Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Ένα διήγημα από τον Άθω Χατζηματθαίου

H μεγάλη αγάπη

Α΄ Βραβείο  Διηγήματος - 26 Πανελλήνιου Διαγωνισμού λόγου και Τέχνης - «Σικελιανά 2010», « Το καφενείο των ιδεών»

   Θα ήταν γύρω στις τρεις τα ξημερώματα. Μόλις πριν από λίγα  λεπτά είχε  τελειώσει το πάρτι και η παρέα άρχισε  να διαλύεται.
   -Θα τα πούμε αύριο, έτσι, είπε ο Χρίστος στον κολλητό του φίλο τον Κωστή.
   Αυτός είχε κιόλας βάλει μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου και ετοιμαζόταν να πάρει το δρόμο για το σπίτι.
   -Και βέβαια αδελφέ, απάντησε αυτός, να με περιμένεις, θα περάσω απ' το σπίτι  να σε πάρω, και πατώντας γκάζι χάθηκε στη στροφή.
   -Όχι πριν από  τις δυο το απόγευμα του φώναξε ο Χρίστος, να κοιμηθώ και λιγάκι.
   Ήταν σίγουρο όμως ότι ο Κωστής δεν τον άκουσε.
   «Απ’ το χάραμα θα μου βαράει την πόρτα, ψιθύρισε ο Χρίστος, είμαι σίγουρος γι' αυτό». Και με ένα σάλτο ανέβηκε στη μηχανή του. Την αγάπη του, έτσι την αποκαλούσε. Ήταν μια μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα που του στοίχισε η αλήθεια μια ολόκληρη περιουσία. Το καλύτερο αυτοκίνητο αγόραζε με τα λεφτά που έδωσε για να την αποκτήσει. Παρ’ όλες  τις απεγνωσμένες προσπάθειες  των γονιών του  να τον  πείσουν να αλλάξει γνώμη, κάτι που ασφαλώς δεν κατάφεραν γιατί στο τέλος έγινε το δικό του. Και καρδιοχτυπούσε η κυρία Μαρία όταν τον έβλεπε να καβαλικεύει σ' αυτό το θηρίο και να εξαφανίζεται σε χρόνο μηδέν από μπροστά της.
   Δεν της έμενε και τίποτα άλλο να κάνει άλλωστε της κακομοίρας, μόνο οι προσευχές:
   -Πρόσεχε τον Θεέ μου, φύλαγε τον Παναγιά μου.
   Ένα τον είχαν και σ’ αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες .
   -Να φοράς τουλάχιστον το προστατευτικό κράνος, τον συμβούλευε ο πατέρας, μη κακό σου συμβεί κάτι, κούφια η ώρα τουλάχιστον... και να μην τρέχεις, ακούς να μην τρέχεις.
   Ο Χρίστος χαμογελούσε, γνώριζε την αγωνία των γονιών του όπως και την αγάπη που είχαν γι’ αυτόν και αυτός άλλωστε τους αγαπούσε, τους λάτρευε στην κυριολεξία. Πολύ θα το ήθελε να μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τους. Έλα όμως αγαπούσε και τη μηχανή του και δεν μπορούσε  να την αποχωριστεί.
   Η κυρία Ελένη, η μητέρα του Χρίστου, ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ. Μπορεί τα μάτια της να ήταν κλειστά, όμως δεν κοιμόταν, πώς μπορούσε άλλωστε να κάνει κάτι τέτοιο, όταν το παιδί της δεν είχε επιστρέψει ακόμη  στο σπίτι. Εκεί θα την έβγαζε, μέχρι να ακούσει το γνώριμο θόρυβο  μηχανής  να μπαίνει στο σπίτι και λίγο πριν  να σταματήσει  στο γκαράζ, θα σηκωνόταν  και αυτή  και θα πήγαινε στο κρεβάτι της, για να μην τη βρει εκεί ο γιος της και αρχίσει τα μουρμουρητά.
   -Δεν είμαι πια κανένα μωρό, μεγάλωσα πια κυρία Ελένη, ξέρω και προστατεύω τον εαυτό μου, μην ανησυχείς, για τ’ όνομα του Θεού, πια.
