Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

"Πρόζα Μεγαλόπολης" από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη


Τα ανομολόγητα πάθη δεν χρειάζεται ν’ αποκαλυφθούν,
Είναι πιο όμορφο να ταλανίζουν τα κεφάλια μας
Σαν άυλες αύρες αέρινων φυσημάτων στις φαβορίτες...
Κρυφοκοιτάζοντας τα πεταχτά βλέμματα των περαστικών
Αναμεταξύ των,
Από πεζοδρόμιο σε δρομάκι και από αμάξι σε ποδήλατο,
Χάνεται ο λογαριασμός, από τις σκέψεις που δεν ονοματίζονται...
Οι αγάπες και οι έρωτες ωσάν ρήματα
Ρημάζουν κάθε στιγμή τα λεκτικά συναισθήματα∙
Μόνον ο πόθος με την αέναη τριβή του με το πάθος
Χαρίζουν ειλικρινείς διαφορές στις διαπροσωπικές σχέσεις...
Ω! μα την εμπνευσμένη και πολλάκις μεταφρασμένη ειρωνεία...!
Η αγάπη δεν προτρέπει,
Μονάχα αντιπαραβάλλει-
Ο πόθος σπρώχνει με πάθος για έρωτα,
Όπως θα προχωρούσε μία χελώνα, ειρωνικά:
Δευτερόλεπτο και βήμα,
Ώρες και εκατοντάδες βήματα...
Με υγρά φιλιά,
Που δροσιά τους είναι τα λιωμένα ακατέργαστα διαμάντια,
Οπόταν ο/η σύντροφος διψάει.
Και βουτάει η γλώσσα της συν-αίσθησης
Σε πιο απόκρημνες και βρώμικες από το έρεβος
Λιμνάζοντες σκέψεις-
Σαν αυτές, που εκ των πραγμάτων,
Αναγκάζουν μονάδες χεριών να κουκουλώνονται,
Παλλόμενες κάτω από τα σκεπάσματα,
Τις σκεπές,
Τα τραπέζια,
Τους κόρφους,
Ενώ χείλη θα δαγκώνονται.
Σαν και εκείνες, που εκ των πραγμάτων,
Αναγκάζουν στόματα να στερεύουν σάλιου
Μόνο σε ελάχιστες συζητήσεις,
Μακριά από ματιές ρουφιάνων,
Αστικών θυμάτων,
Καλοθελητών,
Μακριά από την επαφή των τετριμμένων,
Ενώ μώλωπες πραγματεύονται την αντίθεση.
Ο ποιητής, αυτήν τη στιγμή,
Τρέχει στου κορμιού του τη ρωγμή.
Μόλις περάσει το φαράγγι της ύπαρξης αυτής,
Θωπεύει τα πνευμόνια του,
Τα ξεπεζεύει
Και αρκείται στο να μη συνεχίσει ουτωτρόπως.
Τρυπάει τους πόρους του με την πένα
Ή
Σφίγγει θηλιά προτάσεων γύρω από τον λαιμό του
Ή
Και τα δύο μαζί∙
Ασφυκτιά και
Σπαρταρά
Στο μείγμα
Από τα δικά του τα υγρά...
Και φράγκα στον Αχέροντα να πέφτουνε
Τα κάλπικα
Και ρουφηξιές από το νερό του,
Με τους ομφάλιος λώρους,
Να πίνουν τα μπάσταρδα του Πανός.
"παπαί!
Βαβαί!
Βαβαιάξ!", αναφωνεί ο Αριστοφάνης,
Για τις νομότυπες ατασθαλίες κάθε αρχής
Και τα επιφωνήματα μετατρέπονται σε αναφιλητά και
Αναφωνητά...
‹‹Έλεος, κατάντια των σημείων του καιρού,
χοάνη των προβλημάτων και των λύσεων,
των θυτών και των θυμάτων››
Και αποκάμνει ο ταυρομάχος, αφού
Τα τρυπημένα πόδια του,από τα ματωμένα κέρατα,
Λυγίζουν
Και αίμα αναβλύζουν,
Ακόμα αίμα,
Άρρωστο
Και σκόνη σηκώνεται και με το αίμα έγινε το χώμα
Σβόλοι...
Έπειτα ένας θόρυβος
Πιάνει τον παλμό του εδάφους στην αρένα.
Όλα τα βλέφαρα,των προηγούμενων χειροκροτητών,
Ανοιγοκλείνουν συγχρονισμένα.
