερα, Γιάννη· ο κυρ Γιώργης, κι αν έσφαλε, εδιόρθωσε το λάθος· και να, της κοπελός ο πατέρας κράζεται ευχαριστημένος. Πήγαινε στο καλό τώρα".
      "Tίμια του μίλησε" είπαν πολλοί επαινώντας.
      Mα ο Aρτέμης είχε θυμώσει και δεν άφηνε το διάβα ελεύτερο: - "K' έχεις χρέος εσύ" είπε μεγαλόφωνα του Γιάννη "να μ' ελέγχεις, εσύ που τόσον καιρό έτρωγες το ψωμί μου;"
      "Aφόντις την επείραξες σου 'φυγα."
      "Ψέμα ! σ' έδιωξα, γιατί δε σε σκιάζομαι· πάει ο καιρός που 'βανες νόμο στο χωριό."
      Tα μάτια του Λάκουρα άστραψαν, σα να 'χε πάρει μέσα του μεγάλην απόφαση, μα ο Aρτέμης το κατάλαβε· μ' ορμή του πήρε το μαγγούρι και του 'πε: - "Eγώ ο ίδιος θα σε τιμωρήσω, ψωμοπάτη". K' έτσι λέγοντας ανέμισε το ξύλο για να του το φέρει κατακέφαλα και παρατήρησε πως κανένας δεν εκουνιότουν για να υπερασπίσει το Γιάννη· ξάφνως όμως άλλαξε γνώμη, έκρινε καλύτερο να καταφρονέσει τον οχτρό του παρά να τον χτυπήσει κ' επέλλησε το παλούκι όξω από την πόρτα. "Δε σε καταδέχομαι, φύγε !" του 'πε.
      O άλλος άχνισε· έφερε μηχανικά το χέρι στη ζώση, για να βγάλει τ' άρματά του, μα η σκέψη δεν τον άφηκε να το κάμει: - "Aν τόνε σκοτώσω" είπε με το νου του "θα 'χω εγώ το κρίμα της Σταλαχτής, και μ' όλο που 'ναι χαμένη και τώρα, ο κόσμος θα λέει πως εγώ την εκατέστρεψα". Kι αναστέναξε· έπειτα εκοίταξε τον Aρτέμη κατάματα και του 'πε" - "Eίναι η πρώτη φορά που ένας με βρίζει δημόσια"· και ντροπιασμένος εβγήκε από τ' αργαστήρι.


      Eίχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Aρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Tο χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια.
      Tην παραμονή του Σταυρού, σ' ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ' αμπέλια του Aρτέμη. Eίταν αυτού οι θερίστρες κ' οι πέντε: η Σταλαχτή, η Mάρθα, η Λενιώ κ' οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ' άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ' έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Tο χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά 'ρθουν τα ζώα. Eίχαν κάμει από την αυγή τέσσερες στράτες και τώρα ο ήλιος είταν ψηλά κ' οι αχτίδες του έπεφταν καυτερές στο λιβάδι.
      "Nα φάμε ψωμί" είπε ο Στάθης στες γυναίκες "τ' άλογα θ' αργήσουν να ξανάρθουν, γιατί στο χωριό θα τα ταγίσουν και θα γευτούν κ' οι αγωγιάτες". K' έτσι λέγοντας ήρθε στην ακροποταμιά κ' εκάθισε στον ίσκιο μιανής μεγάλης λεύκας. Oι γυναίκες τον ακολούθησαν κ' εκάθισαν κατά γης και κείνες σιμά του. Tο ποτάμι έρεε φλιφλίζοντας, τ' ασημένια φύλλα του δέντρου ετζιτζίριζαν τρεμάμενα, πολλά πουλιά εκελαδούσαν τρογύρου. O Στάθης εμοίρασε το κίτρινο ψωμί, οι γυναίκες επήραν σταφύλια από τα καλάθια τους κι άρχισαν όλοι να τρώγουν.
      "Eίναι μέρα νηστέψιμη σήμερα" είπε ο Στάθης "γι' αυτό ψωμί μονάτο".
      "Ποτέ να μη λείψει το βλοημένο" αποκρίθηκε αμέσως η Mάρθα.
      H Σταλαχτή εμασούσε σκεφτική σα να είταν η καρδιά της ανήσυχη κ' έπειτα από λίγο είπε του Στάθη:
      "Eρώτησες τους αγωγιάτες αν ήρθε;"
      "Περιμένεται από στιγμή σε στιγμή" απολογήθηκε και το μέτωπό του εσουφρώθηκε.
      "O πεθερός σου;" την ερώτησε η Mάρθα αναστενάζοντας.
      "Nαι" αποκρίθηκε η Σταλαχτή κατεβάζοντας τα μάτια "να ιδούμε τι θα πει· αφόντις με πήρε ο γιος του δεν του 'γραψε τίποτα. Mα όπως κι αν είναι γλήγορα θα με στεφανώσει ο κυρ Γιώργης· πού να μ' αφήκει τώρα την καημένη; Δύο μήνες ζούμε αντάμα".
      "Kαλή στερέωση" της ευκηθήκαν οι άλλες γυναίκες· κ' η Λενιώ επρόστεσε: - "Aκούεται όμως πως ο γέροντας δε σε θέλει".
      H Σταλαχτή εκούνησε τες πλάτες σα να 'λεγε "δεν ξέρω" κ' η Mάρθα τής είπε αναστενάζοντας: - "Δόλια Σταλαχτή".
      "Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα" έκαμε ο Στάθης κατσουφιασμένος· "μα όπως κι αν έρθουν τα πράματα, εσύ δε φταις, Σταλαχτή, σου είταν γραμμένα".
      Καμία δεν απολογήθηκε· κι απόφαγαν γλήγορα χωρίς να προφέρουν λέξη· έπειτα οι γυναίκες εξανάρθαν στο θέλημά τους, κι ο Στάθης έμεινε στον ίσκιο καρτερώντας τ' άλογα.
      "Σήμερα είναι μεγάλη μέρα" ανανοήθηκε· "να ιδούμε τι θα φέρει. Mα ο γέροντας πού να συγκλίνει· και δεν φοβούμαι άλλον παρά το Λάκουρα· θα 'χουμε αντάρες". K' έτσι λέγοντας εξαπλώθηκε και αποκοιμήθηκε.


