Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Ανιχνευτής ψυχής


   Όπως έχω ακούσει να λένε πολλοί, οι μεγάλοι δηλαδή, ο Άγιος Βασίλης είναι ένας παχουλός κύριος, με μια άσπρη, πυκνή και μακριά γενειάδα. Φοράει ένα σκούφο στο κεφάλι του και κρατάει ένα μπαστούνι στα χέρια του που όταν περπατάει στο δρόμο, ακούγεται ένα τικ-τακ. Έρχεται από τις χώρες του Βορρά, όπου εκεί χιονίζει σχεδόν πάντα και ο χειμώνας διαρκεί όλο τον χρόνο. Ο ουρανός είναι σκοτεινός και βαρύς, ενώ ο ήλιος βγαίνει σπάνια να χαμογελάσει στους ανθρώπους.
   Πάνω στο έλκηθρο του ξεχωρίζει ένας ολοκόκκινος όγκος με το φαρδύ και στρόγγυλο πρόσωπό του. Ύστερα τραβάει τα χαλινάρια με τα οποία είναι δεμένα τα πιστά, αφοσιωμένα ζώα του· οι τάρανδοι, και με μια φωνή διατάζει να ξεκινήσουν το μακρινό ταξίδι τους. Φοράει και κάτι μεγάλα γυαλιά που τον προστατεύουν από το να πέφτει το χιόνι στα μάτια του και χοντρά πέτσινα γάντια για να μην παγώνουν και σχίζονται τα χέρια του.
   Δε θέλει ν’ αφήσει κανένα παιδί λυπημένο τη νέα χρονιά που έρχεται, γι’ αυτό κουβαλάει μαζί του μια τεράστια κόκκινη σακούλα, γεμάτη δώρα που προορίζονται για μας, τα παιδιά. Στη δική μας χώρα όμως, χιονίζει σπάνια και ίσως αναγκαστεί να έρθει με αεροπλάνο ή τρένο από την ψυχρή πατρίδα του. Πως θα φτάσει τελικά εδώ; Είναι μια περίεργη ιστορία.
   Ο μπαμπάς λέει πως θα κατεβεί, τη νύχτα της παραμονής της πρωτοχρονιάς, από την καμινάδα του σπιτιού μας και θα μπει σαν κλέφτης από το άνοιγμα που έχει το τζάκι μας, στο σαλόνι. Θα φτάσει στο δικό μου δωμάτιο, αλλά και στου αδελφού μου πολύ προσεχτικά, αλαφροπατώντας, για να μην τον αντιληφθούμε εμείς και οι γονείς μας. Η μαμά επιμένει πως ο Αι Βασίλης ξέρει να «διαβάζει» πολύ καλά τις ψυχές των μικρών παιδιών και να καταλαβαίνει τις επιθυμίες τους. Έτσι λοιπόν γνωρίζει από πριν τι δώρο θα συγκινήσει κάθε παιδί και θα το κάνει χαρούμενο.
   Εκείνος θ’ αφήσει τα παιχνίδια δίπλα από τα μαξιλάρια μας και εάν είναι πολύ μεγάλα στο μέγεθος και δε χωράνε στα κρεβάτια μας, θα τα ακουμπήσει κάτω στο χαλί, στο πάτωμα των δωματίων. Είναι υπερβολικά παχύς γιατί δεν φρόντισε ποτέ τη δίαιτά του. Αναρωτιέμαι πως θα καταφέρει να περάσει από την καμινάδα του σπιτιού. Θα χρησιμοποιήσει κάποιο σχοινί με γάντζο ή θα πηδήξει με φόρα κάτω στο σαλόνι με κίνδυνο να χτυπήσει σοβαρά και να σπάσει κάποιο πλευρό. Τότε όμως, θα ξυπνήσουμε όλοι από τον γδούπο, ακόμη και οι γείτονες μας. Ο κύριος Περικλής που μένει στο διπλανό σπίτι και είναι κυνηγός, θα βγει τρέχοντας με την καραμπίνα, πιστεύοντας πως μπήκαν κλέφτες στο σπίτι μας.
   Υποπτεύομαι πως ο Άγιος χρησιμοποιεί κάποιο μαγικό κόλπο για να μικραίνει. Ίσως κάποια λόγια άγνωστα σε μας που τον κάνουν μικρό σε μέγεθος κι ευλύγιστο, ώστε να περνάει μέσα από τις χαραμάδες, όπως συμβαίνει με τα ξωτικά! Αν βγει μουντζουρωμένος από τη στάχτη των ξύλων κι εμείς ξυπνήσουμε ξαφνικά βλέποντας το μαυρισμένο του πρόσωπο, δεν θα τρομάξουμε τότε πολύ;
   Τα καημένα τα ζώα, τι κρίμα που υποφέρουν το βάρος του Αι Βασίλη αλλά και το βάρος των εκατομμυρίων παιχνιδιών! Μέσα σ’ εκείνα τα πολύχρωμα πακέτα, θα υπάρχει και το δικό μου δώρο, τυλιγμένο με μια πολύχρωμη κορδέλα και μια καρτούλα που θα γράφει καλλιγραφικά ο Άγιος: «Στον Δημήτρη με αγάπη». Μα ποιος μου λέει τελικά πως εκείνος μπορεί να θυμάται όλα τα ονόματα των παιδιών του κόσμου;
   «Θυμάται, μην ανησυχείς», προσπαθεί να με πείσει η μαμά μου. «Έχει μια περγαμηνή, χιλιόμετρα μακριά, όπου πάνω της σημειώνει τις διευθύνσεις και τα ονόματα των παιδιών».
   Αν ωστόσο κάποιο παιδί αλλάξει διεύθυνση, τι γίνεται; Δεν παίρνει το δώρο του ή ο Αι Βασίλης μαθαίνει με κάποιο ανεξήγητο τρόπο τη καινούργια του διεύθυνση και πηγαίνει κατευθείαν εκεί;
   Καταλαβαίνω απόλυτα ότι έχει αναλάβει μια δύσκολη αποστολή και φαντάζομαι πως πριν ξεκινήσει το μοίρασμα των δώρων, τα έχει ταξινομήσει ανά χώρα προορισμού ή ανά περιοχή, ώστε όλα τα παιδιά του κόσμου να λάβουν τα δώρα στην ώρα τους. Στις χώρες που γίνεται πόλεμος, τι κάνει; Αφήνει τα παιδιά παραπονεμένα ή τολμά να φτάσει μέχρι εκεί; Αν πέσει πάνω του μια βόμβα, τότε θα ψάχνουμε άλλον Αι Βασίλη. Και δεν ξέρουμε αν θα κάνει τη δουλειά του τόσο καλά, όσο ο προηγούμενος!
   Ο αδελφός μου, που είναι ο μικρότερος της οικογένειας, ονειρεύεται ένα μπεζ αλογάκι, που θ’ ανεβαίνει πάνω στη σέλα του και θα κουνιέται πέρα δώθε με καμάρι, ενώ εκείνο θα χλιμιντρίζει πότε-πότε. Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς θα ήθελα, δεν μπορώ να πω σίγουρα πως σ’ όλο τον κόσμο υπάρχει κάτι, που θα μου άρεσε τόσο πολύ ν’ αποχτήσω! Στα εργοστάσια των παιχνιδιών δε θα μπορούσαν να φτιάξουν σίγουρα αυτό το παιχνίδι! Θα ήταν ένα μικρό αντικείμενο που θα χωρούσε και στη μικρότερη τσέπη του παντελονιού, αλλά τα εξαρτήματά του θα κινούνταν με ακρίβεια. Ταυτόχρονα θα είχαν μια ευαισθησία όμοια μ’ αυτή που έχουν οι ψυχές των ανθρώπων. Όχι ρομπότ! Θα το ονόμαζα «μηχανή της ευτυχίας»! Να μπορεί να νιώθει και να σκέφτεται σαν άνθρωπος· να λυπάται, να χαίρεται, να αγαπάει, αλλά και να δίνει την κατάλληλη λύση όποτε χρειαστεί. Όταν πεινάς να γίνεται φαγητό,  όταν διψάς νερό κι αν καμιά φορά νιώσεις δυστυχισμένος, να σου προσφέρει μια μεγάλη χαρά γι’ ανταμοιβή. Όταν σπαράζεις από δάκρυα, να σε παρηγορεί και να σου δίνει κουράγιο. Ακούστε, βρήκα την πιο κατάλληλη ονομασία: «Ανιχνευτής ψυχής»!
   Αυτό ακριβώς το σοφό παιχνίδι, θα ήθελα να βάλει κάτω από το μαξιλάρι μου ο παχύς και καλός παππούλης με τα σγουρά γένια και μαλλιά και τη βαριά φωνή από τα χρόνια. Κι αν τελικά κάποτε μου φέρει το θαυματουργό αυτό δωράκι, θα μπορώ κάθε στιγμή να σώσω ένα μικρό, πληγωμένο σπουργίτι, πριν πεθάνει στα χέρια μου; Εκείνο που έφυγε ματωμένο, ακόμη δεν μπορώ να το ξεχάσω… Το μόνο που κατάφερα ήταν να το θάψω κοντά στις ρίζες του πεύκου απ’ όπου έπεσε ανυπεράσπιστο και χτύπησε στο έδαφος. Έφτιαξα κι ένα μικρό σταυρό από κλαδάκια και σκόρπισα μερικές πευκοβελόνες πάνω στο σημείο του τάφου του. Το χώμα βράχηκε από τα δάκρυά μου, γιατί ήταν πολύ μικρό και δε θα προλάβαινε να μεγαλώσει… Μα θα ήθελα τόσο πολύ να το σώσω, Θεέ μου! Δεν μπορούσα όμως, γιατί ήμουν και είμαι ακόμη ένα παιδί.  
   Μήπως τελικά κάνω λάθος και δε μου αξίζει τέτοιο δώρο ή αυτό που επιθυμώ δεν είναι κατάλληλο για μένα και δε θα με ωφελήσει καθόλου; Η μόνη λύση νομίζω είναι να ρωτήσω τον ίδιο τον Άγιο Βασίλη, τον σοφό παππού που γνωρίζει πολλά πράγματα για τον κόσμο που δεν γνωρίζουν τα μικρά παιδιά.
   Όταν η μαμά και ο μπαμπάς θα με βάλουν στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ και θα σβήσουν όλα τα φώτα του σπιτιού, εγώ θα μείνω ξύπνιος όλη τη νύχτα εκείνη, που πρόκειται να μας επισκεφτεί ο Άγιος Βασίλης. Θα κάνω πως κοιμάμαι, αλλά τα μάτια μου θα είναι ανοιχτά. Τη στιγμή που θα νιώσω μια τεράστια σκιά πάνω από το κεφάλι μου και θ’ ακούσω τη λαχανιασμένη ανάσα του, όταν η τεράστια, βαριά παλάμη του αφήσει το δώρο μου κάτω ή δίπλα από το μαξιλάρι μου, θα του αρπάξω το χέρι με δύναμη και θα του πω χωρίς να φοβηθώ καθόλου, κοιτώντας τον βαθιά μέσα στα μάτια:
   «Αι Βασίλη, εδώ και χρόνια περίμενα να σε δω μπροστά μου και να σε ρωτήσω αν μου ’φερες τον «ανιχνευτή ψυχών;».
   Κι αν δεν υπάρχει αυτό το παιχνίδι και γελάσει με την ανοησία μου, ίσως πληγώσει την ψυχούλα μου. Μα εκείνος δεν πρόκειται να το κάνει, γιατί γνωρίζει πως πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς στα παιδιά. Και θα μου δώσει την ελπίδα πως κάποτε ίσως βρεθεί ο εφευρέτης εκείνου του παιχνιδιού που επιθυμώ τόσο πολύ.
   Θα του πω όμως και το εξής:
   «Σε παρακαλώ, άφησέ με, έστω για λίγο να ταΐσω με τις χούφτες μου τους κουρασμένους ταράνδους σου και να χαϊδέψω την παγωμένη ράχη τους. Τώρα, πάρε τη θέση μου στο κρεβάτι και ρίξε έναν υπνάκο μέχρι να γυρίσω πίσω. Κοίταξε να ξεκουραστείς αρκετά γιατί έχεις μακρύ δρόμο ακόμη…».
  