   Αυτά και άλλα τέτοια της έλεγε, και δεν είχε και άδικο. Όμως  όσο κι αν προσπαθούσε,  δεν μπορούσε να κόψει αυτή τη συνήθεια με τίποτα.
   Έτσι και εκείνο το βράδυ, παρ’ όλες  τις προτροπές του συζύγου της, για να πάνε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι τους σαν άνθρωποι πια. Αυτή προτίμησε για μια ακόμη φορά τον καναπέ και δεν έδωσε  όπως ούτε κι αυτή τη φορά  σημασία  στα μουρμουρητά του.
   -Με κούρασε πια αυτή η συμπεριφορά σου, της φώναξε καθώς έφευγε  απ’ το σαλόνι φανερά απογοητευμένος που για μια ακόμη φορά θα ξάπλωνε μονάχος χωρίς τη συντροφιά της.
   -Κάπου το παρατράβηξες το πράμα Ελένη, συλλογίστηκε, έχει δίκιο ο άντρας σου να διαμαρτύρεται.
   Η σκέψη όμως για το παιδί δεν την άφηνε σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει διαφορετικά. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από την αγωνία, όταν έβλεπε τις ώρες να κυλούνε και να φεύγουν  και το παιδί της ακόμη  να μην έχει επιστρέψει στο σπίτι.
   Γύρω στις τρεις θα τέλειωνε το πάρτι, έτσι της είχε πει πριν φύγει και δέκα, άντε δεκαπέντε λεπτά μέχρι να φθάσει στο σπίτι, άντε στο χαμό του κόσμου να έκανε μισή ώρα, τρεις και μισή. Η ώρα όμως τώρα ήταν περασμένες τέσσερις. Κρύος ιδρώτας άρχισε να αυλακώνει το πρόσωπό της, η καρδιά της άρχισε να κτυπάει δυνατά μέσα στα στήθια, λίγο ακόμη  να αργούσε και ήταν σίγουρη ότι θα  ξέσκιζε τις σάρκες της και θα πετιόταν έξω.
   -Θα τον πάρω στο κινητό συλλογίστηκε, ναι αυτό θα κάνω, τουλάχιστον ν’ ακούσω τη φωνή του, να ξέρω αν δεν είναι άλλο, ότι είναι καλά.
   Με χέρια που έτρεμαν ελαφρά, σήκωσε το ακουστικό της τηλεφωνικής συσκευής, το έφερε στο αυτί και σχημάτισε  αμέσως τον αριθμό του κινητού του παιδιού της.
   Πριν προλάβει όμως η κλήση να προωθηθεί, άλλαξε ξαφνικά γνώμη και τοποθέτησε το ακουστικό ξανά στη θέση του. Σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να μην τον ενοχλήσει, γνώριζε  πολύ καλά, της το είχε πει  άλλωστε πάμπολλες φορές ο γιος της,  ότι έπρεπε επιτέλους, να κόψει αυτή την κακή κατά τη γνώμη του συνήθεια γιατί ασφαλώς  η ίδια είχε αντίθετη  γνώμη γι’ αυτό, που σχολιαζόταν αρνητικά από τους φίλους του.
   -Με προσβάλεις μαμά  μ’ αυτή τη συμπεριφορά σου, να το ξέρεις αυτό, της είχε πει πριν λίγες μέρες . Ήδη οι φίλοι μου άρχισαν τα μουρμουρητά. Τι ζητάς  δηλαδή να γίνω το κορόιδο στην  παρέα; Αυτό θέλεις; Πάψε επιτέλους να μου   συμπεριφέρεσαι μ’ αυτό τον  τρόπο, σάμπως και είμαι ακόμη  ένα μικρό παιδάκι.
   Και έτσι ήταν τα πράγματα. Παρόλο που είχε πια μεγαλώσει αρκετά, παρόλο που ήταν πια ένας σωστός άντρας, ποτέ δεν  άλλαζε θα γι’ αυτήν, ποτέ δε θα έπαυε να είναι το μωρό της το μικρό  αγαπημένο της μωράκι, όσο κι αν αυτός δεν ήθελε να πιστεύει κάτι τέτοιο.
