Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΖΩΝΤΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΖΩΝΤΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η «κερένια κούκλα»


   «Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο». Μ’ αυτή τη φράση ξεκινά το πρώτο κεφάλαιο του μοναδικού μυθιστορήματός που έγραψε ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Και συνεχίζει στις επόμενες σειρές κάνοντας την περιγραφή της απόλυτης αδυναμίας μιας γυναίκας, η οποία αποτελεί ένα καθημερινό δείγμα μέσα από το πλήθος του απλού και βασανισμένου λαού στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή η γυναίκα είναι η φυματική Βεργινία που με δυσκολία καταφέρνει ν’ ανέβει λίγα πέτρινα σκαλοπάτια χωρίς να σταματήσει για να πάρει κάποιες ανάσες.
   Η επιλογή του θέματος ήταν κιόλας πρωτοφανή και ξάφνιαζε τον γνώστη του λογοτεχνικού έργου του Χρηστομάνου, ειδικά εκείνου που είχε βυθιστεί στο ακόρεστο ονειροπόλημα του συγγραφέα, του χαμένου στην ομορφιά του κόσμου της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αυστρίας, από την ιδανική μορφή της οποίας αντλούσε τον υπερβολικό έρωτά του για κείνη. Γοητεύτηκε από τον «αισθητισμό», όπως και αρκετοί άλλοι λογοτέχνες, και προχώρησε σύμφωνα με τα μηνύματα και τους σκοπούς αυτής της τάσης σε μια εκφραστική ελευθερία, ανακαλύπτοντας καινούργιους τρόπους γραφής. Στις αναζητήσεις του κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν η ομορφιά και η ενασχόληση με το κυνήγι της λαμπερής λέξης, της παράξενης και απροσδόκητης φράσης, της αποτύπωσης των πιο ανοίκειων συναισθημάτων, πολλές φορές ακραίων που ταίριαζαν με τις γενικότερες ροπές των «αισθητών» προς τις ποικίλες απολαύσεις.
   Με την «κερένια κούκλα» ο Χρηστομάνος είχε μεταπηδήσει ήδη σ’ ένα στενάχωρο και ρεαλιστικό θέμα. Το συγκεκριμένο έργο του απηχεί την απαισιόδοξη στάση του συγγραφέα για τη ζωή, η οποία υφάνθηκε μέσα στο μελαγχολικό δίχτυ των φιλοσοφικών αντιλήψεων του Σοπενάουερ. Εκφράζει μια ενδογενής παθογένεια· την εσωστρέφεια και την μοναξιά, την έλλειψη αυτοπεποίθησης ενός ανθρώπου που ταλαιπωρείται από μία ασθένεια. Μετά από ένα σοβαρό ατύχημα της παιδικής ηλικίας, του προκλήθηκε ο γνωστός ραχιτισμός. Άρα πρέπει να υπολογίσουμε τα δεσμευτικά ψυχολογικά όρια της ιδιοσυγκρασίας του, που τον εμπόδιζαν να πετάξει ελεύθερος πάνω από την πόλη του, την Αθήνα. Το αληθινό και ανυπέρβλητο πέταγμά του είχε πραγματοποιηθεί πολύ πιο πριν· όταν έγραψε το περίφημο «Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» στην υπέροχη Αυστριακή πόλη, τη Βιέννη. Όμως αυτή η σωματική δυσμορφία τον οδήγησε σ’ επιτυχημένες προσπάθειες να δώσει με την τέχνη του στη ζωή ό,τι ακριβώς της έλειπε. Ξέφυγε από τους συνηθισμένους εκφραστικούς τρόπους και τα πολυδουλεμένα θέματα, ανανεώνοντας τον φθαρμένο κόσμο του δημιουργού με τα δικά του ιάματα, αυτά του ρομαντισμού και της ευαισθησίας. Η υιοθέτηση ενός μελαγχολικού τόνου επένδυε με μουσική τις φράσεις του, ενώ η επιλογή σπάνιων οπτικών εντυπώσεων έφτανε στα άκρα του μελοδραματισμού τις περιγραφόμενες καταστάσεις και τα συναισθήματα των προσώπων. Σ’ αυτούς τους «συναισθηματικούς γλυκασμούς» και στο «σκηνοθετημένα μελοδραματικό πολλών σκηνών» αναφέρονται αντίστοιχα ο Απόστολος Σαχίνης στο «Νεοελληνικό Μυθιστόρημα», Εκδόσεις Γαλαξία και ο Αντρέας Καραντώνης στη «Νεοελληνική Λογοτεχνία / Φυσιογνωμίες Α», Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα. Πάντως, όσο και αν προσπαθήσει κάποιος να θεωρήσει ως σημαντικές ατέλειες μερικά συμπτώματα της γραφής κάθε «αισθητή», πρέπει να λάβει ιδιαίτερα υπόψη την απελευθέρωση της έκφρασης που συντελέστηκε μέσω αυτών, κυρίως των πιο μετριοπαθών που δεν έφτασαν στα άκρα των απολαύσεων, της λαγνείας και του εκκεντρισμού τύπου Oscar Wild. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος κράτησε μια κριτική στάση απέναντι στην ομορφιά και δούλεψε την έκφραση σε άγνωστα μέχρι τότε μονοπάτια για τον Ελληνικό δημιουργικό χώρο.
   «Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πως ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού την αγκαλιά, πως ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστον τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πως σηκώνουν τ’ ανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή!». Σε τέτοιες όμορφες περιγραφές αποκαλύπτεται ένας μεγάλος ποιητής που αναδεύει τ’ όνειρο μες στην ψυχή του, για να απλώσει το ποτάμι της έμπνευσής του μ’ ελπίδα πάνω στα μυθιστορηματικά του πρόσωπα, στον ίσκιο της ανθρωπιάς, ν’ αφουγκραστεί τις προσδοκίες τους, ώστε ν’ αντικρίσουν τη ζωή με θάρρος, παρόλη την κακοπάθειά τους και την σκληρή τους μοίρα.
   «Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τρελλός (που ’χει τον ύπνο του για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μίαν ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ’ ησκιερή στο ξάπλωμά του». Ο Υμηττός παρουσιάζεται στα μάτια του παρατηρητή με ανάλογες ανθρώπινες ιδιότητες, ενώ στις προηγούμενες γραμμές γίνεται αναφορά στον βράχο του Φιλοπάππου, δηλαδή στο χώρο και στο γύρω τοπίο όπου θα κινηθεί η δράση, η πλοκή του μυθιστορήματος και θ’ αναπτυχθεί το ανθρώπινο δράμα στο κρεβάτι της δυστυχίας μέσα στην κατοικία των απλών βιοπαλαιστών.
   Η ζωή πλέκει έναν ανυπόφορο και βασανιστικό κλοιό για τον ξυλογλύπτη Νίκο, λόγω της φοβερής αρρώστιας της γυναίκας του Βεργινίας. Φέρνει ακόμη μια πρόσκαιρη, μα έντονη χαρά στο αντίκρισμα της νιότης και του έρωτα στο πρόσωπο της οικιακής βοηθού Λιόλιας. Χειμαρρώδη συναισθήματα γεννιούνται στην καρδιά του Νίκου και τον κάνουν να ξεφύγει για λίγο από τη δυστυχία. Ώρες ευτυχίας τον καθησυχάζουν, τον τραβούν απρόσμενα από τον βούρκο της ανησυχίας, της στεναχώριας, της ταραχώδης σκέψης και της φριχτής παράδοσης στη μοίρα του. Του φέρνουν κοντά ένα σύντομο παράδεισο, όπου μέσα του πλέκονται οι μεγαλύτερες και πιο σπουδαίες σκηνές του μυθιστορήματος. Το βαρύ κλίμα υποχωρεί για να κυριαρχήσει η ξεγνοιασιά και το αβίαστο κέφι, που τους προσφέρει το πλήθος των μασκαράδων της αποκριάς και που θα παρασύρει τους δύο ερωτευμένους στη βίωση ευχάριστων αισθημάτων.