Λάσκαρης Π. Ζαράρης

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

Περάσαμε μέσα απ’ τη φωτιά
μαζέψαμε τη σποδό των ελπίδων
κι είπαμε, το όνειρο δεν πεθαίνει ποτέ
όσο η ψυχή παραμένει ολόρθη
κι η αγάπη ανθίζει στους ποιητές.
Κι έχει η ποίηση έναν τρόπο
ως λέει κι ο ποιητής « ν’ αντλεί ζωή aπ’ τους άλλους
και να τη διοχετεύει πάλι σ’ αυτούς ».
Κι έχει η ποίηση έναν τρόπο
να αποδιώχνει το σύννεφο
εκεί που κουρνιάζει η μοναξιά
και τα λόγια δε φτάνουν στα χείλη
να ψελλίσουν μια καλημέρα.
Κι αν όπως λέει η κακοήθεια κάποιων
ότι η ποίηση είναι τελειωμένη στις μέρες μας
κι οι ποιητές είναι κάτι ανθρωπάκια του οίκτου
οι ποιητές το αμίλητο νερό δε θα πιουν
θα συνεχίσουν να ονειρεύονται και να γράφουν
να στηλιτεύουν, όσους το λαό μας πληγώνουν
και η αιδώς εξέλειψε πλέον
απ’ τους αχρείους
που μας έχουν καθίσει στο σβέρκο μας
και παρασιτούνε στο αίμα μας!

Θεόδωρος Σαντάς
Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Χρόνια Πολλά - Καλές Γιορτές

Ένα ποίημα για τις γιορτινές ημέρες από την Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Χρόνια πολλά, ευλογημένα και δημιουργικά

Απομυθοποίηση του Αι Βασίλη

Ήρθες και φέτος Αι Βασίλη
Βιάστηκες όπως πάντα πριν την ώρα σου
Μέρες θα τριγυρνάς
Θα επαναλαμβάνεσαι
Και θα ξεφτίζεις
Οι μπότες πεταμένες στα σκουπίδια
Κι ο σκούφος και τα γένια λερωμένα
Θα παραμείνουνε στο μαυσωλείο της ψυχής
Να ανέβουν πάλι στο θεατρικό σανίδι
Ρούχα ραμμένα από εύφλεκτα, ακρυλικά υλικά
Με τσέπες αδειανές από αγάπη
Και βρώμικες απ’ τα Ευρώ.