   Σηκώθηκε απάνω από τον καναπέ και πήγε μέχρι το παράθυρο, τράβηξε πίσω την κουρτίνα και κοίταξε για λίγο έξω στο δρόμο. Απόλυτη ησυχία. Πόσο θα το ήθελε αλήθεια η γαλήνη  εκείνης της  νύκτας, εκείνη η απόλυτη ηρεμία, να μπορούσε να εισέλθει για λίγο μέσα στην ψυχή της, πόσο λαχταρούσε κάτι τέτοιο.
   Άφησε την κουρτίνα να πέσει και πάλι στην αρχική της  θέση  και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Ξαφνικά αισθάνθηκε  μια ακατανίκητη δίψα να της καίει τα σωθικά,  τα χείλη της είχαν  στεγνώσει  στην κυριολεξία. «Άλλο και τούτο πάλι», συλλογίστηκε. Προχώρησε για την κουζίνα, άνοιξε τη βρύση και γέμισε ένα ποτήρι με νερό, το έφερε στο στόμα και ήπιε μερικές γουλιές. Ένας βαρύς αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη της μόλις το νερό κύλησε στον ουρανίσκο της.
   -Άντε βρε Χρίστο μου, γιατί αργείς τόσο παιδί μου; ψιθύρισε. Στη γωνιά του δωματίου ήταν  αναμμένο το καντήλι της Παναγιάς,  έσυρε το βήμα  μέχρι εκεί, γονάτισε για λίγο και προσευχήθηκε στη χάρη της.
   -Βοήθα Παναγιά μου να είναι καλά το παιδί μου, ψιθύρισε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Σήκωσε το χέρι και το έφερε στο πρόσωπό της, με τα δάκτυλα σκούπισε τα δάκρια που είχαν αρχίσει να αυλακώνουν τα μάγουλά της.
   Αλήθεια πόσα τράβηξαν τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της  μέχρι να φέρουν στον κόσμο αυτό το παιδί. Εφτά χρόνια αγωνιζόταν, εφτά χρόνια υπόφεραν, εφτά ολόκληρα ζούσαν με το φόβο ριζωμένο μέσα στην καρδιά τους ότι ίσως δε θα τα κατάφερναν  ποτέ στη ζωή τους ν’ αγγίξουν το όνειρο, που γι’ αυτό η δύναμη του Θεού τους ένωσε με τα δεσμά του γάμου. Να αποκτήσουν ένα παιδί.
   Όμως η δύναμης της πίστης  που φώλιαζε μέσα στην ψυχή τους, τους έδινε κουράγιο δύναμη και προπάντων υπομονή. Και το θαύμα πραγματοποιήθηκε. Ο ερχομός αυτού του παιδιού  έδωσε ένα τέλος  στο αβάσταχτο μαρτύριο τους. Τα μαύρα σύννεφα που έκρυβαν τον ήλιο της ευτυχίας τους σκορπίστηκαν  και το χρυσό του φως  γιόμισε με χαρά τη ζωή τους.
   Το κουδούνι στην εξώπορτα κτύπησε δυο, τρεις φορές. Η κυρία Ελένη έκανε τον Σταυρό της και σηκώθηκε απάνω.
   -Σ’ ευχαριστώ Παναγιά μου, ψιθύρισε. Νόμισε ότι ήταν ο γιος της που της κτυπούσε την πόρτα και κατευθύνθηκε γρήγορα προς τα εκεί. 
   Ήρθες επιτέλους παλικάρι μου, έκανε χαρούμενη.  Το ρολόι στον τοίχο  έδειχνε πέντε και δέκα, πρωινή ώρα. Το φως της μέρας άρχιζε κιόλας να γλυκοχαράζει.
   Μια παράξενη σκέψη, ήρθε και φώλιασε  εκείνη τη στιγμή επικίνδυνα μέσα στο μυαλό της.
   -Αφού το παιδί έχει δικό του κλειδί γιατί δεν ανοίγει, συλλογίστηκε και επιτάχυνε  περισσότερο το βήμα της. Μπορεί να το έχει  ξεχάσει κάπου, συλλογίστηκε. Και τη μοτοσικλέτα, γιατί δεν την άκουσα καθόλου την ώρα που μπήκε στο σπίτι; αναρωτήθηκε.