Και ο νεκρός απεκδύεται τα ρούχα του
Και γυμνός επωμίζεται το ξόδι του...
Ούτε η ακροτελεύτια ανάσα του δεν ακούστηκε.
Βωβό τέλος,
Αίματα γεμάτο,
Μα το ζώο δεν στέκει κεφάτο.
Σπαρακτικό τέλος,
Με σημαίες εκδίκησης τα έντερά του...
Οι σβόλοι ενώνονται και σαν αμοιβάδα
Γίνονται ένα,
Μαζί με τόσους άλλους σβόλους∙
Το παχύρρευστο αυτό κράμα αιμάτινης λάσπης
Γεμίζει κανάτες
Και από αυτές τα ποτήρια ξεχειλίζουν∙
Οι προπόσεις αναλαμβάνουν τα χείλη πιστών
Και αυτή η ειλικρινής θεία κοινωνία
Βαφτίζει σε χάλκινες ανάγλυφες κολυμπήθρες
Όσους δεν πρόλαβαν...
Αρκετοί δεν έχουν γεννηθεί μέχρις στιγμής!
‹‹παύση με παυσίπονα,
λύτρωση με γαρύφαλλα,
ανάβοντας κεράκια στα νούφαρα
οι ρεμβατισμοί της λιμνάζουσας επιφάνειας
τα σπρώχνουν σαν σε τελετουργική πομπή››
Και στη γωνιά κάποιου οικοδομικού τετραγώνου
Μιας μεγαλόπολης,
Ζοφερής όσο η αχνή θαμπάδα
Τετρακοσίων φωτεινών/φθηνών παραθύρων,
Ζευγάρια από μάτια,
Αυτιά,
Χέρια,
Πόδια,
Με ξεχωριστό φύλο,
Τρίβονται για να ζεσταθούν∙ (με την πρόφαση του καλωσορίσματος...)
Όχι άποροι και άστεγοι∙
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε
Σε πέντε επικίνδυνα εκατοστά από περβάζι,
Απλοί περαστικοί με ραντεβού τη γωνιά...
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε-
Απλοί περαστικοί με ραντεβού τη γωνιά-
Σε πέντε επικίνδυνα εκατοστά από περβάζι...
Μόνο απέριττες λιβρέες δεν κρυώνουν
Μέσα στις βιτρίνες και τις αποθήκες
Σ’ αυτήν τη μεγαλόπολη...
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε
Σαν άστεγοι και άποροι
Και τρίβονται για να ζεσταθούν.
Αυτές είναι οι ανάσες από την φάτσα της μεγαλόπολης:
Η εικόνα μιας σονάτας, που προσπαθεί να
Κατρακυλήσει σε ραγισμένα πεντάγραμμα,
Καθώς στην παρουσίασή της, ο διευθυντής της ορχήστρας
Τυφλώνεται από τη μπαγκέτα του.
Το μουσικό χαλί των ΤHIS MORTAL COIL
( song to the siren…)
Παρακινεί τα αγγίγματα με χρώμα νέφους
Να αρχίσουν να μετακινούνται από τα πόμολα
Των έξω πόρτων,
Των στάσεων λεωφορείων .
Από τα χερούλια των αμαξιών,
Ακόμα και από τους ιστορικά ρημαγμένους τοίχους
Των οικοδομημάτων.
Μία κίνηση στα αριστερά και στα δεξιά
Ενός οδηγού, μονάχου στον κεντρικό δρόμο
Κάποιου εμπορικού κέντρου,
Θα διαπιστώνεται με ένα διακριτικό και
Ανεπαίσθητο παρουσιαστικό
Ωσάν κύμα παλμού, στις επιφάνειες
Των καταστημάτων και των πολυκατοικιών∙
Σαν μια απειλή του χώρου από τις ακαριαίες
Καμπύλες του...
Αυτή είναι η ανάσα του χωρόχρονου∙
Γεμάτη χρωστικά, μπετόν, νέφος,
Σκουριά, σκόνη και ανθρώπινες ανάσες
Και χαλασμένες οσμές, κάθε στιγμής,
Στη μεγαλόπολη.
Μια γκριζόμαυρη φιγούρα
Προχωρά αργά με μάτια κλειστά...
Είναι η νεκρή γυναίκα που αντίκρισε ο Νερβάλ
Ανάμεσα στις κάσες μιας εξώπορτας-