Ήρθες! Κι εγώ φορώντας τα γυαλιά
Της αχρωματοψίας
Ξεκίνησα και πάλι να σε βρω
Όπως κάθε χρονιά κρατώντας το μπαστούνι
Της αλήθειας.
Έψαξα  να σε βρω στους δρόμους
Που δεν έχουν ανάσα.
Στις ατέλειωτες κόρνες των αυτοκινήτων
Που κόβουν το νήμα της ειρήνης του νου
Στις ρόδες που αφήνουν πίσω τρίζοντας
Καθηλωμένα πόδια και μάτια και ψυχές
Στο κυνήγι του χρόνου που πληγώσαμε
Χωρίζοντάς τον σε άπειρες στιγμές
Ρυπαρής ευχαρίστησης.
Σε ψάχνω στα φανάρια τα χρωματιστά
Που δεν έχουν στοπ και φρένο
Καθώς κόλλησαν στην κραιπάλη της ζωής.

Σε έψαξα σ’ ένα πιάτο άδειο από ευλογία
Στις ψυχές που δε χωρούσαν
Λίγη αμασκάρευτη αγάπη
Στις ταβέρνες και τα κλαμπς που μύριζαν
Ιδρωμένες εισπνοές ελπίδων
Στα ιδρύματα τα αδειανά
Από δεσμούς και κόμπους αισθημάτων
Στις ναυαγισμένες οικογένειες
Απ’ τις βιτρίνες, τις γαλοπούλες και τις πρίζες,
Στα Χριστούγεννα που χάθηκαν στο χρόνο
Που μας παγιδεύει στη γρήγορη ροή του
Και μας συνθλίβει.
Στα ψεύτικα φιλιά και στις ευχές
Χωρίς αντίκρισμα αγάπης.

Πήγα μέσα στα καταγώγια της ντροπής
Για να βρω σημάδι της αγάπης σου.
Μα οι πόρτες ήταν κλειστές στο κάλεσμά σου.
Σ’ έψαξα μέσα στα συντρίμμια  του τσουνάμι
Που άρπαξαν τη γενιά των αγγέλων
Μέσα απ’ τα φιλήδονα μπράτσα του διαβόλου
Που ταξίδεψε αναζητώντας Γη της Αλητείας.
Πενήντα χιλιάδες άγγελοι, άγιε μου,
Γύρισαν πίσω την πορεία τους
Ν’ αναζητήσουν τη μορφή σου την ασκητική
Στον ουρανό
Μέσα στο οργισμένο κύμα
Που τους τίναξε να κουρνιάσουν
Στην αγνότητα της φωλιάς σου.
Σ’ έψαξα μες στις αρρώστιες του χάους
Μες στη βιβλική παλάμη
Που πάταξε τα χέρια που έπνιξαν
Τα όνειρά σου.
Κυνήγησα τα γέρικα ζωντανά
Να βρω τις φωλιές τους
Και τα είδα να χάνονται
Απ’ τη χαρά της καταδίωξης
Που κουβαλάει το ανθρώπινο γένος.
Είδα περιστέρια να ξεψυχούν
Από το λιγοστό αέρα.

Χρειάζομαι, Άγιε, την αλήθεια σου.
Θέλω να ακούσω το χτύπο του ραβδιού σου
Ανάμεσα στην ταχύτητα  και τη νωθρότητα
Τακ - τακ – τακ
Ανάμεσα στα λαμπιόνια και την κενότητα.
Τακ – τακ – τακ
Λαχταρώ να δω το ασκητικό σου αντερί
Να λάμπει γαλήνη
Μέσα στα φώτα που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια
Και τις στολισμένες με  χρωματισμένα μπαλόνια
Λεωφόρους της ψυχής μας.
Νοστάλγησα να σε δω
Με το φτωχό το Γιάννη το βλογημένο
Να μοιράζεσαι τη Βασιλόπιτα
Με τις ψυχές τις άδολες.
Χάθηκαν οι Βλογημένοι απ’ τη ζωή μας
Και χρόνος δεν απόμεινε για ψάξιμο.
Έλα να πάρεις το κομμάτι της ψυχής μας
Ευλόγησε το φτωχικό μας πλούτο της αγάπης
Εσύ ο λιπόσαρκος Αι Βασίλης
Με τα βαθουλωμένα μάτια
Τα καθάρια από τη θεόραση
Και τη βαθουλωμένη ψυχή
Από τη λύπη για όσα βλέπει.
Εσύ ο εκ της Καισαρείας Άγιος Βασίλειος
Όχι ο Σάντα Κλάους και o κάθε μάους
Του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου.
Ούτε ο γέρων Χρόνος κι ο κάθε «κλώνος»
Άγιος Βασίλης της απομυθοποιημένης εποχής
Που ’χει κατακλύσει τα αδηφάγα μυαλά
Παιδιών αγχωμένων και γονιών απελπισμένων
Όπλο του μάρκετινγκ ,
Των αρνητικών καταφάσεων
Και των θετικών αρνήσεων
Περιδιαβαίνει και περιχαράζει τις ψυχές
Σε εκατομμύρια κάλπικα αντίτυπα
-Θύμα κι αυτός της κακοποιημένης εποχής μας-
Προσφέροντας δώρα σ’ όσους ήδη έχουν
Απογοήτευση σ’ όσους δε μπορούν να τα έχουν
Φώτα και λαμπιόνια
Φωνές και χειροκροτήματα
Φαγητά και μεθύσια
Βάζοντας διαχωριστικά στο έχω και στο δίνω
Στο ζω και ελπίζω
Στο αύριο που έτσι κι αλλιώς θα ξημερώσει
Και στο αύριο το παντοτινό
Που αρνούμαστε να δούμε

Προσπάθησα, Άγιε Βασίλειε, να σε βρω
Στη φάτνη από όπου έκλεψαν το Χριστό
Αφήνοντας τις Παναγιές ολομόναχες
Ν’ αναζητούν τα φωτοστέφανα των αστεριών τους
Ανάμεσα στα «χόρτα» που καίνε,
Μέσα στα χνώτα των επώνυμων
Και ανώνυμων θηρίων.

Προτίμησες να μείνεις στις αναμνήσεις μας
Για να μην πεθάνεις
Απ’ τις αναθυμιάσεις του τρελοκομείου
Της ματαιότητας.

Γύριζα όλη την Πρωτοχρονιά να σε βρω
Στους κήνσορες των απλών στιγμών μας
Στις ένστολες εφημερίδες
Στα πλανηφόρα περιοδικά
Στις ψυχοβόρες βιτρίνες
Στις μάγαρες ακτές της Ταυλάνδης
Και της Ινδονησίας
Στα λαμπιόνια που στολίζουν τα μπαλκόνια
Του θλιμμένου κόσμου
Κρύβοντας τις αγωνίες και τα άγχη
Μέσα απ’ τα παραθυρόφυλλα
Δίπλα στα ψεύτικα χριστουγεννιάτικα δέντρα

Δε σε βρήκα
Έψαξα τις Ιερουσαλήμ σ’ όλο τον κόσμο
Τα σαραντάρια όρη χάθηκαν
Απ’ τις ψυχές των ανθρώπων.