   Μέχρι να φθάσει στην εξώπορτα, η αγωνία την είχε διαλύσει. Άπλωσε το χέρι και πήρε το πόμολο, το γύρισε στη μια πλευρά και η πόρτα άνοιξε αμέσως.
   -Άντε μωρέ παιδάκι μου.. αυτά τα λόγια πρόλαβαν να βγουν απ' το στόμα της  και η γλώσσα της δέθηκε αμέσως σε κόμπο, όταν στο άνοιγμα της πόρτα αντί του παιδιού της βρισκόταν ένας αστυνομικός.
   Τι ήθελε τέτοια ώρα ένας αστυνομικός στο σπίτι της, αναρωτήθηκε. Μήπως έκανε κάτι ο Χρίστος και τον συνέλαβαν. Αλλά όχι, το παιδί της ήταν ήσυχο, ευγενικό, υπάκουο, ποτέ δεν είχε νταραβέρια με την αστυνομία. Οι κακές παρέες όμως καμιά φορά, αλλάζουν εύκολα τους ανθρώπους. Λες να έμπλεξε το παιδί της με τέτοιας ποιότητας ανθρώπους; αναρωτήθηκε.
   -Τι συμβαίνει, ρώτησε με  αλλοιωμένη από την αγωνία φωνή;
   Αφού ο αστυνομικός την καλημέρισε πρώτα, ζήτησε στη συνέχεια να μιλήσει  με το σύζυγό της.
   -Κοιμάται, τώρα, να πάω όμως να το ξυπνήσω, του είπε.  Περάστε μέσα κύριε, δεν είναι σωστό να στέκετε  στην εξώπορτα.
   Ο αστυνομικός υπάκουσε αμέσως.  
   -Τι συμβαίνει Ελένη, ρώτησε ο σύζυγός της που είχε σηκωθεί εκείνη την ώρα .
   -Σε ζητάνε  Πέτρο, του είπε, από την αστυνομία.
   -Για πιο πράγμα. Έγινε κάτι; ρώτησε και μια γκριμάτσα απορίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
   -Δεν ξέρω;
   Ο πατέρας του Χρίστου  πλησίασε αμέσως  προς το μέρος  που βρισκόταν ο αστυνομικός.  Τι συμβαίνει κύριε; τον  ρώτησε.
   -Ο γιος σας.
   -Ο γιος μας, τι; Συμβαίνει τίποτα με το παιδί; Που είναι ο Χρίστος Ελένη; ρώτησε τη γυναίκα του.
   -Αυτή δεν ήξερε τι να του απαντήσει,  σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε με δυο μάτια πελώρια χωρίς να μπορεί να αρθρώσει μια λέξη.
   -Ο γιος σας  είχε ένα ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του, είπε ο αστυνομικός. Έχει μεταφερθεί τραυματισμένος στο νοσοκομείο.
   Ο Χρίστος είχε  βάλει μπρος τη μηχανή του και κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Ο εντελώς άδειος δρόμος του έδινε το δικαίωμα, έτσι πίστευε, να αναπτύξει ταχύτητα. Το πρώτο φανάρι το πέρασε κόκκινο, το ίδιο έκανε και με το δεύτερο. Πίστευε ότι η νύκτα  του προσφερόταν με  σιγουριά για να παρανομεί χωρίς συνέπειες.  Ακόμη και το προστατευτικό του κράνος που ποτέ δεν έβγαζε από το κεφάλι του, εκείνο το βράδυ το είχε κρεμάσει  στο τιμόνι της μηχανής. Στο τρίτο φανάρι  ανάπτυξε ακόμη περισσότερη ταχύτητα, όμως αυτή τη φορά δεν στάθηκε τυχερός  όπως και τις προηγούμενες. Ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση βρέθηκε στο δρόμο του. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Από τη σύγκρουση που ήταν βίαιη, τίποτα δεν έμεινε όρθιο στη θέση του. Μηχανή και αυτοκίνητο έγιναν μια άμορφη μάζα σιδερικά.   Το άψυχο σώμα του Χρίστου  που εκτινάχθηκε  από τη θέση  του βρέθηκε είκοσι μέτρα μακριά από την αστυνομία που έφθασε ύστερα από λίγα λεπτά στον τόπο του δυστυχήματος.