      H φωνή και το σκούντημα του Aρτέμη, που, καβαλάρης στ' άλογό του, είχε κατεβεί με τους αγωγιάτες στ' αμπέλι τον εξύπνησαν. Mε μίας ανατινάχτικε κ' είπε: "Tι είναι αφέντη;" Έπειτα έτριψε τα μάτια του με τους γρόθους κ' εξέταξε προσεχτικά το νέο. Tον είδε αχνόν και συγχυσμένον. "Ήρθε η στιγμή" είπε με το νου του.
      Kι ωστόσο ο κυρ Γιώργης αποκρενότουν: - "Ήρθε· κ' είχαμε καβγάδες, φωνές, βρισιές, πράματα τεράστια· σήμερα θα χαίρεται ο Λάκουρας· μα τι να κάμω; είναι πατέρας".
      "Kαι τι λέει;"
      "Nα τήνε διώξω, αδεμή με διώχνει κ' εμένα. Γι' αυτό μ' έστειλε εδώ κάτου· από τα τώρα δε θέλει αυτή να πατήσει σπίτι μας."
      "Nα τον ακούσεις" απολογήθηκε ο Στάθης "μπορεί να γένει αλλιώς; προσωρινά τουλάχιστο, ώσπου να φύγει".
      "Mα θα με πάρει μαζί του· και θέλει να φύγομε αύριο· στέκει απόψε για να δώκει διαταγές για τον τρύγο."
      "N' ακούσεις" του ξανάπε "όλη η ουσία είναι δική του". 
      "Mου πονεί" είπε και τα μάτια του εθόλωσαν.
      "Mε τον καιρό λησμονιώνται όλα· δεν το 'θελες έτσι στην αρχή· έπειτα εμπλέχτηκες· εγώ σ' αυτό δε φταίω."
      "Kαι τώρα ν' αθετήσω τον όρκο μου; και τι θα πει αυτή η δυστυχισμένη; και τι θα πει ο κόσμος για μένα;"
      "Tι θα πει δεν ξέρω· μα ώς αύριο τίποτα δε θα γένει· έπειτα έχει ο θεός. Δε θα την αφήκετε κιόλας έρημη."
      "Όχι· λέει να την προικίσει με χτήμα· και τα στολίδια να μένουν δικά της. Mα δε μου το λέει η ψυχή να την αφήκω." Kαι τα δάκρυα εκύλισαν στα μάγουλά του.
      "Tόσα πράματα" είπε ο Πλακίδας σηκώνοντας τες φαρδιές πλάτες του "τα κάνει κανείς χωρίς να θέλει". Έπειτα εγύρισε προς τες γυναίκες, που εκοίταζαν τους αγωγιάτες να φεύγουν με τ' άλογα φορτωμένα κ' έκραξε: - "Σταλαχτή, έλα δω τώρα".
      Eκείνη υπάκουσε αμέσως· τους εσίμωσε σφουγγίζοντας με τη μπόλια της το πρόσωπό της· τα μάτια της είταν ανήσυχα και το κορμί της έτρεμε παγωμένο.
      "Eδώ είμαι" είπε χαμηλόφωνα.
      "Σοβαρά μαντάτα φέρνει από το χωριό ο αφέντης" της είπε ο Πλακίδας κοιτάζοντας χάμου· "ο καθένας πρέπει να υποτάζεται στο ριζικό του".
      "Tα 'μαθα" αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή· "τα λέν κει πάνου οι αγωγιάτες· ο γέροντας ήρθε, είχαν μαλώματα μεγάλα, και σπίτι τους δε με θέλει".
      "K' ελπίδα δεν είναι να συγκλίνει" είπε ο Στάθης.
      O Aρτέμης εδάκρυζε όλη την ώρα: - "Tι θέλεις να γένει;" την ερώτησε τρυφερά.
      "Ό,τι σου λέει η καρδιά" του απάντησε γιομάτη πίκρα. "Θυμήσου που μου ορκίστηκες στης Παναγίας την εικόνα να με πάρεις· αλλιώς με χάνεις από τον κόσμο."
      "Θέλεις να χωρίσεις παιδί και πατέρα" είπε ο Στάθης ανασκυντώντας· "δεν ξέρεις πως η αφεντιά του δεν έχει ουσία δική του; πώς θα ζιούσατε;"
      "Nα με πάρει θέλω" είπε παραπονετικά· "τα πλούτη δεν τα ζηλεύω· είμαι μαθημένη από μικρή να δουλεύω σα σκλάβα για το ψωμί· μου κακοφαίνεται μοναχά πως ο ίδιος θα σταντεφτεί· μα δεν του 'φταιξα εγώ· γιατί να πάθω;"
      "Tον αγαπάς για να τόνε σύρεις στη δυστυχία;"
      "Πόσο τον αγαπάω ρώτησ' τον· μα η τιμή μου αξίζει κι απ' την αγάπη περσότερο."
      Eτσώπασαν κ' οι τρεις τους για καμπόσο· ο Aρτέμης έκλεισε τα μάτια κ' εσυλλογίστηκε, έπειτα αναστενάζοντας είπε αποφασιστικά: - "Δεν μπορώ ν' ανοίξω πόλεμο με τον πατέρα μου".
      "Kαι τι θα γένει;" ερώτησε η Σταλαχτή αμέσως τρομασμένη από τα λόγια του.
      "Δε χάνεις τίποτα" της απάντησε ο Στάθης "σου χαρίζουν τα χρυσάφια και σε προικίζουν με χτήμα".
      "Tα προικιά τους δεν τα θέλω" είπε αψιωμένη "μόν' το στεφάνι που μόταξε".
      "Συφορά" έκραξε ο Aρτέμης· "το που θέλω δεν το μπορώ".
      "Δε σ' αφήνω να μου φύγεις" τ' απολογήθηκε ρίχνοντας κάτου το γιάδεμά της και πιάνοντάς του απελπισμένα το χέρι.
      "Tόνε παίρνει αύριο στη χώρα ο πατέρας του" είπε ο Στάθης με φωνή βραχνή.
      "M' απαρνιέται λοιπόν" εφώναξε· κ' εσωριάστηκε κατά γης κρούβοντας το πρόσωπο με τα χέρια κλαίοντας με κατάκαρδο παράπονο.
      K' ήρθε τότες στον ίσκιο της λεύκας κ' η Mάρθα, του Στάθη η προεστή γυναίκα, κ' ετήραξε την άτυχη ψυχοπονετικά κι αναστέναξε βαθιά και της είπε: - "Δυστυχισμένη· η παντρειά σου εχάλασε· τι να γένεις τώρα;... Mου πονεί σα να 'σουν παιδί μου". Eσφούγγισε τότες τα βρεμμένα μάτια της, εκάθισε χάμου κ' εκείνη κι αγκάλιασε την αδικημένη συχωριανή της, που 'ταν τώρα πνιμένη από τες κλάψες. Kαι ξακολούθησε, ανασκυντώντας τον άντρα της: - "Στάθη, εσύ τα 'καμες όλα από την αρχή· σου το 'λεγα δεν έπραζες καλά· το κρίμα της θα σ' έβρει". Kαι γυρίζοντας προς τον Aρτέμη του 'πε: - "Λυπήσου την, αφέντη".
      "Δεν μπορώ" απολογήθηκε λυπημένος.
      Kι ο Στάθης τον εσυβούλεψε: - "Aς αφήσουμε μοναχές τες γυναίκες θα παρηγορηθούν καλύτερα, κι ας πάμε τώρα στου πατέρα σου". K' έτσι λέγοντας τον έπιασε γλυκά από το χέρι και τον οδηγούσε προς το έβγα του αμπελιού όπου έβοσκε και τ' άλογο.
      Mα η Σταλαχτή, άμα εκατάλαβε πως είχαν κινήσει, ανασηκώθηκε τραβώντας τα μαλλιά της, που 'χαν ξεπλεχτεί ωστόσο, και φώναξε απελπισμένα: - "Πού πας; πού μ' αφήνεις; πώς θα παρουσιαστώ στο σπίτι μου;" K' έπειτα από μία στιγμή ακολουθώντας με το βλέμμα εξαναφώναξε: - "Δε θα ζήσω, δε θα ζήσω".
      "Δυστυχισμένη" της είπε η Mάρθα κλαίοντας, ενώ ο Aρτέμης εκαβαλίκευε τώρα τ' άλογο.


      Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
      Mε μίας επήρε την απόφαση κ' ερίχτηκε κ' εκείνη προς το έβγα τ' αμπελιού φωνάζοντας: - "Σταμάτησε, σταμάτησε για τ' όνομα του θεού".
      Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ' άλογο κεντώντας το από πίσω, κ' εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν' αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K' είπε του κύριού του: - "Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ' άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν".
      O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ' εσκόνταψε. K' έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: - "Σταμάτα, σταμάτα". Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ' άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ' η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ' άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K' έτρεχε, κ' έτρεχε.
      Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ' επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ' έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K' η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ' έβλεπε τ' άλογο ν' ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ' άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
      Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ' άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ' επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ' είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε.


      Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
      "Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
      "Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
      "Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
      Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
      "Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
      "Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του. 
      "Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
      "Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
      "Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
      "Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
      "Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
      Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
      "Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
      "Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
      "Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
      "Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
      Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
      "Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
      Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
      Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον. 
      Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
      Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Το Γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα.




Όταν το πρωτάκουσα, ήμουν παιδί στα σπάργανα. Και σαν έφτασα εικοσάχρονο παλικάρι, έλεγαν ακόμη για κείνο, με τον ίδιο θαυμασμό και περισσότερη φρίκη. Το γιούσουρι, το αντρειωμένο γιούσουρι, που βρίσκεται στον κόρφο του Βόλου! Το γιούσουρι, που ώρες ψηλώνει και θεριεύει ως το πρόσωπο της θάλασσας· ώρες χαμηλώνει και γίνεται κάστρο αγύριστο, με τους ρόζους και τα κλαδιά, με τις ρίζες και τ’ αντιρίμματα! Κάτω στο νησί μας το έχουν μόλογο! Γενιά σε γενιά το παραδίνουν οι ναύτες και πάει από πατέρα σε παιδί, από παιδί σ’ αγγόνι, πάντα μεγάλο, θαυμαστό πάντα, σκληρό σα σίδερο, δυνατό σα λέοντας, ψυχωμένο κι αθάνατο σα στοιχειό. 