Προτιμήσαμε τις βιτρίνες της κενότητας,
Τα κοσμηματοπωλεία του θεαθήναι
Τα ακριβά αμάξια των ταχυτήτων της αλλαγής.
Δε νηστέψαμε
Δε μεταλάβαμε
Των αχράντων Δωρεών
Της Γαλήνης,
Της Ειρήνης,
Της Οικογένειας,
Της Ψυχής.
Δεν ψάξαμε εκκλησιές
Να λειτουργήσουμε
Και να λειτουργηθούμε.

Είδα χιλιάδες Αι Βασίληδες
Να σχίζουν τους θόλους του ουρανού
Έξω από τα σπίτια τα φωτισμένα
Και τα τζάκια που άχνιζαν ζέστη
Και πλούσια φαγητά
Κι έψαχνα Εσένα, Εκείνον
Και τα αληθινά χαρούμενα πρόσωπα
Των ανθρώπων.
Οι φουσκωτές κοιλιές και τα παχουλά μάγουλα
Μου θύμισαν χορό αποκριάτικο.
Είδα να βράζουν τα κύματα τις διαφθορές
Και να καταπίνουν τις μορφές τις εξαϋλωμένες
Τις αξίες τις εξαγνισμένες
Και είδα τους χοντροκόκκινους
Ψευτοαηβασίληδες
Να σελαγίζουν
Καβαλώντας τα αφροκύματα τα ετοιμοθάνατα
Ξεγελώντας τους αστούς
Που παλεύουν ολομόναχοι τη μοναξιά
Στα ατέλειωτα καμένα δάση
Τα γεράκια που πεθαίνουν της πείνας
Και τα ψαροπούλια που κρώζουν
Με φτερά παγιδευμένα
Στην πίσσα της ανθρώπινης αδιαφορίας.

Ήρθες και φέτος Άγιε Βασίλειε
Και πόνεσες
Κύριέ μου ! Μη γυρίσεις την πλάτη και φύγεις.
Μείνε κι ανάστησε την ειρήνη
Στη φάτνη της γης που καταποντίζεται
Στη φάτνη της ψυχής μας
Που γκρεμίζεται.

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Θεσσαλονίκη

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Εορταστικό Πρόγραμμα Παραστάσεων της Πειραματικής Σκηνής

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
     ΣΤΑΔΙΟΥ-ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ Ν. ΙΩΝΙΑ, ΤΗΛ. 6977785852



                                                        

Βόλος  22-12-2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ»

Η Πειραματική Σκηνή συνεχίζει με επιτυχία τις παραστάσεις της σατυρικής κωμωδίας «ΑΜΑΝ! ΜΑΣ ΚΛΕΨΑΝΕ...» στο κινηματοθέατρο «Αχίλλειον» και κατά τη διάρκεια των εορτών, μόνο που τροποποιείται το συνηθισμένο πρόγραμμα των παραστάσεων. Έτσι θα δοθούν παραστάσεις, την Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου, την Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου, Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου και την Δευτέρα 2 Ιανουαρίου στις  9.00 μ. μ.
Η Πειραματική Σκηνή συνεχίζοντας να παρουσιάζει θεατρικά κείμενα που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και κοινωνικό προβληματισμό, έρχεται δημιουργική και αισιόδοξη, παρουσιάζοντας μια σειρά από απολαυστικά στιγμιότυπα και σκηνές, με μαστοριά δεμένα μεταξύ τους, σκορπίζοντας το χαμόγελο που τόσο στερούμαστε από τη στιγμή που σαν λαός βρεθήκαμε καταμεσής στην καταιγίδα . Ακροβατώντας ανάμεσα στο αστείο και στο γελοίο, το καθημερινό και την υπερβολή, μας ταξιδεύει σε μία άγνωστη χώρα, που αντίθετα με όσα συμβαίνουν κομπάζει πως «ευημερεί». Οι πολίτες της, φιγούρες τόσο γνώριμες σε μας, ο διεφθαρμένος πολιτικός παράγοντας, ο έφορος-κλέφτης, ο αστυνόμος-τιμωρός, ο νομοταγής πολίτης, ο μετανάστης, οι υπερήλικές που ονειρεύονται τη σύνταξη, ο εξαθλιωμένος που ψάχνει θησαυρό στα σκουπίδια, η προσωποποιημένη τρέλα. Σ’ αυτή την παράξενη χώρα, σε έναν χρόνο φανταστικό, δεν φοβάται να καταγγείλει και να καταδικάσει τη διαφθορά των ηθών, τα σκάνδαλα και την απληστία, σκύβοντας ταυτόχρονα με συγκατάβαση και κατανόηση στα προβλήματα του απλού, ταλαιπωρημένου φορολογούμενου πολίτη.
Το έργο παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Δημήτρη Πανταζή, επιλογή  κειμένων  Έφη Σταυροθεοδώρου, σκηνικά-κοστούμια Χριστίνας Δημητρίου, μουσική Γρηγόρη Σουλτάνη, φωτισμούς Δημήτρη Δημητριάδη, βοηθός σκηνοθέτη Συνοδή Φουκαλά, φωτογραφίες Χρήστος Κουζιώκας

Τους ρόλους ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης) οι : Σπύρος Χαλκιάς, Αντώνης Μαραγκάκης, Ελένη Μπακίρη,  Θεοδώρα Νονόγλου, Γεωργία Ζορμπά.
Η παράσταση γίνεται με την συνεργασία του Δήμου Βόλου και της Αντιδημαρχίας Πολιτισμού.

Προπώληση εισιτηρίων γίνεται μια  ώρα  πριν  την  παράσταση  στο  ταμείο  του  Θεάτρου. Η παράσταση της Παρασκευής είναι λαϊκή και έχει είσοδο 10 €.
Όλοι οι άνεργοι με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας τους παρακολουθούν    
την παράσταση δωρεάν.  

Της θάλασσας τραγούδι

Στη γλύκα του άπιστου νοτιά, θάλασσα θα αγγίξω
βουβά νησιά που θέλουνε, το κύμα να σου πίνουν.
Στ’ ανθοστόλιστα μαλλιά, με του βυθού στολίδια
ονόματα νοσταλγικά χαρίζουνε, των ταξιδιών τη μοίρα.

Κόρη αυγής παράξενης, δάκρυ πορφυρένιο
στα βράχια ξεθυμαίνεις τον άδικο θυμό σου.
Σώμα που ήλιου χάδι πάντοτε ποθείς
και φοβερά μυστικά αναζητείς,
αφήνεσαι σε χέρια τρεμουλιαστά απ’ τη σοδειά της άνοιξης,
μέσα σε μάτια εκστατικά στ’ Αυγούστου το παιχνίδι!
Ώμοι αγαλματένιοι ξεχωρίζουν στου σκοταδιού το πύκνωμα,
στήθη σε ξέγνοιαστη ζωή πληθωρικά γεμίζουν
στου φεγγαριού το λάγνο ασημόχρωμα,
ερώτων σάλπισμα σ’ απάνεμες ακρογιαλιές να ακουστεί
και να βουλιάξει ο πόνος στο υγρό χαλί μιας ανδροπνίχτρας μοναξιάς.