Άθως Χατζηματθαίου
Λεμεσός - Κύπρος

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ



Άκου, οι άγκυρες τρίζουν
οξειδώνεται ο καημός
κι ένα βότσαλο ορφανό
... σ’ εκλιπαρεί για λίγο άρωμα της ψυχής !
Για δες, οι ήχοι γλιστράνε
σαν πριονισμένες σκιές
και κρύβονται αποκαμωμένοι πίσω
απ’ τις συστοιχίες των δέντρων.
Νηρηίδα της θάλασσας
το καράβι θα σφυρίξει
για τελευταία φορά
και το ταξίδι στα Κύθηρα
είναι ένα στοίχημα ζωής
να ζήσω ένα Καλοκαίρι μαζί σου
στον «Καταρράχτη της Φόνισσας».
Κι αν όπως λεν στην Κυθέρεια γη
γεννήθηκε η Αφροδίτη κι ο Έρωτας
εμείς είμαστε το τάμα του έρωτα
στην Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα.
Το γνωρίζουμε, η ποίηση επιβάλλει σιωπή
όμως καταργώντας τους κλειδάριθμους όλους
θα αναζητήσουμε «το αΐδιον φως»
πριν ηχήσουν οι σάλπιγγες της Ιεριχώς!
Κι είναι μια γεύση, ιδιαζόντως πικρή
να σε προδίνει η ανάσα σου
και να αδυνατείς να τρέξεις πίσω
στο πληγωμένο κοχύλι που άφησες
να σε κοιτάζει αμήχανα
καθώς βιάστηκες να χαθείς στη σκιά
μην τ’ αγαπήσεις περισσότερο απ’ τη ζωή σου.
Όμως η κοινή μας Μοίρα
καταργώντας τα πρώτα μας λάθη
μπορεί ν’ ανθίσει ένα νούφαρο ακόμη
στη λίμνη των στεναγμών,
να οδηγηθούμε μ’ ένα εωθινό της αυγής
στην αυλή του Παράδεισου!
 
Θεσσαλονίκη, 22-2-2012
Θεόδωρος Σαντάς

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

AURORA BOREALIS (συνέχεια) ΤΗΝ ΑLΒΑ ΠΟΥ Ν’ ΑΦΗΣΩ;