   Στο πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Ο κάμπος με τα λουλούδια» δίνεται η θαυμάσια περιγραφή της άνοιξης στο αθηναϊκό τοπίο, στον καταπράσινο κάμπο της Καλλιθέας. Προετοιμάζονται κατάλληλα οι ψυχές των ερωτευμένων, ώστε να νιώσουν το ερωτικό πάθος να φουντώνει, ζητώντας διέξοδο στο σωματικό σμίξιμο. «Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τ’ ουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνει ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε!».
   Παραθέτω δύο ακόμη χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Αχ! μυγδαλιές! γιατί να φανερωθήτε μπρος στα μάτια του κοριτσιού ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από τ’ αγόρι! Και γιατί να μην τα κλείση τα μάτια της η κόρη, μόνο ν’ αφήση να τηνέ σύρη το γλυκό σας φέγγος κάτω απ’ τ’ ουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι.
   Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που την πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει και ξεφώνιζε από λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους».
   «Και βούϊζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα να ’ταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη κυψέλη. Κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τ’ ανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά το ’να μες τ’ άλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ’ των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων, και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο, σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης».
   Το τέλος όμως της ιστορίας προμηνύεται σκληρό και πικρό για τους νέους που άγγιξαν κάποτε την ευτυχία. Ακολουθούν πολλά δυσάρεστα γεγονότα που αποδεικνύουν το αποτρόπαιο πρόσωπο της μοίρας: η Βεργινία πεθαίνει και το νέο ζευγάρι που παντρεύεται φέρνει στον κόσμο ένα ατροφικό κορίτσι, που μοιάζει σαν «κερένια κούκλα». Κι εκείνο έχει την ίδια κατάληξη. Ο Νίκος μαχαιρώνεται από έναν αντίζηλό του και ξεψυχάει. Η αλυσίδα αυτών των οδυνηρών συμβάντων αφήνει εμβρόντητο τον αναγνώστη, ο οποίος είχε εθιστεί κατά τη διάρκεια της αφήγησης σε λεπτούς αισθησιασμούς και σε υμνωδίες της ομορφιάς και του έρωτα. Αυτό που δεν περιμένει κανείς είναι το τόσο τραγικό τέλος του μυθιστορήματος, αλλά η συγκεκριμένη λύση που επιλέγεται είναι η πιο ταιριαστή στην ψυχή και στη φιλοσοφική θεώρηση του συγγραφέα.
   Συμπερασματικά, δεν πρέπει να επικεντρωθούμε σε κάποιες ακραίες δραματοποιήσεις αλλά περισσότερο να αισθανθούμε και να βυθιστούμε στις προθέσεις και στον λόγο ενός εξαίρετου «αισθητή», που όταν μιλάει για την ευτυχία του ανθρώπου, φτάνει σε αριστουργηματικές ποιητικές στιγμές. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι επέλεξε να γράψει για τους καθημερινούς και άσημους ανθρώπους, γι’ αυτούς που δεν κυλάει ούτε ίχνος γαλάζιου αίματος στις φλέβες του, τον καταξίωσε στη συνείδηση αναγνωστών και λογοτεχνών. Κανείς Έλληνας «αισθητής» δεν τόλμησε να διαλέξει ανάλογο θέμα και όλοι πραγμάτωναν τις πνευματικές τους συλλήψεις μέσα σε θολά και αξεδιάλυτα νοήματα. Τον σκοπό της ομορφιάς εξάγνιζε η εξωτερική μορφή του δημιουργήματος, το περίβλημά του, γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο εκείνοι δε θέλανε να «σπαταλήσουν» το χρόνο τους, για ν’ αγγίξουν τις «μικρές» ανησυχίες του καθημερινού, αλλά γι’ αυτούς απρόσιτου και απογυμνωμένου ανθρώπου.