Απ’ του ουρανού τα βαριεστημένα χρώματα βυζαίνω ευτυχία
κι από το κλάμα του μωρού μιας μέρας απατηλής που με κεντρίζει
νιώθω το πέρασμα μιας καρδιοκλέφτρας Αλισάχνης.
Βαδίζω σ’ άγουρο κορμί που αναστήθηκε μες του πελάγου την ταραχή
ελπίζοντας το θαύμα, τα φιλιά, τ’ απαλοκύματα
στο ρυθμικό γουργουρητό του φλοίσβου που ημερώνει
τις βυθισμένες ψυχές που αρνιούνται τόσο φως!

Με την ανάσα σου εθίστηκα σ’ αγγέλων μονοπάτι,
της απεραντοσύνης ξελόγιασμα στις θολές κορυφογραμμές.
Του ονείρου ύμνος ζωτικός, ελκυστικό τραγούδι
σκαλίζεις σ’ απόμερες σπηλιές, σε όρμους γραφικούς
λόγια αγάπης αξέχαστα, την πίκρα να σου πίνω
στο μεταξένιο δέρμα σου, των ναυαγισμένων καραβιών.

Λάσκαρης  Π. Ζαράρης


***  Β΄ Βραβείο από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό  Περιοδικό «Δευκαλίων ο Θεσσαλός» το έτος 2011

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Μία αναπάντητη ερώτηση

   Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί  είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων.
   Μόλις κατέβηκαν την πλαγιά, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ζωής· κάποια γαιδουράκια φορτωμένα με ξύλα που προορίζονταν για το τζάκι και οι σκληραγωγημένοι χωρικοί που βάδιζαν μπροστά αργά για να μην κουράσουν πολύ τα ζώα. Ο κύριος Υπουργός ανάσανε βαθιά και κοίταξε το ρολόι του ικανοποιημένος. Απ’ τον καθρέφτη της λιμουζίνας διέκρινε τα ξαφνιασμένα πρόσωπα των υλοτόμων, που σίγουρα θα αναρωτιόντουσαν πως βρέθηκε στον τόπο τους αυτό το πολυτελή αυτοκίνητο. Αλλά και ο κύριος Υπουργός παραξενεύτηκε που οι κάτοικοι του χωριού συνέχιζαν τις καθημερινές εργασίες τους, αν και γνώριζαν από καιρό την έλευση του και θα έπρεπε να είναι ήδη όλοι μαζεμένοι στην αίθουσα του Δημαρχείου. Και ο Δήμαρχος τι έπραξε άραγε; Αν δεν μπόρεσε να φέρει προς το μέρος του τον απλό λαό, να τους ανακοινώσει ότι: «ο συμπαθής αγωνιστής, ο άδολος πατριώτης θα υποστηρίξει τα δίκαια σας τώρα από τη θέση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, έναν τομέα που από πάντα ήθελε να υπηρετήσει, μιας και ο προπάππος του ήταν ένας καλοκάγαθος τσοπάνης που δούλεψε με τιμιότητα και έθρεψε πλήθος αιγοπροβάτων στα ιερά χώματά μας».
   Στη μεγάλη αίθουσα του Δημαρχείου είχε προσέλθει ένας πολύχρωμος και ετερόκλητος κόσμος, με ασυνήθιστα ντυσίματα για τους πρωτευουσιάνους· παλιομοδίτικα κουστούμια και γραβάτες με ασουλούπωτους κόμπους. Φάνηκαν και οι άλλοι, οι πιο προσεγμένοι στο ντύσιμό τους, οι φρεσκοξυρισμένοι με τα χτυπητά αρώματα και την καλλιεργημένη συμπεριφορά. Ήταν νομαρχιακοί σύμβουλοι και βουλευτές του νομού και μερικοί απερίγραπτοι κλητήρες. Που να πλησιάσουν εκείνους με τα ριγέ και καρό σακάκια και την ιδιόμορφη προφορά, τους δουλευτές της γης με τα καψαλισμένα δέρματα και τις τραχιές παλάμες! Άσε που δεν ήταν να πλησιάσεις κάποιους κτηνοτρόφους, λόγω της χαρακτηριστικής μυρωδιάς που άφηναν γύρω τους, αυτής του μαντριού!
   Ο κύριος Υπουργός οδηγήθηκε από τον κύριο Δήμαρχο και τους συμβούλους του -μέσω μίας παράπλευρης πόρτας- στην εξέδρα των ομιλητών, αποφεύγοντας να ενοχληθεί από πιθανές ερωτήσεις και πέραν του δέοντος χαιρετισμούς του κόσμου που περίμενε στην κεντρική είσοδο της αίθουσας. Διέκρινε μέσα στο πλήθος όμορφες, ροδομάγουλες χωριατοπούλες, τις οποίες θα ζήλευαν οι πιο καλοντυμένες και ευπαρουσίαστες Αθηναίες. Δεν κρυβόταν εύκολα η λατρεία του στις γυναίκες, γι’ αυτό επέμενε να ξεκινήσει τις ομιλίες μία κατάξανθη κοπέλα, ένα απ’ τα πιο δραστήρια στελέχη της τοπικής κομματικής οργάνωσης.
   Τη στιγμή που το «επίσημο πρόσωπο» έκανε την εμφάνισή του, από τα χείλη των παρευρισκομένων ξέφυγε ένα μακρόσυρτο «ω…». Λες κι έβγαινε στη σκηνή ο ταχυδακτυλουργός μάγος που θα ξεκινούσε τα επιδέξια κόλπα του για να μαγνητίσει το κοινό και τελικά να το υπνωτίσει ξεχνώντας την αθλιότητά του. Κάποιες κυρίες από τον κόσμο της καλής κοινωνίας, στολισμένες με πανάκριβα χρυσαφικά, μορφές ογκώδεις που χωρούσαν με δυσκολία στα κομψά ταγιέρ τους, σχολίασαν την εμφάνιση του περί ου ο λόγος κυρίου:
   «Κούκλος είναι ο καλός μας Υπουργός, του πάει τέλεια αυτό το μπλε κουστούμι!».
   «Αμ, και η κοιλιά του πάει…» απάντησε ένας από τους αγενείς «επαρχιώτες» και συμπλήρωσε απτόητος: «Φαίνεται πως ο άνθρωπος έφαγε πολλά στο πόστο του και τώρα ήρθε να εισπράξει και τα τελευταία απομεινάρια μας, να πάρει τις διαβεβαιώσεις πως θα τον στηρίξουμε στην κατασπάραξη του κρατικού κορβανά!».
   Οι κυρίες μαζεύτηκαν σαν γάτες ενοχλημένες και τα μάτια τους άστραψαν κατά του ανάγωγου «χωριάτη» και του γύρισαν τις πλάτες προς ένδειξη διαμαρτυρίας.
   «Σιωπή!» φώναξαν κάποιοι επιτακτικά, «Έχει ήδη ανέβει στο βήμα ο Υπουργός!».
   Όσοι είχαν παρακολουθήσει πολλές φορές τις ομιλίες του ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλά την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής και αναλόγως των περιστάσεων να υποπτευθούν κάποιες μικρές αλλαγές. Το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών δείχνει πως συμφωνεί μαζί του και δεν διαμαρτύρεται. Κάποια μαθήματα υποκριτικής πρέπει να επέδρασαν θετικά στο γοητευτικό προσωπείο, που φορεί ο κύριος Υπουργός αλλά και στο άλλο, το χαμηλότερο στην πολιτική κλίμακα, του κύριου Δημάρχου, του οποίου το λεξιλόγιο εμπλουτίστηκε με λέξεις σύνθετες και ακαδημαϊκές.
   Έτσι φέρνει «ως παράδειγμα αξιόλογης και καρποφόρας πολιτικής παρουσίας τον κύριο Υπουργό, ο οποίος είναι απ’ τους ελάχιστους «πολιτικούς άνδρες» σήμερα που μπορούν ν’ αρθρώσουν έναν ικανοποιητικό λόγο και να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση των αιτημάτων του δοκιμαζόμενου αγρότη, εξαιτίας των ασύμφορων εισαγωγών των αγροτικών προϊόντων. Τα εμπόδια που στήνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας σ’ αυτόν τον δίκαιο αγώνα του αγρότη, γρήγορα θα παραμεριστούν από την επινοημένη και αποτελεσματική άσκηση της πολιτικής μας, όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων των «αδυνάτων τάξεων», και θα υποχωρήσουν στην καθημερινή πίεσή μας τα ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Ο κόσμος σήκωσε τα βλέφαρα κεραυνοβολημένος απ’ την τελευταία φράση του κύριου Δημάρχου που τώρα ίσιαζε και χάιδευε το μακρύ μουστάκι του, περήφανος για το κατόρθωμά του.
