Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Τρία ποιήματα της Κατερίνας Γιαννακοπούλου


ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ανάμεσα στους δυο μας
μια αλυσίδα σπάει στον άνεμο,
στέκει στα σύννεφα.
Ανάμεσα στους δυο μας,
δυο δάκρυα, ένα ποτάμι,
βήματα απόμερα,
και μια ελπίδα κλαίει.



ΝΙΚΗ

Σήμερα,
σκότωσα την ευαισθησία μου,
τη χτύπησα κατά πρόσωπο,
με δυο πελώρια αδάκρυτα μάτια,
τη λάβωσα θανάσιμα,
μ’ ένα σκληρό
νυστέρι κυνικότητας.



ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Ήρθανε κατά κύματα
καλπάζοντας βοερά.
Περάσανε θριαμβευτικά
πάνω απ’ τις στέγες.
Τα σύννεφα έγιναν βροχή.
Απ’ τη βροχή
γεννιούνται ποτάμια.
Τα ποτάμια
παρασέρνουνε
το μακιγιάζ του προσώπου μας.

Από την ποιητική συλλογή της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ  «Με λογισμό και μ’ όνειρο»

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Προσκυνητής αγάπης




Εναποθέτω τα φιλιά, προσκυνητής αγάπης.
Σαν χείμαρρος στη βουνοπλαγιά του στήθους σου υπάρχω
για να γευτώ νερό απ’ το αυλάκι σου,
της ηδονής το θαύμα.

Τα χείλη σου που στέγνωσαν στου έρωτα το δρόμο,
απόψε μου προσφέρθηκαν
σαν δώρα της καρδιάς σου,
απόψε με τυφλώσανε στη σιγαλιά των πόθων.
Βλέπω το μόνο όνειρο· την κοιλάδα του κορμιού σου,
βλέπω πόνους ν’ αφαιρώ απ’ το τρυφερό κορμί σου
κι ελπίδες αντικρίζω να ξυπνούν μέσα απ’ το πουκάμισό μου.
Λόγια ακούω να γεννούν αγκαλιές μυρωδικές
κι ανάσες που με προσπερνούν στης νύχτας το φιλί έχω δώσει.
Άσπρα περιστέρια έχουν σταθεί στα πόδια σου απαλά
και γύρα κάνουν στων χεριών σου την αυλή
ν’ ακούσει πάλι η ψυχή το κλάμα των ονείρων.

Ν’ ακούσει ο κόσμος την ψυχή που έκοψε το δάκρυ
με των χεριών μου την ορμή
και της τελείωσης το στίγμα,
εκείνο που αφήνει στο κορμί
τη λύτρωση απ’ το χάδι,
εκείνο που ανοίγει μια καρδιά
που είχε κλειστεί στη μέρα
κι απ’ του φεγγαριού τα βήματα
δεν γνώρισε κανένα άστρο,
μόνο εκείνο που άστραφτε τη λύπη στη ματιά σου.
Οι ουρανοί αφήσανε αλήθειες να γλιστρήσουν
σαν ένα στηθόδεσμο ανοιχτό που σπαρταράν οι καρποί του,
για να έρχεται ο τρυγητής με το δρεπάνι χάδι
και να σου βάζει μες το νου τους αρνητές της θλίψης·
το βλέμμα, τους αναστεναγμούς και το περήφανο βήμα.

Στις πύλες των ελπίδων σου στέκομαι και φωτίζω.
Όλα τ’ άστρα έκλεισα μέσα σε μια παλάμη
κι απάνω σου ακούμπησα τις λέξεις που σε κάνουν
μούσα, νεράιδα ακοίμητη στων πόθων τα ξενύχτια!