**  Σημαντικές πληροφορίες αντλήθηκαν από το σύγγραμμα: «Η Γλώσσα της Κριτικής / Αισθητισμός» του R. V. Johnson, σε μετάφραση Ελένης Μοσχονά, Εκδοτική Ερμής Ε. Π. Ε. Α΄ ανατύπωση (Σεπτέμβριος 1984).

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Μαγνησίας

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Η θάλασσα του Κώστα Βάρναλη


«Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά».

   Θάλασσα· η αιώνια ερωμένη των ποιητών, η ατίθαση σύντροφος τις ώρες της μοναξιάς, αυτή που με τα δροσιστικά της κύματα ελαφρύνει τον πόνο των ψυχών. Σε ποια όμως θάλασσα ακριβώς αναφέρεται ο ασπρομάλλης ποιητής των «μοιραίων»; Πιθανώς, στη θάλασσα της παιδικής του ηλικίας. Την αθώα, φιλική και στοργική σαν την αγκαλιά της μάνας ή την οργισμένη, την άγνωστη, εκείνη που εγκυμονεί κινδύνους από τους δυσδιάκριτους υφάλους και σκοπέλους της ζωής;
   Το γεγονός πάντως, είναι πως η γαλάζια αγαπημένη του Κώστα Βάρναλη περικλείει μια αλησμόνητη πατρίδα. Η θάλασσα της Ανατολικής Ρωμυλίας - Βόρειας Θράκης, ένα μεγάλο τμήμα του Εύξεινου Πόντου, ήταν πάντοτε αυτή που φοβόταν όλοι οι ναυτικοί στα ταξίδια τους, καθώς ενέτειναν την προσοχή όταν πλησίαζαν τις βραχώδεις ακτές της Αγχιάλου. Μα ο φάρος προειδοποιούσε στο ακρωτήρι με το φως του πνεύματος που έλαμπε όλο σεμνότητα. Η βυθισμένη παλιά βυζαντινή πόλη είχε τη δική της ανεξάρτητη ζωή· από τα βάθη της θάλασσας αναδυόταν η αδιάκοπη δραστηριότητα των κατοίκων της κι εκείνη πάλευε με τ’ απομεινάρια και τα ερείπιά της να ξεκαθαρίσει απ’ το σκοτάδι τις αναμνήσεις που διασώθηκαν μέσα στις περγαμηνές.
   Σ’ αυτό τον τόπο γεννήθηκε η μητέρα του η Ελισάβετ Μαυρομμάτη ή Καμπίτση. Όταν λοιπόν, ο Κώστας Βάρναλης έγραψε το 1956 την ποιητική του συλλογή «Ποιητικά», πρέπει να υποπτευθούμε πως είχε στο νου του εκείνη τη γενέθλια θάλασσα, τη μυρωμένη με τους αέρηδες του Αίμου και της Ροδόπης. Στο ποίημα «Πρόλογος» αντηχεί η λυρική φωνή της θάλασσας, η γεμάτη χρώματα υμνωδία των κυμάτων που κάνει ν’ ανοίξουν διάπλατα τα φτερά των γλάρων, των καραβιών τα πανιά. Η ανεμελιά του φωτός που παιχνιδίζει αρκεί για να στέκει ακόμη ο «ασπρομάλλης γέρος» και ν’ αγναντεύει με ψυχική ηρεμία, συναισθηματική γαλήνη την αιώνια ερωμένη του· την αχανή θάλασσα. Το χέρι του τρέμει όταν συνθέτει τους στίχους του πάνω στο χαρτί, αφού προηγουμένως δώσει την εξουθενωτική μάχη με τη σκέψη. Το πρόσωπό του είναι πλημμυρισμένο από τα δάκρυα κάθε φορά που η ψυχή του αντιστέκεται στην απουσία. Η ελπίδα επιστροφής στον τόπο των γονιών του, του ζεσταίνει την καρδιά.

«Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ ερωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά».

   Όλη αυτή τη θάλασσα κατάφερε να συγκεντρώσει ο σύλλογος των Αγχιαλιτών της Αθήνας σ’ ένα μουσικό cd, με τίτλο «…στα ηχοκύματα υψωμένοι». Όλες τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα, τις αντανακλάσεις των τοπίων έστρεψε στην ευαίσθητη ψυχή που καρτερά με επίγεια όνειρα να ταξιδέψει στων στίχων τη δροσιά. Μέσα στον παιγνιδιάρικο και σατυρικό στίχο του Βάρναλη οι μουσικές της φύσης ξεχειλίζουν, καθώς βρίσκουν εξαίσιους μιμητές, τους μουσικούς με τα έγχορδα και τα πνευστά τους όργανα.
   Οι μελωδικές φωνές φτάνουν μέχρι τον ουρανό, τη νοσταλγία συντονίζουν σαν ταξιδιώτες του φωτός που ασπάζονται την ελπίδα, για ν’ αναστηθεί η πατρίδα των προγόνων μας μέσα στα χέρια τα ζεστά, για ν’ αγγίξει ο ήλιος επιτέλους το πρόσωπο μιας καινούργιας ημέρας.


 Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Η μούσα επιστρέφει πάλι

   
Είχε ξημερώσει πια και η ομίχλη, σαν το τελευταίο περαστικό ένδυμα της νύχτας, βιάζονταν να φύγει μακριά, λυτρωμένη από τη μέρα. Ο λόρδος άνοιξε τα μάτια του απότομα, πριν καν ο ήλιος ακουμπήσει τις πρώτες του αχτίνες στο πρόσωπό του. Μα η θεία ζεστασιά, που διαγράφονταν στα ευγενικά του χαρακτηριστικά, είχε ξεπεταχτεί από την ψυχή ποτίζοντας ολόκληρη την ύπαρξή του.
   Η θάλασσα φαίνονταν πως χαμογελούσε με τα μικρά της ριγωτά κύματα. Κάτι έλεγε μέσα του: «Κοίταξε με αγνότητα αυτή τη φορά, Νόελ Βύρων. Νιώσε τη θεσπέσια γαλήνη, τη δροσιά του γαλάζιου πάνω στην επιφάνειά της. Θαύμασε με ποιο τρόπο το νερό της αγγίζει με χάρη τους κολπίσκους της στεριάς. Μια μυστική ιεροτελεστία που δεν πρέπει να αγνοήσεις. Αποτύπωσε με στίχους τη μεγάλη ομορφιά, Νόελ Βύρων, αυτή την εικόνα βάλ’ την στην καρδιά σου, προτού το βλέμμα σου χαθεί στη λιμνοθάλασσα και στις καλύβες των ψαράδων. Ανέπνευσε βαθιά ώσπου να νιώσεις ικανοποιημένος στους πνεύμονές σου τον καθαρό αέρα. Τότε θα φτάσεις να δεις την ψυχή της Ελλάδας ολόκληρη, γυμνή. Στάλαξε πάνω στους απλούς ανθρώπους της τη δική σου αγάπη. Μεγάλος ο ζωγράφος που αναπαράστησε μ’ επιτυχία γύρω του τη φύση! Όμως αντικρίζεις κάτι που ασχημίζει την εικόνα και σου χαλάει την απόλαυση, πολύ ξένο και παράταιρο. Τα δέκα τουρκικά πλοία που περιπολούν απέναντι σου μολύνουν το τοπίο, σου πνίγουν τη γαλήνη. Ήρθε η ώρα Νόελ Βύρων να επιστρέψεις στην προσφιλή σου συνήθεια, να στρώσεις το δρόμο της μούσας γράφοντας έστω ένα μικρό στίχο γι’ αυτό το θέαμα που σου προσφέρει η Ελλάδα».
   Ο λόρδος δεν είχε κοιμηθεί ευχάριστα τη νύχτα. Τον βασάνιζαν οι σκέψεις. Ήθελε να πείσει τους Έλληνες να έρθουν στα λογικά τους και να εγκαταλείψουν τις φατρίες και τις αντιπαλότητες, συνενωμένοι στον αγώνα εναντίον των Τούρκων. Τα μαλλιά του μύριζαν έντονα μπαρούτι εξαιτίας των εκπαιδευτικών βολών της προηγούμενης μέρας. Τα μάτια των Ελλήνων πολεμιστών έλαμπαν από έκπληξη και θαυμασμό όταν έβλεπαν τον λόρδο να πετυχαίνει εύκολα τους στόχους και μάλιστα από μακρινές αποστάσεις. Ο πρώτος όμως στόχος είχε επιτευχθεί από καιρό, τότε που οι Έλληνες μάχονταν με ανδρεία και ανάγκασαν τις ξένες δυνάμεις να τους δώσουν σημασία.
   Η σκανδάλη έπεφτε και το πιστόλι εκπυρσοκροτούσε μεταδίδοντας τη φλόγα στο μπαρούτι. Κάτι παρόμοιο γινόταν με τις λέξεις, με τα γράμματα των επιστολών που αντάλλασσε με τους πολιτικούς και τους αρχηγούς· με τον «πρίγκιπα» Μαυροκορδάτο και τον Οδυσσέα. Ήταν φτιαγμένη από μπαρούτι η ευαίσθητη ψυχή και το χαρτί, γιατί το καλαμάρι ήταν βουτηγμένο στο μαύρο μελάνι που καθοδηγούσαν τα χέρια των μουσών του Ελικώνα. Έρχονταν από εκείνο το μυστικό πηγάδι· τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο που δεν μπορούσε να δεχτεί την αδικία.