Εκείνοι που το πρωτόειδαν έσβησαν από τη θύμηση των ανθρώπων τώρα. Εκείνοι που ονειρευτήκαν να το κόψουν, κοιμούνται αξύπνητα στη γη ή και στα βάθη της θάλασσας. Εκείνοι που πήγαν γυρεύοντάς το, δε δευτέρωσαν το σκοπό τους. Έχει, σου λένε, κατιτί πλάνο κι επίβουλο, και αλλάζει χρώματα και αλλάζει σχήματα και γλιστρά σαν χέλι και θεμελιώνεται σαν πύργος και φωσφορίζει σαν ωκεανόψαρο, που λύνεται το σώμα με το πρώτο αντίκρισμα. 

Εγώ, από μικρός που το άκουα, μ’ έπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος και μαζί πείσμα.

 Καλά, έλεγα, ο διπίθαμος Αράπης που ρουφά τα πέλαγα και φράζει τα ποτάμια μονάχα με τα γένια του. Καλά η αθάνατη Γοργόνα, του Αλέξαντρου η αδερφή, που γυρίζει τη θάλασσα και στο πικρό άκουσμα βουλιάζει τα πλεούμενα σύψυχα με την ουρά της. Καλά κι ο Άριστος που σκοτώνει τα θεριά και τα βουνά γκρεμίζει και ξεριζώνει ρουπάκια με το κοντάρι του. Μα ένα δέντρο εκεί, του νερού πλάσμα, θρέμμα του άμμου και να κάνει τόσα θάματα! Μπα, ντροπή μας! Άκουα τους άντρες λεβεντοθρεμμένους και να μιλούν γι’ αυτό με τόσο σεβασμό, σα να μιλούσαν για το Τρισυπόστατο. Τι διάβολο! Εκείνοι μια φορά έβαλαν τα στήθη τους εμπρός στο κανόνι του Τούρκου! Πήδηξαν με αναμμένο δαυλί στις μπαρουταποθήκες του! Είδαν το θάνατο χίλιες φορές, και δεν τόλμησαν να ξεριζώσουν ένα δεντρί! Δεν μπορούσα να το χωνέψω. 

«Δε μου λες, πατέρα» κάνω κάποτε του γέροντά μου, «τι είναι αυτό το γιούσουρι;». 

«Ξύλο, παιδί μου, σαν και τ’ άλλα· θαλασσόξυλο. Αν θέλεις να το μάθεις, σύρε να ιδείς την πίπα μου». 

Πάω μέσα, ανοίγω το αρμάρι, βρίσκω την πίπα του. 

Μια πίπα χοντρή και μεγάλη με ρόζους, μαύρη κατάμαυρη σαν έβενος. 

«Μπα, τούτο είναι το γιούσουρι; Το κόβουν λοιπόν;». 

«Το κόβουν, λέει; Αφού το ’χεις στα χέρια σου! Έκοψα πήχες όταν ήμουν σφουγγαράς». 

«Γιατί δεν πας λοιπόν να κόψεις και το γιούσουρι του Βόλου;». 

Πέτρωσε ευθύς το χαμόγελό στα χείλη του· σοβαρεύτηκε το πρόσωπό του. Γύρισε και με κοίταξε αφαιρεμένα, σα να έλειπε ο νους από το κεφάλι του.

 «Α» είπε, «το γιούσουρι του Βόλου δεν είναι το ίδιο. Πήγα μια φορά κι εγώ. Μα λίγο έλειψε να αφήσω δίχως άντρα τη μάνα σου». 

«Αφού κόβεται…»

 «Κόβεται, όταν είναι μικρό. Κάτω στη Μπαρμπαριά είναι δάση ολάκερα. Εκεί που ψαρεύουν το σφουγγάρι, αρπάζουν και κανένα κλαρί. Έτσι κλεφτά, στην ώρα που κοιμάται. Άμα όμως ξυπνήσει, δεν το κόβει ούτε η ρομφαία του Αρχάγγελου». 

«Το γιούσουρι του Βόλου δεν κοιμάται;» 

«Κοιμάται― μπορεί να κάμει δίχως ύπνο; Μα εκείνο στοίχειωσε πια! Ζει με τους αιώνες― ποιος ξέρει από πότε. Να ιδείς των παλαβών τα κόκαλα πως κρέμονται πολυέλαιοι απάνω του!»

 Και το βλέμμα του, κάπως δειλό, στυλώθηκε απάνω σε μια στάμνα που έστεκε σπασμένη στην αυλή· το μέτωπό του σούφρωσε και κέρωσε, λες κι έβλεπε οχιά να προβάλλει από κει.

 «Εσύ πατέρα, πώς πήγες; Με τη μηχανή;» ξαναρώτησα. 

«Όχι, με την πέτρα, σαν τους Καλυμνιώτες. Πού μηχανές στο καιρό μας!» 

«Εγώ, σα μεγαλώσω, θα πάω να το κόψω» είπα με πείσμα. 

Ενόμιζα πως θα έλεγε όχι· πως θα φρόντιζε με χίλια δυο να μ’ εμποδίσει· πως θα μου διηγόταν ιστορίες τρομερές για να απελπιστώ. Τίποτα! Μια στιγμή με κοίταξε συλλογισμένος από τα πόδια ως τη κορφή, σα να μετρούσε το ανάστημά μου· χαμογέλασε.

 «Καλά· σα μεγαλώσεις, να πας» είπε με την πρώτη του απάθεια. «Τώρα που είσαι μικρός, σύρε να μάθεις τη θάλασσα». 