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Ο αποξενωμένος





Κοιτά με μάτια παραπονεμένα, φωλιές περιστεριών.
Των ονείρων ο περαστικός βουλιάζει στη σιωπή
κι ας πλούτισε με του ήλιου τις αχτίνες.
Δίνει τα χέρια του τα πληγωμένα,
κανείς δεν πρόσεξε το αίμα
που κυλούσε απ’ την καρδιά.
Ήρθε ο έρωτας να χτυπήσει, την πόρτα τη κλειστή
κι ένιωσε την ανάσα του να σβήνει μες στη μοναξιά.
Η μοναξιά, αυτή η μαύρη θάλασσα
και της ψυχής το θεόρατο κύμα
έγινε τόπος θεϊκός με μοσχοβολιστά λουλούδια.
Έγινε το σπίτι της υπομονής που κατοικούν οι μνήμες,
έγινε η αυλή που σε ξυπνά με τόσα παραμύθια.
Φτερά περιστεριών οι λέξεις του ψηλά,
χαμένα αποσιωπητικά οι ανεπανάληπτες στιγμές τους.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ένα ποίημα από τον Δημήτρη Π. Κρανιώτη


ΑΝΤΟΧΕΣ


Γλυκιά νιότη
του αποψινού τραπεζιού,
που έστρωσες
γιορτινά
για χάρη μου,
πάψε να ρωτάς
τι θέλω απ’ τη ζωή.
Την άκρη ψάχνω
του νήματος,
που κουβάρι έκανε
τις αντοχές μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ
(από την ποιητική συλλογή "Ενδόγραμμα", εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Σ’ ένα χαρτί τα όνειρα ανθίζουν




Οι πρώτες λέξεις, μου καρφώνουν μαχαιριές·
βγαλμένες απ’ του πόνου το σοφό κουτί.
Γιατί να μην αντέχουν τη σιωπή και πρέπει να φωνάζουν
ή να μιλάνε συλλαβιστά στις ρίζες της ψυχής μου;

Η θάλασσα που νότισε το χρώμα των μαλλιών της
και κοίμισε τα όνειρα στη χώρα των ματιών της,
αυτή η μεθυσμένη άνοιξη που άγγιξε τα πάθη
τις αντιστάσεις άλωσε της πολυπόθητης αγάπης.

Κι ύστερα πριν η λέξη αφεθεί στα απαλά της χείλια
σαν άγγελος που αρνήθηκε την επουράνια ευτυχία,
πέταξε μέχρι τη γη να πάρει την οδύνη.

Απ’ τα τοπία των νησιών που μοιάζουν βυθισμένα,
βγαίνει ο πόθος των Θεών:
«Θνητέ που αρέσκεσαι να παίζεις με το χρόνο,
τον ήλιο ζύγωσε και υψώσου,
ηφαίστειο που ρίχνεσαι με τη λάβα της γραφής σου,
πλάσε τον πρώτο στίχο να κρυφτεί η μοναξιά
και τη φωτιά που άπλωσε το κύμα στα ρηχά νερά
ρίξ’ την επάνω στο χαρτί ν’ ανθίσουν όνειρα μεγάλα».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

«ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ» από τον Τίτο Ζώη.


Να ’ταν λέει ένα καράβι, να ’ρθει τώρα να με πάρει.
Ναύτης μέσα, να μπαρκάρω, σ’ άλλους τόπους να με πάει.
Σαν στης νιότης μου τα χρόνια, το τιμόνι του να πιάσω,
κι απ’ τις συμπληγάδες πέτρες, ίσα-ίσα να περάσω.

Και στη γέφυρα επάνω, σαν τη βάρδια μου θα κάνω,
τ’ άστρο του βορρά να φέγγει, οδηγό μου να το βάνω,
σ’ άλλες θάλασσες να πάω, τα πελάγη να γυρίσω,
ν’ ακούσω τις σειρήνες, με γοργόνες να μιλήσω.     

Στ’ άλμπουρο το μεσιανό του, πάνω να βρεθώ και πάλι,
ν’ αγναντέψω πέρα ως πέρα να γεμίσει το κεφάλι,
Απ’ την ομορφιά εκείνη των χυμένων των χρωμάτων,
απ’ τ’ αρώματα της φύσης, τούτων όλων των θαυμάτων.

Σαν ο ήλιος πίσω γέρνει, προς τη δύση περπατάει,
τον ορίζοντα αγγίζει μέσα στο νερό βουτάει.
Να σταθώ εκεί στην πλώρη, που το κύμα την παιδεύει,
και να νιώσω το μαΐστρο, το κορμί μου να χαϊδεύει.