Παίζει με την κιθάρα του Neil Young-
Στον κάθε βηματισμό της,
Οι νότες σωριάζονται στο έδαφος,
Κατά τη διάρκεια του σόλο της,
Βρέχονται από ελάχιστες στάλες∙
Αρκετές, ώστε να θαμπώσουν τον αχνό φωτισμό
Από τα ανοιχτά παντζούρια,
Θολώνοντας τα κλειστά παραθυρόφυλα.
Μία νύχτα είναι,
Ύστερα από μία ακόμα ματαιόδοξη αλλαγή,
Ενός ακόμα χρόνου.
Η νεκρή φιγούρα αφήνει πίσω της
Μυριάδες "παγωμένες" σκιές του
Μακρόσυρτου περπατήματός της.
Οι άκρες των μαλλιών της ζεσταίνουν τους αστράγαλούς της
Και διαγράφουν πορεία στην υγρή άσφαλτο.
Η άσφαλτος ερεθίζεται και ανασαίνει
Από τις σιδερένιες ρωγμές των φρεατίων.
Στο διάβα της γκριζόμαυρης γυναικείας μορφής,
Οι λάμπες χλομιάζουν την έντασή τους
Και άλλες από σεβασμό σβήνουν,
Οι κάποιες άλλες ρισκάρουν τρεμοπαίζοντας.
Η κιθάρα τώρα παίζει μόνη της,
Στην πλάτη της μορφής.
Η γυναίκα σκουπίζει τον ιδρώτα της
Μουτζουρώνοντας το μέτωπό της.
...παύση, άνευ μουσικής...
Μονάχα ένας χαρακτηριστικός μονότονος βόμβος
Από ένα αναγνωστήριο εξομολόγησης,
Από ένα τσούρμο σκυφτών κεφαλιών σε προσευχή.
Η πορεία της μορφής συνεχίζεται προς τον συνοικισμό της πόλης∙
Οι πόρτες ανοίγουν και
Πίνακες ανθρώπινου μεγέθους ξεπροβάλουν
Με φιγούρες ζωγραφισμένες από τις
Μελαγχολικές πινελιές του Μπέικον.
(κουρασμένες ατάκες θα μπορούσαν να γεμίσουν την σιωπηλή τούτη ατμόσφαιρα)
Οι ματιές τους
Σαν πυροβολισμοί από διακριτικό σιγαστήρα,
Τραυματίζουν η μία την άλλη και
Σαν χάρτινοι χαμένοι πέφτουν μπρούμυτα
Και γίνονται χαλάκια υποδοχής...
Δεν γνωρίζω για ποιους επισκέπτες∙
"για όποιους", ψυχορραγώντας θα ψιθυρίσει κύκνεια
η αποσυντιθεμένη μορφή του πάπα Ινοκέντιου Ι΄(νομίζω...)
Και πάλι νεκρική σιγή,
Εκτός από το βασανιστικά αργό σπάσιμο κολώνων
Από την κινητικότητα συστάδων με μωβ πασχαλίτσες.
Κάποιο μακρινό τρίξιμο από ξύλινες ρόδες
Πλησιάζει
Και γίνεται έντονα ενοχλητικό.
Η γκριζόμαυρη μορφή στέκει και αφουγκράζεται
Την παρουσία της εικόνας:
Ένα βρεγμένο ξερακιανό άλογο
Σέρνει ένα σκουριασμένο κλουβί πάνω σε μεσαιωνικό κάρο∙
Όμως, όχι δεν ακούγονται οι αλυσίδες,
Μήτε η οχλαγωγία των αναμάρτητων θεατών!
Το ισχνό τετράποδο με κάποια έντερα να αναστενάζουν
Μέσα από τη διάτρητη πληγή του
Λυγίζει τα πόδια του και
Κουλουριάζει με άλγος πλάι στην άφωνη μορφή.
Οι αναθυμιάσεις από τα χνώτα του επιβεβαιώνουν την υγρασία της
Βραδιάς και την κατάστασή του.
Το κλουβί είναι άδειο,
Κλειστό και
Το λουκέτο βρίσκεται μέσα του, σπασμένο.
Πάνω στα σίδερα του κλουβιού,
Ακούγονται οι ύστατες τριβές των παλαμών από
Όσους πέρασαν στιγμές αλύτρωτες
Λίγο πριν την λαιμητόμο,
Την αγχόνη
Και τον πύρινο στύλο...
Λίγο πριν το τέλος!
Νιφάδες,
Μυριάδες,
Έκπτωτες χρωματίζουν το έρεβος της ατμ