   Ο Υπουργός πήρε με τη σειρά του τη θέση του στο βήμα συνοφρυωμένος για ό,τι ειπώθηκε σχετικά με τα «ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Οι αδαείς ρωτούσανε τους καλλιεργημένους τι ακριβώς σημαίνει ολόκληρη η φράση, μα όλοι σκοντάφτανε στη λέξη «πομφόλυγα», που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Πως διέρρευσε αυτή η δικής του επινόησης φράση που έκανε τον κύριο Δήμαρχο να καμαρώνει; Τώρα έπρεπε να την αντικαταστήσει με λέξεις εφάμιλλου κάλλους ή αν δεν έβρισκε τις κατάλληλες, να τις παραλείψει τονίζοντας άλλα σημεία της ομιλίας. Ο Δήμαρχος του είχε στήσει την πρώτη παγίδα. Παρόλα αυτά ξεκίνησε το λόγο του ως εξής:
   «Αγωνίζομαι με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του συνόλου, με το ανιδιοτελή φιλότιμο του αγνού πολιτευτή. Προσπαθώ να πείσω τα ξεροκέφαλα θεριά που πολλές φορές με περιτριγυρίζουν, να τους δώσω να καταλάβουν πως πρέπει να εφαρμοστεί το αυτονόητο· η πιο σίγουρη πολιτική που έχω στο μυαλό μου και καθυστερεί στην υλοποίηση, λόγω ότι σκοντάφτει στις οπισθοδρομικές ιδέες και στο υπερβολικό οικονομικό χάος που παραλάβαμε από τους προκατόχους μας. Πρέπει να γίνει συνείδηση πια σ’ αυτόν τον ταλαιπωρημένο τόπο μια διαφορετικού είδους πολιτική, η οποία αν έμπαινε σε κίνηση ενωρίτερα, τώρα θα είχαμε αποφύγει να βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού και της χρεοκοπίας».
   Η φωνή του πήρε μια ωραία, ελκυστική χροιά που αφόπλισε με την ειλικρίνειά της και αποδυνάμωσε τις νοητικές διεργασίες και αξιολογήσεις του πιο έξυπνου και μορφωμένου ακροατή. Κανείς δεν σκέφτηκε να ρωτήσει «τι ακριβώς έχει στο μυαλό του ο κύριος Υπουργός;». Όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό, εκτός από δυο-τρεις δημοσιογράφους που γράφανε στα μπλοκάκια τους συνεχώς παρατηρήσεις, μέχρι τη στιγμή που άρχισαν να θέτουν σωρηδόν τις ερωτήσεις τους. Ο ικανότατος πολιτικός νιώθει πως οι αντίθετοι της παράταξής του, οι οποίοι γράφουν σ’ αναξιόπιστες «φυλλάδες» και περιθάλπουν τα μίση και τον φανατισμό, επιθυμούν να τον στριμώξουν σε μια γωνιά ανήμπορο, αλλά δεν ξέρουν καλά με ποιον έχουν να κάνουν! Μπορεί ν’ απαντάει έμμεσα, με τρόπο που αρκεί να δώσει την εντύπωση πως απαντάει απευθείας, δημιουργώντας μια καινούργια παραλλαγή της ερώτησης, πολλές φορές αντεστραμμένη. Ωστόσο, αισθάνεται την ανάγκη να βήξει για να καθαρίσει το λαιμό του από τη βλέννα της υποκρισίας και να πάρει κάποιες γρήγορες ανάσες στις δύσκολες ερωτήσεις, χωρίς ν’ αφήνει την ταραχή ν’ αποκαλύπτεται στο πρόσωπό του. Κρύβει καλά την αβεβαιότητα, τον θυμό του, το άγχος να πείσει και να παραπλανήσει, ώστε να συνεχίσει να γεύεται ανενόχλητος τα προνόμια της εξουσίας επ’ αόριστον. Και κάνει θύματά του τους απλούς πολίτες.
   Ένας απ’ τους πιο αξιόλογους δημοσιογράφους, ο οποίος αρθρογραφεί σε μια πολύ έγκυρη εφημερίδα, υπέβαλλε στον κύριο Υπουργό ένα διαχρονικό αλλά και τόσο επίκαιρο ερώτημα. Οι φάτσες των συμβούλων του κιτρίνισαν από πανικό, συγκλονίστηκαν όταν άκουσαν τα εξής: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος, είχε γράψει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1896: «Τις ημύνθη περί πάτρης; Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας». Σας ερωτώ λοιπόν κύριε Υπουργέ, τι έχετε να παρατηρήσετε και να συμπληρώσετε πάνω σ’ αυτό;».
   Στην τόσο ανέλπιστη ερώτηση του δημοσιογράφου το «σημαντικό κι επιφανή πρόσωπο» δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του και φώναξε ενοχλημένος βγάζοντας το μικρόφωνο από τη βάση του:
   «Τι σκοπό έχει μια ερώτηση που υποβλήθηκε πριν από εκατόν δέκα πέντε χρόνια κι ακόμη δεν έχει απαντηθεί;».
   Έχασε τον αυτοέλεγχο, μάταια οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν με νοήματα. «Και να… αυτά τα συνεχόμενα ταξίδια τον έχουν κουράσει», δικαιολογήθηκαν εκείνοι.
   Δύο μυώδεις άνθρωποι της ασφάλειάς του, έσπρωχναν τις κάμερες που οι χειριστές δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν κάτω απ’ τα αναπάντεχα γρονθοκοπήματα των «μπράβων». Απαιτούσαν να πάρουν στα χέρια τους την κασέτα της ντροπής, την κασέτα της ματαιόδοξης, ανάγωγης και αχαλίνωτης πολιτικής που ασκείται στην Ελλάδα, από  το πιο απόμερο, ορεινό χωριό έως την πολυπληθή πρωτεύουσα. Τα παρακάτω λόγια του έξαλλου Υπουργού πρόλαβαν οι κάμερες να καταγράψουν:
   «Άξεστοι, εχθροί της δημοκρατίας, διευκρινίστε μου τα ασαφή κίνητρά σας! Πείτε μου…ότι σας οδηγούν σε παρακινδυνευμένες ενέργειες και σε ανώφελες ερωτήσεις, τραμπούκοι, αδιόρθωτοι υπονομευτές της πολιτικής ζωής!!! Αν διακρίνετε έστω την ελάχιστη ηθική κατάπτωση στην άσκηση της εξουσίας μας, τότε είσαστε ένας θλιβερός και μεγάλος ψεύτης! Κι αν κανείς άνθρωπος σ’ αυτή τη χώρα δεν φρόντισε ν’ αλλάξει κάτι στη λειτουργία των θεσμών, ήταν γιατί αυτό ακριβώς εξυπηρετούσε τον πιο φτωχό μέχρι τον πιο πλούσιο πολίτη. Υποτίθεται πως βρισκόμαστε σε μια περίοδο κρίσης και όλες οι προσπάθειές μας προσανατολίζονται σε μια έντιμη λύση. Ποια ηθική αντιπροσωπεύετε κύριε; Σας λέω και πάλι πως ο λαός της Ελλάδας είναι ο πιο περιούσιος κι ευνοημένος λαός του κόσμου. Κοιτάξτε γύρω σας και θα καταλάβετε… για ποια κρίση μιλάμε. Δείτε τα ευτυχισμένα πρόσωπα των αγροτών, τα πλατιά χαμόγελα, τις ικανοποιημένες από τη ζωή κυρίες με τ’ ακριβά τους φορέματα, τη ζωντάνια και την ελπίδα στα μάτια των παιδιών. Παρατηρήστε ακόμη τα όμορφα βουνά που σας προσφέρουν όλα τα καλά του Θεού, την πλούσια βλάστηση, τα εύρωστα ζωντανά και τους νόστιμους καρπούς της ευλογημένης γης της Ηπείρου…».
   Ο επί σκηνής «ηθοποιός» είχε αφήσει να αιωρείται στην ατμόσφαιρα ένα μεγάλο ερωτηματικό. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το λόγο του και μερικοί ασυγκράτητοι και θερμόαιμοι που δεν άντεχαν άλλα παραμύθια, έσφιγγαν τις γροθιές τους. Τώρα που έλαμψε ξαφνικά η αλήθεια, ξεσηκώθηκε κατακραυγή. Ακούστηκαν ξεκαρδιστικά γέλια και δυνατά χειροκροτήματα στο τέλος της παράστασης ενός θεατρικού έργου, με τίτλο: «Να, πως μπορεί να βουλιάξει μία χώρα οικονομικά, όταν διαθέτει τέτοιου είδους πολιτικούς!».
   Η αυλαία έπεφτε δραματικά, την ώρα που προϊόντα της ευλογημένης ηπειρώτικης γης έραιναν καταρρακτωδώς τον κύριο Υπουργό και ο κύριος Δήμαρχος τον φυγάδευε από την πίσω πόρτα, τον αδιαμφισβήτητο «Φούσκα» της αγροτικής πολιτικής.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Β΄ Βραβείο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ στη μνήμη ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός» το έτος 2011