Σ’ άλλες χώρες ξωτικές,  πέρα  να ταξιδέψω,
απ’ ακρογιάλια τροπικά, βότσαλα να μαζέψω,
Ωκεανούς γυρίζοντας, Ιθάκη να σε ψάξω,
κι αν βρω λιμάνι απάνεμο, το είναι μου ν’ αράξω.    

Ένα ποίημα από τη Vicky Kostenas Lagdos


POESIA NOTTURNA (συνέχεια)  
Nelle Mani del Vento


Ανέκφραστη νύχτα με το βλέμμα
να σταλάζει φαρμάκι.
Ξάγρυπνη πάνω
απ’ τα κοιμισμένα κορμιά
μιας απολιθωμένης πολιτείας.
Κι ο αγέρας να μαίνεται, γρυλίζοντας
την ερημιά της μοναξιάς του.
Με τις έγνοιες του κόσμου
ν’ απλώνονται πάνω στα χέρια του
και να διασκορπίζουν
ολούθε τον πανικό.
Για να ριψοκινδυνεύσει
η αυγή την αποθέωση
στων ηλιόβλητων ηλιοτροπίων
το λιοστάσι.

Για ν’ αναπηδήσει από μέσα
το βάρος της σιωπής.
Να γίνει οιμωγή, να βαφτιστεί
στο όνομα τ’ αγέρα.
Να φοβηθεί και  να εκραγεί,
σκιάζοντας φοβέρα.
Ξεφύλλισε η νύχτα τα χαρτιά
και βρήκε πως της λείπει ένα.
Λες και δεν έχει έγνοια ο ουρανός
παρά λογίζεται
πως να της κάνει πέρα.
Η  σιρμαγιά από τέφρα παλιακών
ονείρων θα αναδώσει
σπίθες να φουντώσει η φωτιά.
Περήφανη σιγή με τ’ αστέρια
βαθυστόχαστα
να συλλογίζονται από πού
θ’ ανοίξει η αγκαλιά.
Το ένα αδέλφι τ’ αλλουνού.
Κι όλα μαζί παιδιά μάνας
στων Πλειάδων την κορφή.
Τα προσκαλεί  στα φωναχτά
με τ’ όνομά τους
στη διαστημική παράσταση
της Ανδρομέδας
να τα βάλει φυλακή.
Προσόδια κρέμονται από το
αστρικό ουραίο πτερύγιο
και επικλήσεις για τη Θεά,
που ντύνεται τον πορφυρό χιτώνα
να μπει εσπευσμένα στο σηκό.
Όσο πιο νιος τόσο και πιότερο
καθείς σπέρνει
στ’ αστέρια μιαν ευχή.
Πριν την αλήθεια εμπεδώσει
πώς ντύνεται η ζωή.
Μα σαν την περπατήσει
σε πετρόσπαρτο santieri 
με μείλιχες παρόλες
ξεσπάσει σε λυγμούς.
Του έρωτα τα λόγια
παλιό γλυκό κρασί
σε χίλιους πειρασμούς.
Άκρατο κι επινέφελο μιας μουσικής
αρήιας μολπή.
Ω, αστέρες νυχτοδιάβατοι !
Της απόλυτης σιωπής τα νυχτοπούλια.
Τροφή της ιστορίας ο χρόνος,
που  αναμασά
όπως βολεύεται κι αρέσκεται ο καθείς.
Αφύλαχτη νύχτα, αφού δε θωρεί
πως να την περιφρουρήσει.
Τις θύμησες βάζει για φρουρό
να της φυλάν τη μέρα.
Καταβεβλημένα γέρνουν τα βλέφαρα
σαν πέφτει η νυχτιά
από την αδιάκριτη και αδιαχώριστη
επιφάνεια της θάλασσας.
Στο μεσονύχτι ζυγιάζει
ο άνεμος δυνάμεις
ν’ αντισταθεί στης μέρας τα θεριά.
Εκρήγνυται ο πόνος
σα δεν ελπίζει να ριζώσει,
όταν οι ρίζες του είναι άνυδρες, ρηχές.
Πώς να μεστώσει;
Ένα εξειδικευμένο σιωπητήριο
συνθλίβει τις σιωπές
που από μοναξιά ευθύνεται
πως γέρασε  το χρόνο.