Γιώργος Η. Παγωνάκης

Ένα ποίημα από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη


Με ειρωνείες, ταξίδια, αμφιβολίες και πλοία γράφεται η Ιστορία


Τσακισμένες χορδές, ορδές θυμίζουν μελωδιών
ωσάν ζεϊμπέκικο γοργό με ειρωνείες και παρωδίες εντός,
παφλασμοί στόμφου και πολυλογίας παραπαίουν
στα τσακισμένα του πάλκου τα γαρύφαλλα εμμένουν,
όμορφοι τραγουδιστάδες με πουκάμισα ανοιχτά-τα μικρόφωνα σαλιώνουν
τρέφονται από ονειρώξεις και παζαρεύονται τους στίχους των πολιτισμών!

Βρωμιές και νυχτολούλουδα χαμηλώνουν τις εντάσεις
και οι κλεψύδρες-τρελαμένες προσπερνούν στα φανάρια της παύσης,
οι βηματισμοί του πάλκου συνθλίβουν τα πεταμένα άνθη
περνούν οι ώρες στάζοντας ιδρώτες στο κεφάλι,
κωφεύουν στις ποιότητες οι αντίλαλοι στα αυτιά των αργόσχολων
τα όργια και η αμαρτία, ο πόνος και η ευτυχία σφιχτά κραδαίνονται
στα δάχτυλα των εμπόρων!

Τα ελικοειδή άνθη των βλεφάρων πνίγονται στα χρώματα
οι αληθινές των σωμάτων οι μυρωδιές διαψεύδονται μες τα αρώματα,
συναισθημάτων θύσανοι εξανεμίζονται στα ανοίγματα των εξαερισμών
ξοδεύουν τους εγωισμούς των εντός και εκτός των μαγαζιών,
ο άλλος κόζι κάνει στην ασελγημένη μορφή των πραγμάτων
στο αποτέλεσμα αυτό των αόρατων οραμάτων!
 