Ραψωδία στην Άλμπα

Μια μέρα έταξα στην Άλμπα διαμπερές κι αμόλυντο φως.
Απαύγασμα από άρωμα παρθενικής γαρδένιας.
Για να της μπλέξουν τους λογισμούς,
τα λόγια τα μεγάλα με των θνητών τα όνειρα
πριν  πάρουν τον κατήφορο να ξεπλυθούν, να ξαπλωθούν,
συντάσσοντας στο κύμα.
Η ημέρα στ’ αφροκύματα πετάει το πέπλο της
προτού βγει τον κόσμο χύμα ν’ ατενίσει.
Μια μικρή συννεφούλα απόδιωξα, που έτρεχε περίζηλα,
στήνοντας κάστρο να αποφράξει τον ορίζοντα,
κόβοντας τα περάσματα στου τεθρίππου του Ηλίου
που ανέτειλε περήφανα στα αιθέρια να καλπάσει.
Κόκκινα ροδοπέταλα δροσοσταλάζει η καρδιά
στην έλευση της  Άλμπα, που σαν φανεί στρώνει
ερισμάραγδο χαλί πάνω να ορθώσει
να σταθεί τη γη ν’ αποθεώσει.
Όταν μιλάμε για της Ροδαυγής την έκρηξη στο σμιχτοσύνορο,
όπου της Ναϊάδας το αγουροξύπνημα σμίγει
με της Ήριννας τον πρώτο στίχο,
φιλοτεχνούμε με χάρη τα χρώματα της έλευσης
και διυλίζοντάς τα επιτηδευμένα τ’ απλώνουμε
να σμίξουν με το ξέσπασμα της πρωινής αυγούλας
και να γενούν ονείρων προπομποί, θρύλοι μιας συννεφούλας.
Ώ,  Άλμπα πανωραία!
Ποιος σε προίκισε με θέλγητρα ν’ αποπλανείς ψυχές,
σαλεύοντας τα λογικά, να μας βουλιάζεις στις χαρές;
Ποιος στην πυρά σε βάφτισε, σε κέρασε, σε  μέθυσε
μονάχη να πορεύεσαι στην πασαρέλα του ουρανού;
Ποιος σ’ έμαθε να θέλγεις αυτόν, που σε κοιτά;
Ρίξε ένα βλέμμα εύσπλαχνο σ’ όποιον σε προσδοκά!
Δείξε στοργή και πόνεση  σε όσους  αδύναμους αστόχησαν 
σ’ εσένα να προσβλέπουν σαν εναγωνιούν
για το αύριο, τύχη δεν έχουν.
Και σ’ όσους δεν ξεχώρισαν πως απ’ τη μέση
και κάτω τους κατέχει η γη, ενώ το άλλο μισό
υπάγεται στου ουρανού την κατοχή.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
19. Dezember 2011

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ -ΕΛΗΞΕ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ
(ΒΟΡΕΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ)
ΒΟΛΟΣ

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Στα πλαίσια των πολιτιστικών δραστηριοτήτων του, ο Σύλλογος Διατήρησης και Προβολής της Παράδοσης της Ανατολικής Ρωμυλίας, προκηρύσσει τον
1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης  με  θέμα:   «Η προσφυγιά»

Η επιλογή του θέματος στοχεύει στην ανάδειξη και προβολή ιστορικών γεγονότων των προσφύγων (γενικά)  αλλά και τη γενικότερη διαδρομή ζωής των προσφύγων μέσα από στις απόψεις επί του θέματος των ποιητών που θα συμμετέχουν.

Οι όροι συμμετοχής είναι οι εξής:

1) Στο διαγωνισμό μπορούν να μετέχουν όσοι γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα όπως και τα έργα, να είναι γραμμένα στην ελληνική. Να είναι  πρωτότυπα και αδημοσίευτα. Εξαιρούνται  τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης  του διαγωνισμού καθώς και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου.

2) Κάθε δημιουργός μπορεί να πάρει μέρος με ένα ποίημα.  