Vicky Kostenas Lagdos,
Poetessa
Zürich 21. Mαi 2012

Ένα ποίημα από τη Νεφέλη Ανδριανού


ΣΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΑΓΑΠΗ


Η μέρα εκείνη θα ’ναι όμορφη
σαν έρθει η αγάπη,
θ’ ακουμπήσει τη πλάση γύρω
με χρώματα κι άνθη.
Τα λεπτά δεν θα περνούν,
ο χρόνος θα σταματήσει,
θα μοιάζει τόσο ωραία η γκριζούπολη
αν η αγάπη δίπλα μας καθίσει.
Στα μάτια μας μια λάμψη αλλιώτικη
ο έρωτας απλόχερα χαρίζει
και ο πόνος πάει πια
τη σκέψη ανώφελα
να στροβιλίζει.
Λάθη και φόβοι
θα χαθούν στην πρώτη αγκαλιά
στο πρώτο φιλί θα μείνει
μια ανάμνηση γλυκιά.
Ο χειμώνας θα γίνει άνοιξη
απ’ τη δική σου ζεστασιά,
χαμόγελα θα ζωγραφίζονται
λόγια απ’ τα χείλη θα βγαίνουν
καθαρά, απλοϊκά.
Σαν έρθει η αγάπη,
ένα ρίγος θα με ακουμπήσει,
μια ματιά σου μέσα μου
δυνατά θα σιγοτραγουδήσει.
Η καρδιά χτυπά δυνατά
σαν έρχεται η αγάπη,
τρέμει το σώμα όταν φωτίζεται
απ’ της ψυχής τα βάθη.
Και κάθε φορά που θα σε βλέπω
θα ’ναι σαν τη πρώτη,
όσος καιρός κι αν περάσει,
ακόμη κι όταν θα σμιλέψει η νιότη.
Θα σου κεντήσω στιχάκια
καθώς θα περπατώ στο δείλι,
θα σε πάω μια βόλτα στων ονείρων μου την πύλη.
Εκεί κανείς δεν θα υπάρχει,
σαν έρθει η αγάπη,
μόνο εσύ κι εγώ,
σ’ ένα αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Ο έρωτας, η χαρά,
δεν θα ’ναι πια για μένα πλάνη,
αν τα λόγια σου είν’ αληθινά,
σαν έρθει η αγάπη.
Αισιοδοξία, πάθος, μαγεία,
γύρω μου θα υπάρχει,
σαν άγγελέ μου με συναντήσεις
και φέρεις την αγάπη.
Ένας λόγος για να ζω θα βρεθεί,
για έμπνευση μια ανάγκη,
πάλι θ’ αναγεννηθώ,
σαν έρθει η αγάπη.

Από την ποιητική συλλογή
ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Νεφέλη Ανδριανού

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά


Αμίλητη στα ακρογιάλια του ονείρου,
ψηλά στον ήλιο που δόξαζε τον ουρανό
τις σαϊτιές του έρωτα δοκίμαζες καρδιά μου,
ήσουν η άνοιξη που λάμπρυνε το φως.

Πάνω στα υγρά, θολά σου μάτια
άρχισε ο μπάτης να φυσά
και η ανάμνηση σαν θεριεμένο κύμα
ερχόταν να σε πάρει μακριά.

Πήγε να πέσει η βροχή
που θα ’σβηνε όσα ζήσαμε μαζί.
Πλεούμενα καράβια οι ελπίδες μας,
του ανέμου παιχνίδι τα μαλλιά
δεν άσπρισαν ακόμη στα στερνά.