Πήγα κι έμαθα τη θάλασσα. Ναυτόπουλο έγινα, έπειτα ναύτης. Είδα φουρτούνες, χιονιές, αγριοκαίρια. Πήγα και με σφουγγαράδικα στη Μπαρμπαριά. Μα και ναυτόπουλο και ναύτης και σφουγγαράς, δεν ξέχασα το στοιχειωμένο γιούσουρι και το λόγο που έδωκα στον πατέρα μου. Μαζί με το κορμί μεγάλωνε και ο πόθος μέσα μου, σα να τον είχα στο αίμα μου. Εγώ ήθελα να κόψω το γιούσουρι, στην ανάγκη να το ξεριζώσω και να το σύρω πίσω από το καΐκι στο νησί μας. Θα το ξάπλωνα στην αμμουδιά θρασίμι και θα έβανα διαλαλητή να διαλαλήσει σε όλη τη χώρα: 

«Έβγάτε, χωριανοί, να ιδείτε το μέγα θαύμα! Το στοιχειό της θάλασσας νικήθηκε από του νησιού μας το στοιχειό, τον Γιάννο Γκαμάρο! Τρέμουν, τρίζουν τα βουνά! Εβγάτε, χωριανοί, να ιδείτε και να ειπείτε!» 

Θα έτρεχε αμέσως μελίσσι ο λαός· θα έβλεπαν οι θάλασσογέννητοι και θα σταυροκοπούνταν, θα έβλεπαν οι γυναίκες και θα τρόμαζαν τα παλικάρια και θα ζηλοφθονούσαν· οι λυγερές και θα έλεγαν: «Να λεβεντονιός για να γίνει άντρας μας!». Δεύτερος αι-Γιώργης θα δοξαζόμουν στο νησί. Και ένας τρόμος μυστικός, μια λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο την ψυχή μου, μην προλάβει άλλος και αρπάξει τη δόξα μου. Γυρεύεις τι γίνεται; Αλλά πάλι ησύχαζα με την ιδέα πως άλλος αξιότερός μου δεν ήταν δυνατόν να γεννηθεί. Και ακόμη πίστεψα πως το δεντρί εκείνο δεν καθόταν τόσους αιώνες εκεί στον ανήλιαστο θρόνο του, παρά για να γένει μια μέρα δικό μου παίνεμα. Κι έτσι έκλεισα τα είκοσι χρόνια μου. 

Ψάρευα το σφουγγάρι με τη μηχανή του καπετάν-Στραπάτσου στην Έγριπο. Δώσε απάνω, δώσε κάτω, φτάσαμε και στον κόρφο του Βόλου.

 Άρπαξα τον καιρό. 

«Τι λες, καπετάνιε; Κάνουμε την απόπειρα;» 

«Ποια;» 

«Πάμε να κόψουμε το γιούσουρι;» 

Γέλασε ο καπετάν-Στραπάτσος· γέλασαν και οι άλλοι· γέλασα και εγώ. Δεν τολμούσα να κάνω το σοβαρό. 

«Ρε, τι λες;» μου κάνει, «είσαι στα συγκαλά σου ή να στείλω για τον παπά; Αμή, πήγαν τόσοι και τόσοι και δεν έκαμαν τίποτα, και θα κάμουμε εμείς;» 

«Γιατί όχι; Είμαστ’ αδέξιοι εμείς; Έπειτα, άκου να σου ειπώ: εκείνοι πήγαν με την πέτρα. Μια βουτιά κι απάνου. Τι θες να κάμουν με μια βουτιά;» 

«Μωρέ, κοίτα να βγάλουμε το καρβέλι και άφησε τα όνειρα!» μου λέει τέλος ο καπετάνιος. 

Δεν απελπίστηκα. «Θα τον καταφέρω στο ύστερο» σκέφτηκα.

Και αλήθεια, έδωκα, πήρα, τον κατάφερα μια Κυριακή που δεν ψαρεύαμε. 

«Τι λες, πάμε;» του κάνω. 

«Μωρέ, πού να πάμε;» 

«Για το γιούσουρι!» 

«Και ποιος θα βουτήξει;» 

«Εγώ βουτάω! Γι’ αυτό ρωτάς;» 

Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω με το γυαλί στον πάτο, πουθενά γιούσουρι. Φέρνω μια βόλτα, δυο, τρεις· τίποτα! Άρχισα ν’ απελπίζομαι. Μια απελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια το ανάσταινα στη φαντασία μου, το έβλεπα μπροστά μου, πάλευα μαζί του, το νικούσα, και τώρα να βγαίνουν όλα ψέματα! Δεν μπορούσα να το υποφέρω. Κάπου έπρεπε να υπάρχει, κάπου να το συναντήσω, θες κάτω στους βυθούς, θες πέρα στο ακρογιάλι, θες πάνω στα σύγνεφα! Να το συναντήσω, να μετρηθώ μαζί του, κι ας με καταλύσει. Ας κρεμαστούν και τα δικά μου κόκαλα απάνω του, όπως και των άλλων παλαβών. Όχι όμως να μην το γνωρίσω ποτέ στη ζωή μου! Τότε γιατί έζησα τόσον καιρό, γιατί έγινα εικοσάχρονος, γιατί έμαθα τη θάλασσα, γιατί ανασκάλισα τους βυθούς; Μονάχα για το καρβέλι; 

«Τραβάτε για το λιμάνι· τραβάτε να πιούμε και καμιά» είπε ο καπετάνιος βαριεστημένος. «Οι γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια». 

Κρύος ιδρώτας με πήρε. Άρχισαν να θολώνουν τα μάτια μου. 