Ληστεύουν οι Ώρες τον πόθο,
που γέννησε τη λευτεριά του Ήλιου.
Όσφρηση και ενόραση συσταλάζουν
φωτιά στο γυάλινο ημίφως
σαν η Λητώ απροστάτευτη στο λόφο
Κύνθιο απάνω πέφτοντας,
έκλαψε στης Ορτυγίας την κορφή
με δίβουλης ιτιάς το κλάμα.
Μεθούν απ’ το πέταγμα οι γλάροι
πάνω απ’ τα στεφανωμένα κι αχαλίνωτα νησιά
ριγμένα ατσαλάκωτα στα αχνιστά πελάγη.
Χρυσάχτιδες ανταύγειες
απ’ τα τραγούδια του Ήλιου
και της Αυγής τη ροδόξανθη
ενόραση μπερδεύονται με λέξεις.
Μ’ αλμυρό νερό ξεπλένει  της θλίψης
το πρόσωπο η μέρα.
Κλέβει ο άνεμος τον ενθουσιασμό απ’ τα κύματα
και τον πετά σαν φευγαλέο όνειρο
στην ιδρωμένη αμμούδα.
Κάθισαν στο ταπεινό ανάχωμα οι Ναϊάδες
όσες φορούσαν λοφία τις αλυγαριές.
Ζωή εκρηκτικά στοχαστική στο μονοπάτι,
που περπάτησε το φως.
Να διψάς για ένα λαγήνι άκρατο κρασί.
Να ξεδιψάς μ’ ανάμνηση γλυφής αλμύρας το φιλί.
Ως κι ο αγέρας φόρεσε τη φορεσιά φυγής.
Τρέχει πάνω στα κύματα τ’ αλόγιστα
τον πόνο να δαμάσει.
Μ’ έπαρση από σκέψεις συμμαζεύει
η ναρκωμένη άμπωτη
τα λογικά της, περνώντας τα από μυστικά
της θάλασσας περάσματα.
Στην περίμετρο της Κυρά Παναγιάς
κλειδώνει η Ροδόξανθη
εκρήξεις υποσχέσεων σκάζοντας
μες στ’ αμπάρια της έρμης βραχουριάς.
Με το ένα του μάγουλο ο Ήλιος
το πρωί ακουμπά στο κύμα.
Το ημερεύει ακάθεκτα, του ψέγει τις ντροπές,
ενώ με τ’ άλλο το στιλπνό
κλείνει αγιάτρευτες πληγές
σε όσους δεν κατάφεραν
τ’ απόκαρδα της θάλασσας να νοιώσουν.
Τώρα μονάχα η μέρα απόμεινε ν’ αποτοξινώνεται
από λαθραίες περιπέτειες.
Από εμμονή του άσπρου στο ανεξίτηλο γαλάζιο
βάφτηκε μπλε η θάλασσα και κυματίζει αβέρτα.
Βαρέθηκαν κι οι μέρες μόχθους ν’ αποστηθίζουν
σαν οι αλήθειες ντροπαλές κοιτούν πως ν’ αλητέψουν.
Δεν βουλιάζουν οι αλήθειες όσες έμαθαν νεράκι
το κολύμπι να το παίζουν σαν τραγούδι.
Μόνο στην προσφυγιά η ελπίδα ταξιδεύει δίχως κουπί
Ξάρτι, πανί σ’ απάνεμα λιμάνια γυρεύει φως ν’ αναστηθεί.
Στον απόηχο μιας υγρής θαλασσοταραχής
σκαρφίζονται τα κύματα πώς να ξαναχτυπήσουν.
Στο κορφολίθι η σιωπή της απουσίας σου
διεκδικεί βαθύκολπους
θαλασσινούς μυχούς για να μισέψει.
Στην ανέμη του μυαλού παίρνουνε φόρα οι λέξεις
κι αποκοιμισμένα κρυφά βράδια ξελογιάζουν.

Ώ, Άλμπα της πρωινής μου θύμησης!

Όλα τα σύννεφα της γης
συνωμοτούν σαν δεν μπορούν
στο ύψος να σταθούν οι άνθρωποι.
Κι όταν η γη μέσα στ’ απόκαρδα μελαγχολεί
κεντρί το φίλημα της παπαρούνας το καυτό,
απ’ το χορό του Απρίλη στο γελαστό τριφύλλι.

Πώς άδειασαν έτσι οι μέρες
κι ούτε χαρτί δεν έμεινε!
Να χαραχτούν τα όνειρα
στα έωλα των Κυθήρων τ’ αγνάντια.
Μέσα απ’ της ιστορίας τ’ αναφιλητά
τρέχει του κόσμου ο λογισμός.
Ημέρα απαράλλαχτη λεβεντογέννα μάνα.
Κοιτάει ολούθε κι ακουμπά την έγνοια της
να σπείρει στα χωράφια.
Η απουσία σου κλείνει τη γρίλια
στο σφαλιστό παράθυρο,
που αναθαρρεί ζυγιάζοντας
στο πέλαγος το πόνημα της στέρησης.

Βότσαλα ξέμπαρκα!
Βουνά τα φύκια αξημέρωτα
απ’ το δαιμονισμένο σφύριγμα τ’ ανέμου.
Φλοίσβος του αγέρα η σιωπή,
που ξενυχτά στ’ ακρόγυαλο
με μια μπουκιά αλμύρα κι ένα ξερό ψωμί.
Ποιος άρπαξε τη νιόβγαλτη
κι ηλιοβγαλμένη κόρη;
Ποιος μάντης της θώπευσε το πέπλο της,
τη φίλησε στο μέτωπο
κι βράδιασε μαζί της με χρησμούς;
Φεύγουν τρεχάτα κύματα
για να ’ρθουν πίσω χρόνια
ντυμένα με το πανωφόρι της ηλικίας μας.
Οργιές οι ευχές συνέρχονται
ν’ ανακαλέσουν κύματα
από παραστρατημένα ναυάγια  πάνω στη θάλασσα,
που απόκρυψε αδίσταχτα πομπές όσο ποτέ.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 24. Februar 2012