Γιώργος Η. Παγωνάκης

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Μερικά Χαϊκού στην Κυπριακή Διάλεκτο από το βιβλίο του Άθω Χατζηματθαίου «Του Έρωτα, της Αγάπης, του Πάθους και της Ζωής»

 

 

Τα δκυο σου μάθκια

γλυκάες τζιαι ομορκιές
ξεσιειλίζουν.



Εμέθυσέν μου
η γλύκα του φιλιού σου,
ανεράδα μου.



Της ομορκιάς σου
να φέξει στην στράτα μου
άφησ’ τον ήλιον.



Σγοιαν ήλιος φέγγει
το γλυκοθώρημά σου
μαυρομμάτα μου.

(σγοιαν: σαν, όπως – γλυκοθώρημα: βλέπω κάποιο με γλυκύτητα, το γλυκό βλέμμα).



Να μεν πολλαρκείς
σγοιαν το νερόν η ζωή
τζιυλά τζιαι φεύκει.

(πολλαρκείς: καθυστερείς πολύ).



Ακρόστου μου τσας
της ψυσιής η ομορφκιά
είν’ αθάνατη.

(ακρόστου μου: άκουσέ με).



Τα δκυο σου σιείλη
γλυκοστάσσουσιν μέλιν,
αρκόντισσά μου.



Να ρέξει μέρα
να μεν δω τα μάθκια σου
αχ πελλανίσκω.

(ρέσσω: περνώ, διέρχομαι – πελλανίσκω: τρελαίνομαι).



Η ευτυχία
χαρκιέσαι ’γοράζεται
με τα ριάλια;

(χαρκιέσαι: νομίζεις, υποθέτεις – ριάλια: λεφτά).



Πριχού συντύσιεις
βούττα στον νουν την γλώσσαν,
επολλολόησες.

(σύντισιε: μίλησε – επολλολόησες: μίλησες πολύ, πολυλόγησες).



Τα δκυο σου μάθκια
στες καρκιάς τες φουρτούνες
αστροπελέτζια.



Έν’ πκιον ορμάνιν
ο τζιήπος της καρκιάς
άρκησες να ’ρτεις.

(ορμάνιν: ακαλλιέργητη γη, ρουμάνι).



Δίχα φεγγάριν
χώρκα σου, αντζέλισσα,
οι νύκτες μου πκιον.

(δίχα: χωρίς, δίχως).  

Πέρα απ’ του καθιερωμένου την ευστάθεια


Πνεύμα της ερήμου,
που παιχνιδίζεις με ασυγκράτητη επιθυμία,
την άποψη του ξεραμένου κάκτου συμμερίζεσαι ακόμη
καθώς τ’ αγκάθια του ένα-ένα σε κεντρίζουν
ν’ αγγίξεις πάλι την ακτή των γαλανών χρωμάτων
και στων κρυφών επιθυμιών το μονοπάτι να σταθείς!

Περνάνε τα καραβάνια προς τη δύση,
άνθρωποι ποτισμένοι με τον καημό της περιπλάνησης…
Ο ήλιος, σύντροφός τους
πάνω στους πύρινους βράχους της ψυχής,
να τους ζηλεύουμε εμείς γι’ αυτά που χάσαμε…

Μεταφέρουμε τις σκέψεις μας, τα όνειρά μας
που παραστράτησαν μες τους αντικατοπτρισμούς,
με τις καμήλες να σκοντάφτουν κουρασμένες
σ’ ό,τι παραβλέψαμε στο δρόμο,
σ’ ό,τι αφήσαμε στην άκρη σαν ανώφελο.

Μια ξανθομάλλα καλλονή
γελούσε ασταμάτητα, χωρίς ντροπή
κι είχε μαζί της όλα τα ελιξίρια
για τις πικραμένες αγάπες,
για πόθους που δε σβήνουν
και στο φιλοπερίεργο βλέμμα της ζωντάνευε
κρυμμένες αναμνήσεις.