«Στο Θεό σου, καπετάνιε» του λέω, «έχε υπομονή!» να φέρουμε μια βόλτα πάλι.» 

Ούτε κείνος όμως, ούτε οι λαμνοκόποι με άκουαν. Το καΐκι γύρισε κι έφυγε για το λιμάνι, βαριεστημένο και κείνο.

Εγώ, κρεμασμένος στη κουπαστή, δεν έπαυα να κοιτάζω ζερβόδεξα με καρδιοχτύπι μεγάλο, σα να ζητούσα της μάνας μου τα κόκαλα. Μάταια όμως! Το νερό πρασινογάλαζο έφτανε ως κάτω στον πάτο και μου έδειχνε ξερά τα φύκια· όχτους εδώ απόκρημνους, εκεί αμμόστρωτες απλωσιές σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια για τις νεράιδες μαλακά κι απάρθενα. Το γιούσουρι όμως όχι· κανένα σημάδι για τ’ ονειρεμένο μου δεντρί. 

Έλεγα ν’ αφήσω το γυαλί και να ξαπλωθώ στο κατάστρωμα. Αλλά την ίδια στιγμή θολό σύγνεφο ίσκιωσε μπροστά μου, πίσω έμεινε σα να διάβηκε φάλαινα. 

«Στοπ!» φωνάζω· «σταθείτε»! 

Στάθηκε το καΐκι, γύρισε πίσω στα νερά του και είδαμε όλοι σαν χιλιόχρονη βελανιδιά να κάθεται στον πάγκο. Δεν ήταν λοιπόν ψέμα, δεν ήταν παραμύθι! 

Ντύνομαι γοργά, παίρνω το λάζο στη ζώνη μου, ένα τσεκούρι στο χέρι, και βουτώ κάτω. Μα καθώς σήκωσα τα μάτια, σύγκρυο μ’ έπιασε. Καλά το έλεγαν οι γέροντές μας. Τι ο διπίθαμος Αράπης! Τι Γοργόνα και τι Άριστος! Τούτο είναι το θάμασμα! Οι ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες, βύζαιναν το μάρμαρο, έμπαιναν στις σχισμές, αγκάλιαζαν τ’ αγκωνάρια, γάντζωναν τις ποδιές του, ένα σώμα θαρρείς και μια δύναμη. Απάνω ορθοκάθεδρος ο κορμός, αρκουδοντυμένος, με ρόζους εδώ κι εκεί κλειστούς στο πολυτρίχι μέσα, οργιές ψήλωνε. Και από κει κλαδιά και αντικλάδια μυριόριζα, καμαρωτά κι ολόισια έφευγαν πέρα δώθε, ψηλά και χαμηλά, λες κι έπασχαν ν’ αποκλείσουν όλον τον πλατύχωρο κόρφο με το δίχτυ τους. Ολόγυρα το νερό διάφανο, σαν γυάλα το σκέπαζε και το έλουζε, τροφή μαζί και ταίρι, ανάσα και κλίνη του. Και κάτω από το μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινή έχασκε η άβυσσο, κρύα και άπατη. 

Ήβρα το δέντρο στον ύπνο του. Μα και στον ξύπνο να το ήβρισκα, το ίδιο έκανε. Αν ήταν ν’ αρπάξω ένα κλαδί και να βγω απάνω, καλά. Μα εγώ ήθελα να το κόψω σύρριζα. Για τούτο κατέβηκα εκεί. Έκαμα το σταυρό μου, ξάμωσα το τσεκούρι και γκοπ! του κατάφερα την πρώτη. Ξύπνησε ο Όφης. Και αρχίζει αμέσως ένας σίφουνας, ένας χτύπος, ένα κακό, λες και χύθηκαν όλα τα ρέματα απάνω μου. Το νερό χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδηξε από την άβυσσο κι έχασα όλα τα πάντα. Έκατσα χαμηλά, αρπάχτηκα σ’ ένα ρίζωμα να μη με σύρουν. Και είδα άξαφνα τους ρόζους τους κλειστούς να γλαυκοπαίζουν σα μάτια αράπικα και να χύνεται αστρίτης η φλόγα απάνω μου. Και στα κλαδιά τα λευκοπράσινα είδα να κρέμονται τα σκέλεθρα, πομπή και γάνα των παλαβών που τόλμησαν να τα βάλουν μαζί του. Στο βρούχημά του άκουσα χτύπο ξεχωριστό. Και δεν ήταν άλλος παρά τα κόκκαλα που δέρνονταν μεταξύ τους και τα γυμνά ποδάρια λάχτιζαν με πείσμα τ’ άσαρκα μέτωπα, σα να τους έλεγαν: 

«Γιατί μας φέρατε εδώ;»

 Απάνω μου τσίμπαε ο καπετάνιος: 

«Έλα τώρα. Έλα, και δεν θα κάμεις τίποτα». 

Δε θα κάνω τίποτα! Και γω το κατάλαβα. Μα και με τι μούτρα ν’ ανεβώ απάνω; Πού το στοιχειό του νησιού μας πλιά; Πού ο αι-Γιώργης; Α, όχι· αν δεν κατέβαινα, καλά· μα τώρα, πάει! Μόλις έπεσε ο σίφουνας, σηκώνω το τσεκούρι και του καταφέρνω δεύτερη με όλη μου τη δύναμη. Πέτρα να χτύπαγα, το λιγότερο θα ράγιζε· εκείνο τίποτα. Ούτε σκλήθρα δεν άνοιξε. Αντί να πάει μέσα το τσεκούρι, έφυγε πίσω δυο πιθαμές, τρεις, τέσσαρες, σα να χτυπούσα σε λάστιχο. Πρέπει να το ξεριζώσω, πικροσυλλογίστηκα. 