Εκδήλωση από την Ε. Τ. Ε. Π. Κερατσινίου για τον ποιητή Παναγιώτη Τσουτάκο

Diasporic Literature, Issue 3


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

ALBA BOREALIS (συνέχεια)

Ξέρεις την κόρη, που πρώτη πυρπόλησε
της  Άλμπα το πρώτο της χαρτί;
Τους ανεμοδείχτες του ρολογιού,
που εκμυστηρεύτηκαν στο πορφυρό κροκάδι
μια τρισδιάσταση συλλογισμών;
Ή μήπως άκουσες για στιγμές επινόησης
μιας ανεπανόρθωτης καταστροφής;
Μονάχα η θάλασσα ορίζει και βαφτίζει τα ναυάγια,
αφού αυτή  συνετή και σύννομη ριγεί,
όταν θα ’χει ραγίσει το γυαλί.
Σιωπούν, βουβαίνουν απ’ απόγνωση
τα κύματα σαν με μπελάδες φορτωμένα
δεν μπορούν ούτε μιλιά να ορθώσουν, λέξη να πουν.
Μες της σιωπής  την απόλυτη γαλήνη
βράζει του πόντου η οργή.
Μάταια με λόγια γοητευτικά και μελιστάλαχτα
επιχειρεί κυρώσεις να επιβάλει.
Στους έρωτες, που ξύπνησαν νωρίς δεν εμπιστεύεται,
περνώντας τους επιπόλαια το δάφνινο στεφάνι.
Καιροί χάθηκαν άσκοπα σαν βιαστικά φευγάτα χελιδόνια.
Κι ούτε η τράτα δε φάνηκε να ξανοιχτεί στα πέλαγα
τα μεστωμένα δίχτυα του ψαρά  μ’ αφρόψαρα να βγάλει.
Στους μοναχούς ορίζοντες,
όπου τις νύχτες ξαγρυπνούν οι φρυκτωρίες
χύνονται δάκρυα συνείδησης πικρά.
Να ξεπλυθούν, να σκορπιστούν
όλα του βουνού τα συναισθήματα.
Τρέμει η ψυχή μέσα απ’ τις άθικτες κι ακέραιες νυχτιές
μήπως της άλμπα η πυρά δεν στέρξει να φλογίσει.
Βάρος το φέρει το γιατί δεν τόλμησε ποτέ
την πόρτα να χτυπήσει.
Κι όμως πίσω απ’ τους ορίζοντες κρύβονται
κούφια κι ατόφια μυστικά,
που η μάνα γη σπατάλησε στέρφο κορμί,
αφήνοντας πεντάρφανο από άνθη.
Τι όμορφη η σκέψη σαν παίρνει την παράσταση μορφής
ξανοίγεται κι απλώνεται στη βαλτωμένη ανοιχτωσιά;
Κι εμάς  αμανάτι στ' αλώνια αφήνει
ανήμερα Πεντηκοστής στην Τζιά.
Μα γιατί οργίζεται, όταν του λόγγου
ο αντίλαλος βρυχάται, δε χαρίζεται;

Τι είναι για μάς η μοναξιά;

Του ήλιου το πρωτοφίλημα στην κόγχη
μιας διάφανης σκέψης μοιραίας.
Λαός που  δεν τολμά απ’ το πυρακτωμένο του κορμί
ν’ ανάψει το αμόνι,
όταν ξέρει καλά πως τις ράγιες του
το τρένο της ζωής μεσάνυχτα ξηλώνει.
Σιωπά η Άλμπα κι ολούθε πουθενά
δε βγάζει τσιμουδιά.
Θρηνεί με χρώματα εγκατάλειψης και πολεμά,
κραδαίνοντας μ’ ένα της κρότο
τρανταχτά φωνήεντα να πει,
λαλιά να απιθώσει.
Γιατί της Ροδοπέταλης η μοναξιά
είναι του νου μια φωτεινή περπατησιά,
που ξέρει να στοχάζεται,
περνώντας τους αγκώνες της σε τοξωτό αγκωνάρι
για να χτιστεί η Ποίηση ζωσμένη δάφνες
των Μουσών στη μέση τ’ αλωνάρη.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin aus Zürich
22. Februar 2012