3) Το ποίημα θα πρέπει να είναι δακτυλογραφημένο, μέχρι 20 στίχους χωρίς περιορισμό στη μορφή και το είδος του στίχου. Θα υποβληθεί σε 3 αντίγραφα. Το ποίημα να έχει τον τίτλο στη μέση και πάνω δεξιά να αναγράφεται το ψευδώνυμο με το οποίο ο δημιουργός θα μετέχει χωρίς καμία άλλη επί πλέον  ένδειξη.

4) Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να αποστείλουν την συμμετοχή τους μέχρι την 29η Φεβρουαρίου 2012, στην διεύθυνση: Στρατηγού Τσιγάντε 40 Τ.Κ. 38444
Ν. Ιωνία Βόλος  με την ένδειξη: για το Λογοτεχνικό διαγωνισμό.
Το έργο πρέπει να σταλεί ταχυδρομικά, με απλή επιστολή και όχι συστημένη.

Στον εξωτερικό φάκελο θα αναγράφεται μόνο το ψευδώνυμο του κάθε συμμετέχοντος στη θέση του αποστολέα και στο εσωτερικό θα υπάρχει το έργο, (στον απαιτούμενο αριθμό αντιγράφων 3 ) υπογεγραμμένα επίσης μόνο με το ψευδώνυμο. Μέσα θα εσωκλείεται ένας μικρότερος σφραγισμένος φάκελος, όπου εξωτερικά  θα αναγράφεται μόνον το ψευδώνυμο και εσωτερικά, τα παρακάτω στοιχεία:
Ψευδώνυμο, όνομα, επώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, τηλέφωνο, e-mail.
Οι εσωτερικοί φάκελοι θα ανοιχθούν μόνο σε περίπτωση διάκρισης του έργου.

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα του Συλλόγου www.romylia.com  καθώς και στο facebook  (Σύλλογος Αν. Ρωμυλίας Βόλου)

Οι διακρίσεις για τον διαγωνισμό είναι:
βραβείο (1ο,2ο,3ο) και έπαινος (1ος,2ος,3ος )  καθώς και τιμητικές διακρίσεις.

Πρώτο βραβείο: θα λάβουν όσοι συμπληρώσουν βαθμολογία ( μέσον όρο ) 18.
Δεύτερο βραβείο:  άνω του 16
Τρίτο βραβείο:      άνω του 15
Πρώτο έπαινο:      άνω του 14
Δεύτερο έπαινο:   άνω του  13
Τρίτο έπαινο:        άνω του 12

Οι διακριθέντες θα ειδοποιηθούν έγκαιρα για την τελετή βράβευσης Για την παραλαβή της διάκρισης, απαιτείται η φυσική παρουσία του διακριθέντος, ή εκπροσώπου του.
Η βράβευση και απονομή των βραβείων, θα γίνει σε επίσημη εκδήλωση τον Μάϊο. Θα απαγγελθούν τα βραβευμένα ποιήματα και η όλη εκδήλωση θα πλαισιώνεται και με άλλες ακόμη πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Ο Σύλλογος, διατηρεί το δικαίωμα δημοσίευσης σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο καθώς και έκδοσης σε βιβλίο, μέρους ή του συνόλου των έργων που θα υποβληθούν, χωρίς υποχρέωση έναντι των δημιουργών.
Τα απεσταλμένα έργα δεν επιστρέφονται, ενώ τα μη διακριθέντα έργα θα καταστραφούν μαζί με τα προσωπικά στοιχεία των διαγωνισθέντων. Οι συμμετέχοντες συμφωνούν με τους όρους του διαγωνισμού και συμφωνούν ότι δέχονται την απόφαση της κριτικής επιτροπής. Έγκυρες συμμετοχές θεωρούνται όσες πληρούν όλους τους όρους του διαγωνισμού. Πληροφορίες για το διαγωνισμό, στο e-mail του Συλλόγου  romylia.volos@gmail.com
ή στο τηλ. 698 9296904.

Αποτελέσματα 2ου Διαγωνισμού Σατιρικής Ποίησης «Παύλος Πολυχρονάκης»

Η Περιφέρεια Κρήτης - Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, ο Δήμος Χανίων και η Ένωση Πνευματικών Δημιουργών διοργανώνουν τη Γιορτή της Σάτιρας κατά τη διάρκεια της οποίας θα απονεμηθούν τα βραβεία του 2ου Παγκόσμιου Διαγωνισμού Σατιρικής Ποίησης «Παύλος Πολυχρονάκης»
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 19:30, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου.

ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Η Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Χανίων ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του 2ου Παγκόσμιου Διαγωνισμού Σατιρικής Ποίησης «ΠΑΥΛΟΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ». Οι νικητές είναι οι εξής:

1. Ψαρρός Νίκος (Χανιά). Μέσος όρος βαθμολογίας 17,23. Έλαβε το Β΄ χρηματικό βραβείο, ύψους 2.000 €, χορηγία του Δήμου Χανίων.
2. Κατσιφαράκη Ελευθερία (Χανιά). Μέσος όρος βαθμολογίας 17,15. Έλαβε το Γ΄ χρηματικό βραβείο, ύψους 1.000 €, χορηγία του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων.
3. Πεχλιβανίδου Ευαγγελία (Θεσσαλονίκη). Μέσος όρος βαθμολογίας 17,1. Έλαβε χρηματικό βραβείο ύψους 500 €, χορηγία του εμπνευστή του Διαγωνισμού, Παύλου Πολυχρονάκη. (Tο βραβείο αυτό δίδεται επειδή, λόγω της βαθμολογικής ρήτρας του 18,5, δεν υπήρξε πρώτος νικητής).
4. Στρογγυλάκη Νίκη (Χανιά). Μέσος όρος 16,95. Α΄ έπαινος.
5. Παχίτη Μαρία (Κύπρος). Μέσος όρος 16,9. Β΄ έπαινος
6. Φουκάκης Πέτρος (Ηράκλειο). Μέσος όρος 16,83. Γ΄ έπαινος
7. Παναγή Πανίκος (Κύπρος). Μέσος όρος 16,8. Τιμητικό Δίπλωμα
8. Ροζάκης Γιάννης (Χανιά). Μέσος όρος 16,77. Τιμητικό Δίπλωμα
9. Ζούρος Χαράλαμπος (Αθήνα). Μέσος όρος 16,77. Τιμητικό Δίπλωμα
10. Σμυρνάκης Γεώργιος (Αθήνα). Μέσος όρος 16,76. Τιμητικό Δίπλωμα
11.Μουστάκας Κώστας (Αθήνα). Μέσος όρος 16,73. Τιμητικό Δίπλωμα
12. Φλωράτος Βαγγέλης (Κεφαλονιά). Μέσος όρος 16,7. Τιμητικό Δίπλωμα

Αναπληρωματικοί νικητές αναδείχθηκαν οι Χουσνή Έλενα (Σάμος), Μ.Ο. 16,55, Τσέλιος Αθανάσιος (Σπάρτη), Μ.Ο. 16,50, Παπασταθόπουλος Γεώργιος (Αίγιο) Μ.Ο. 16,47, και Κωφίδης Νικόλαος (Θεσσαλονίκη), Μ.Ο. 16,43.

Η αναλυτική κατάσταση της βαθμολογίας όλων όσων η συμμετοχή κρίθηκε έγκυρη, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, είναι ανηρτημένη στο site: www.dipeh.gr