Τσιμπάω απάνω: 

«Ρίχτε μου το λοστό». 

Μου κατεβάζουν το σύνεργο. Ρίχνω πέρα το τσεκούρι και αδράχνω το λοστό. Αρχίζω στις ρίζες. Τυραννήθηκα, και γω δεν ξέρω πόσο. Ώρες ερχόταν, ώρες περνούσαν, και γω με το λοστό στο χέρι. Μόνο στεκόμουν κάποτε να πάρω ανάσα ή και να ρίξω γύρω καμιά ματιά. Μπορούσε το σκυλόψαρο να ριχτεί απάνω μου. 

Τέλος, τσιμπάω πάλι: 

«Ρίχτε μου τη γούμενα». 

«Μωρέ, έλα πάνω!» τσιμπάει ο καπετάνιος ανυπόμονος. 
«Για σένα τη θες τη γούμενα; Έχουμε και ψιλότερο σκοινί. Έλα πάνω· θα σου κόψω τον αέρα!»

 «Κόβεις τον αέρα, μα σχίζω το λάστιχο» του απαντώ θυμωμένα. « Ή ξέχασες πως έχω το λάζο μαζί μου;» 

Τα χρειάστηκε ο καπεταν-Στραπάτσος· μου έριξε τη γούμενα. 

Πιάνω από μακριά και θηλυκώνω καλά τον κορμό. Έπειτα πηγαίνω στο άλλο πλευρό και αρχίζω πάλι με το λοστό τις ρίζες. Εκείνο, δωσ’ του και γλαυκόπαιζε τα μάτια σα να ήθελε να με μαγνητίσει. Εσειόταν και τάραζε σαν ψάρι· τα κλαδιά του, χταποδιού απλοκαμοί, λάγγευαν δώθε κείθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ακροδάχτυλά τους να με συλλάβουν. Μα πού να με συλλάβουν! Και αν δεν ήξερα καθόλου τα δολερά παιχνίδια του, κι αν δεν είχα ακούσει τα καμώματά του, τα σκέλεθρα που έβλεπα σφηνωμένα ψηλά ήταν αρκετά να μου δείξουν τον κίνδυνο. Σε κάθε του ανακλάδισμα στρείδι κολλούσα στα πλευρά του μάρμαρου. Πόδια, χέρια, μάτια, όλα δούλευαν σύγκαιρα. Και ο λοστός, αψύς, ξεκόλωνε ένα με το άλλο τ’ αντιρίμματα, τα έβγαζε από τα θαλάμια τους, τα χώριζε από την πέτρα, ξεφλουδισμένα πολλές φορές, κι άλλες φορές με σκλήθρες από χάλαρα, με φόρτωμα από κοχύλια. 

Τέλος, κατάλαβα πως άρχισε να λασκάρει. Έχανε το στήριγμά του. 

«Απάνω!» τσιμπάω. 

Με ανεβάζουν απάνω. Γδύνομαι γοργά, παίρνω τη πρώτη ανάσα. 

Μπρε! Πήρε και σούρπωνε. Αντίκρι το Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σαν από λουλάκι. Τα χωριά του άσπριζαν στις πλαγιές, σκόρπια μάρμαρα. Στο Βόλο άναβαν τα φώτα και ο ουρανός, ολοπόρφυρος από το ηλιοβασίλεμα, έβγαζε ένα τρεμόφεγγο τ’ αστέρια του. Μου φάνηκε πως ξανάζησα όταν είδα μπρος μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μια στιγμή και το γιούσουρι και τους κόπους μου και τη δόξα μου ακόμη. 

«Τι, απόκαμες;» ρωτάει ο καπετάν-Στραπάτσος.

 «Τώρα θα ιδείς!» του λέω πηδώντας απάνω. «Έλα, παιδιά! Τα κουπιά σας. Το δέντρο θα το σύρουμε στο νησί απόψε». 

«Μωρέ, τι λες! Δεν έπαθες τίποτα; Δε σ’ άγγιξε το στοιχειό;» 

Και ρίχνονται όλοι απάνω μου, με ψηλαφούν, σφίγγουν τα κρέατά μου, κινούν τα μπράτσα μου, και ακόμη δεν πιστεύουν πως είμαι γερός. 

«Μα τραβάτε παιδιά, παιδιά!» λέω. «Το δέντρο κόπηκε». 

Ρίχνονται στα κουπιά, τραβούν με δύναμη. Ναι! Αντί να σύρει μπροστά, πίσω πήγαινε το καΐκι μας. 

«Μωρέ, μας γελάς» λέει ο καπετάνιος αγαναχτισμένος. 
«Τι μολογάς πως έκοψες το γιούσουρι;» 

«Μα τον αι-Νικόλα, το ‘κοψα» του κάνω· «τράβα! Τ’ ήθελες, να τ’ αποκόψω, για να με πλακώσει από κάτω; Δυο τραβήματα θέλει και θα ’ρθει με τις ρίζες του». 

Αρχίζουμε πάλι το τράβημα. Κάπου μια ώρα έτσι παιδευτήκαμε. Άκουες τους σκαρμούς κι ετριζοβόλουν. Πείσμα έπιασε τους ναύτες και αντρειεύονταν σαν ξωτικά. Ο καπετάν-Στραπάτσος, ξετρελαμένος από χαρά και περηφάνια, ψυχή έδινε σε όλους με τις φωνές του: 

«Ω-ω! Ω-ω!... Γεια σας, παλικάρια! Ίσα, λιοντάρια μου! Ντροπή μας! Μωρέ, ίσα, τίγρηδες!» 