Βαδίζεις σαν πουλί χωρίς φτερά
μαλαματένια τα φιλιά.
Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές
μες στου ονείρου τη φωλιά,
γέννησαν ξαφνικά τις αστραπές
στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Πάνου Μυρμιγγίδη με τίτλο ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

C` E LEI / ΑΝΘΥΛΛΙΑ ΜΙΑΣ ΑΤΟΛΛΗΣ




Τη ζωή μου ταξίδεψα ως τα κύματα
να τη θέσω φρουρό στ’ ουρανού
τ’ αμαρτήματα.
Με ανθύλλια γύρης πορεύεται
η εκατόφυλλη Υακίνθη,
ψάχνοντας έναν εφικτό χρησμό,
αφού εσύ βαστάς
της άνοιξης την έλευση.  
Σε παρατεταμένο σχοινί η υπομονή!
Ως κι η σιωπή βαρέθηκε μονάχη της
να ζει για να θρηνεί.
Μα ποιος πουλάει αφέλεια
για ν’ αγοράσει νου;
Θα πρέπει κάτι να συμβεί
για να εφησυχαστούν τα κύματα.

Προσμονώ την ώρα και τη στιγμή,
που ένα ανελέητο κύμα
τα απόβλητα θα καταπιεί
των χαλεπών καιρών.
Που ο τζίτζικας θα αλλάξει
το σκοπό να τραγουδά τη νύχτα.
Να μην τον πιάνει μάτι ανθρώπινο
κι ούτε η καμένη γη
να του προτάσσει την ευχή.
Μέσα στις νύχτες, που γλυκές
φωνές θα άδουν
την επανάσταση της φλαμουριάς.
Με τις αλέες να οριοθετούν
τον ίσκιο τους
σ’ εκχύλισμα μέλυδρο
από essence Armani.
Συναγείρω τ’ αγάλματα
για ν’ αποσβήσω
τη μιζέρια της ντροπής.

Σφυρίζω στα χόρτα και στα βάτα
ν’ ανοίξει ο δρόμος
να περπατήσει το καλοκαίρι
απάνω τους μήνες του.
Αφού από σένα εξαρτάται,
αν το φετινό μαξούλι δέσει
ή ο αγέρας το εξανεμίσει
στην εντέλεια των κυμάτων.
Έξω απ’ το όριο των μοιρών πιθανόν
να βρίσκονται
τα συναπαντημένα χρόνια
μιας γέρικης φρουσκλιάς,
που τ’ αγέρι εξευμενίζει με διλήμματα
σαν χρησμούς να της ξαπλώνει
απανωτά στα κύματα.

Από πτυχές παιδικής χαράς σφύζει
ο ρυθμός στα άδυτα της μέντας.
Καταπραΰνει ηθελημένα
τ’ αστέρωτο λιβάδι
τη μυστική πανσέληνο,
που γίνεται παρανάλωμα
στου φίλυρου την άχνα.
Από μια ρωγμή του νου αφομοιώνεται
η μονάκριβη γνώμη,
που θέλει τα σύκα
να ωριμάζουν όλα απάνω στη συκιά.
Λιόφυτες σκέψεις συνηγορούν νωχελικά
στο γκριζοπράσινο καταμεσήμερο.
Τη μέρα αδημονώ,
που το περβόλι θα πάψει
να υπακούει στην αθλιότητα,
που σβήνει πάνω του.
Την ώρα, που οι γελαστές
φωνές των κοριτσιών
τους έρωτες κρεμούν στα πετροκέρασα
κλαδιά της κερασιάς.

Πάρε απ’ το χέρι τους λεπτοδείκτες κι έλα
γιαλό γιαλό στου ορίζοντα την άκρη.
Εκεί όπου τα σύννεφα συλλογίζονται
το βάρος ν’ απιθώσουν,
που κουβαλούν σε θύελλες.
Εκεί όπου ο αγέρας την κόψη περιθάλπει
της πανωλεθρίας
του τελευταίου ναυάγιου.
Εκεί όπου τ’ αστέρια
συμπτύσσουν την ένταση
για να ’βγουν τη νύχτα να κάψουν
τους θυμούς μιας αστρικής ραψωδίας.
Θα σε συναντήσω
στο υπερπέραν του χρόνου
όπου το μαϊστράλι θα ασπάζεται
των γλάρων το κρώξιμο.
Το βλέμμα να σμίξουμε
στα μάγια της άνοιξης,
που λύνουν χιλιάδες μινυρίσματα
και πλέκουν στεφάνια
απ’ αργυρά ρινίσματα.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 20. Mai 2012