   Μεγάλο το όπλο του ποιητή που θέλει ν’ αντισταθεί και να πολεμήσει την αδικία, να πείσει πως «εδώ πάει να γεννηθεί κάτι μεγάλο» και πως «μέσα από την κατάκτηση της ελευθερίας ενός λαού όλη η ανθρωπότητα μπορεί να ωφεληθεί». Έγραφε, ξανάγραφε και οι φράσεις του ήταν οι κοφτερές λεπίδες, οι ενοχλητικές μοίρες αυτών που κάθονταν στα αναπαυτικά τους σαλόνια και ρύθμιζαν τις τύχες των λαών.
   Η νιόβγαλτη μέρα δεν μπορούσε να τον καθησυχάσει, ούτε ήταν δυνατόν να σκεπάσει τον πόθο και τη φλόγα της ψυχής, έστω και αν αυτή την κρίσιμη στιγμή του αγώνα η γέννηση ενός στίχου και ενός ποιήματος δεν ήταν η πρώτη αναγκαιότητα. Κι η γέννηση ενός άξιου ανθρώπου ήταν που τον ώθησε στη δημιουργία. Στις 22 Ιανουαρίου του 1824 ο λόρδος θυμήθηκε πως είχε δει το φως της ζωής για πρώτη φορά, πριν από τριάντα έξι ακριβώς χρόνια, και τώρα ήθελε να βγει στο φως της καινούργιας μέρας περιποιημένος. Αν και καταβεβλημένος από τις στερήσεις, έβαλε το άσπρο του πουκάμισο, χτένισε τα κατσαρά του μαλλιά και στερέωσε πάνω στο σώμα του το μανδύα. Βγήκε απ’ τον κοιτώνα του σπιτιού της προκυμαίας, σαν να πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη του, μ’ ένα ποίημα να σπαρταράει μες στα χέρια του. Μπροστά του βρίσκονταν ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ, ο στενός του συνεργάτης. Του είπε χαμογελώντας, με μάτια γεμάτα από φως, φως ελληνικό:
   -Προ ολίγου έγραψα κάτι, το οποίο νομίζω ότι είναι καλύτερο απ’ όσα γράφω συνήθως. Σήμερα είναι η επέτειος της γέννησής μου. Συμπλήρωσα το τριακοστό έκτο έτος της ηλικίας μου.
    Είχε ανάγκη να το πει αυτό στον άνθρωπο που παραπονιόταν συχνά πως τώρα τελευταία δεν συνέθετε στίχους παρά μόνο επιστολές. Ήταν έξι τετράστιχες στροφές που έγραψε για την αγαπημένη του· την Ελλάδα. Με τη φοβερή όψη του πολέμου δίπλα του πρόσμενε της ελπίδας το ανανεωτικό πέταγμα. Το βλέμμα του θόλωνε από το πλήθος των βαρβάρων, μα δε στοχάστηκε τα νιάτα του ούτε στιγμή, γιατί κάποτε θα διαγράφονταν στης πόλης του το θολό ουρανό, στην υγρασία της λιμνοθάλασσας ο στέφανος την νίκης επί των εχθρών, των ηρώων η βασιλεία:

                  «Πάθη όπου ξανανιώνουν καταπάτα τα ψυχή
                  Άχρηστο για με του κάλλους είν’ το γέλιο κ’ η οργή.
                  Αν τη νιότη σου λυπάσαι, γιατί θέλεις πλιο να ζεις;
                  Της τιμής εδώ είν’ ο τάφος τρέξε αυτού να σκοτωθείς».



   **  Το κείμενο βασίστηκε σε περιστατικό που περιγράφεται στις σελίδες 71-72, στο
         βιβλίο του Conte Pietro Camba: «Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα», σε μετάφρα-
         ση Μπάμπη Άννινου, Αθήνα 1995, Εκδοτικός Οίκος «Δημιουργία».


Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Μαγνησίας