Και τα παλικάρια, τα λιοντάρια, οι τίγρηδες, έχωναν βαριά το κουπί και το έπαιρναν πίσω με τόση δύναμη, που έλεγες τώρα θα γίνει σύψαλα. Τέλος, βαθύ μούγκρισμα αντήχησε κι η θάλασσα σήκωσε τρανό κύμα καταπάνω μας. Το καΐκι πέταξε γοργόφτερο εμπρός. Αμέσως, μέγα κήτος φάνηκε να πιάνει απ’ άκρη σ’ άκρη τον κόρφο. Ήταν το γιούσουρι. 

«Να ιδώ! Και γω να ιδώ!» 

Τρέχουν όλοι στην πρύμη να γνωρίσουν το στοιχειό. Το βλέπουν και σταυροκοπιούνται φοβισμένοι. 

«Εμπρός!» λέω στον καπετάν-Στραπάτσο. «Να το βγάλουμε όξω τώρα που νύχτωσε, πριν το νιώσουν και μας το πάρουν οι Τούρκοι». 

Μόλις βγήκαμε από τον κόρφο, Γοργόνα οργισμένη μας απάντησε η νοτιά. Ο ουρανός έσβησε τ’ αστέρια του, έκρυψε τα σύνορά του. Άδης το σκότος απλώθηκε απάνω μας. Το κύμα ψήλωνε βουνό, ανέμιζε φωσφορούχους τους αφρούς κι έχυνε φως κάτασπρο, θαμπό και άχαρο περίγυρα. Τι άλογα και τι άτια, τι φώκιες και τι φάλαινες κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιούνταν και αλάλαζαν στο σύσκοτο εκείνο χάος! Ν’ ανησυχώ άρχισα. Δεν ήταν θάλασσα εκείνη· ήταν θυμός και σείσμα, κατάρα και χολή, φαρμάκι της άβυσσος. 

Όμως τίποτα. Το γιούσουρι, σφιχτοδεμένο, ακολουθούσε τα απονέρια που έστρωνε η πρύμη της σκάφης μας. Το άκουα να δέρνεται κάποτε και να ρουχνίζει, σαν ζωντανό που παίρνει ανήφορο. Ντροπή το είχε πως νικήθη και πάσχιζε με κάθε τρόπο να απαλλαγεί. Μα ποιος το άφηνε; Μέσα στο άγριο πέλαγο μια ξεχώριζα ταρναριστή φωνή, τη φωνή του διαλαλητή· ένα γνώριζα αίσθημα, το θάμασμα των γερόντων μας. Ένα πόθο, την ευχή των κοριτσιών: 

«Να λεβεντονιός για να γίνει άντρας μας!» 

Με το χάραμα είδα κατάπλωρα συγνεφοσκεπασμένο το νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ακόμη. Μα τρία γερά. Τα μπράτσα λύθηκαν όλη νύχτα επάνω στο κουπί. Τα πρόσωπα σούρωσαν· τα μάτια θόλωσαν. Ζάρες έκαμε το μέτωπο· άσπρισαν τα κατάμαυρα μαλλιά, σα να κύλησαν στογός τα χρόνια επάνω μας. Ο καπετάνιος, ξαπλωμένος τ’ ανάσκελα στον πάγκο, έμοιαζε πτώμα. Οι λαμνοκόποι αμίλητοι κινούσαν ράθυμα τα κουπιά, σαν μηχανές που κάνουν αναίσθητα το έργο τους. Μόνος εγώ εξακολουθούσα να λάμνω σωστά. Ήρθε μάλιστα πολλές φορές που τους πήρα. Μα τι να κάμω και γω; Περισσότερος ήταν ο πόθος παρά η δύναμή μου. Το κύμα επίμενε να ψηλώνει ακόμα, να λιχνίζει και να μας βρέχει και να μας κλυδωνίζει φοβερά. 

Τέλος, ρόδισε η ανατολή, φάνηκε ο ήλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οι στεριές, θολό το πέλαγο, φιλόξενο το νησί μας αντίκρι. 

«Άλα, παιδιά, και φτάσαμε!» φώναξα. 

Και πηδώ στην πλώρη ν’ αγναντέψω καλά το λιμάνι, να ιδώ την αμμουδιά όπου θα το ρίξω θρασίμι. Το καΐκι πέταξε μέσα, δυό χάλαρα πήδηξε, άραξε απάνω στον άμμο. Τρέχω στην πρύμη και αδειάζω τη γούμενα.

 Ωιμέ! Σχοινί κομματιασμένο κρατώ μόνο στα χέρια μου! 

Τι έγινε το άκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται, στον κόρφο του Βόλου, απάνω στο θεόχτιστο πάγκο του, με τις λεπιδωτές ρίζες, αρκουδοντυμένο τον κορμό, κλαδιά και παρακλάδια του πέρα δώθε, λες και πάσχει να κλείσει όλα στο δίχτυ του. Ακόμη το παραδίνουν γενιά σε γενιά οι ναύτες και πάει από πατέρα σε παιδί, από παιδί σ’ εγγόνι, πάντα μεγάλο, θαμαστό πάντα, σκληρό σαν σίδερο, δυνατό σαν λέοντας, ψυχωμένο και αθάνατο σαν στοιχειό. 

Και γω, ο Γιάννος ο Γκαμάρος, νέος αι-Γιώργης του νησιού, εβδομηντάρης κι ετοιμόρροπος τώρα, δε θαλασσοδέρνομαι παρά για το καρβέλι!