Ήταν η Λούση· ο φωτοβόλος αστερισμός
των ταξιδιών που απαρνηθήκαμε
για μια στερεή ζωή, χωρίς διακυμάνσεις,
πάντοτε να μας τρυπάει τ’ αυτιά με τη σειρήνα της:
«Ελάτε εσείς στη δεύτερη ζωή των καινούργιων τόπων
και σμίξτε στα όνειρά σας
τις φιλήδονες ιέρειες των πόθων
γι’ άλλες απόκρημνες σημάνσεις των υπάρξεων,
πέρα απ’ του καθιερωμένου την ευστάθεια».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Συναντήσεις Δημιουργικής Γραφής πραγματοποιούνται από τη "ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ" και την "ΗΡΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ" στο Καφέ Αριάδνη στο Μεταξουργείο του Βόλου


Εκφραστείτε απλά κι ελεύθερα…
Η γραφή είναι λύτρωση, η γραφή είναι φυγή αλλά η γραφή μπορεί τελικά να είναι κι ένα ευχάριστο, δημιουργικό παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους. Η Διοτίμα και Μούσες και η Ήρα εκδοτική ξεκινούν ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημιουργικής έκφρασης για ενήλικες, εφήβους και παιδιά στην πόλη του Βόλου.
Οι ενήλικες που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα θα εκφράζονται ελεύθερα κι αβίαστα ακούγοντας μουσική με την καθοδηγητική-εμψυχωτική παρέμβαση του φιλόλογου Διονύση Λεϊμονή. Λεξοπαιχνίδια, γραφή ιστοριών, θεατρικών, στιχουργημάτων, χωρίς βραβεία και επαίνους, με μοναδικό κέρδος τη χαρά της δημιουργίας και της συντροφικότητας, με χαμηλό κόστος, σεβόμενοι και κατανοώντας την αρνητική οικονομική συγκυρία των ημερών μας
Είναι πραγματικά εκπληκτικό τι μπορεί να γράψει ο άνθρωπος μέσα σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, όταν καταφέρνει να απελευθερωθεί από τα «πρέπει» και τα «γιατί» που τον ταλανίζουν καθημερινά.
Αυτό όμως που πραγματικά εκπλήσσει είναι η αποκάλυψη της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών μας, όταν σ’ ένα ήρεμο, ιδανικό περιβάλλον τα παιδιά θα ακούνε όμορφες ιστορίες-παραμύθια ή θα δημιουργούν τα ίδια τη δική τους από κοινού ιστορία.
Παράλληλα η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ συνομηλίκων θα εξασφαλίσει ήρεμο, χαλαρό και φιλικό κλίμα όπου όλοι μας· μικροί, μεγάλοι, θα μπορούμε πραγματικά να ασκηθούμε στην τέχνη της γραφής, εγκαταλείποντας φοβίες κι αναστολές καθώς θα αισθανόμαστε πραγματικά μια δεμένη, δημιουργική ομάδα απολαμβάνοντας το γοητευτικό παιχνίδι με τις λέξεις και τη μουσική. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται και μηνιαίες συναντήσεις με αξιόλογους συγγραφείς-δημιουργούς σε ανοιχτές εκδηλώσεις ανταλλαγής απόψεων και ιδεών.
Τα τμήματα θα λειτουργήσουν από τον Σεπτέμβρη ως τον Μάιο κι οι αποδέκτες της πρόσκλησης είναι πολίτες πάσης ηλικίας με μόνη προϋπόθεση να αγαπούν τη γραφή και την ανάγνωση, ασκούμενοι σε μια δημιουργική τέχνη που κρύβει πραγματικά ανείπωτη ικανοποίηση και χαρά.

Πρώτη «αναγνωριστική» συνάντηση για ενημέρωση και εγγραφή στο χειμερινό πρόγραμμα
Δευτέρα 2 Ιουλίου, καφέ Αριάδνη στο Μεταξουργείο του Βόλου, 7.30μ.μ.(παιδικό τμήμα)

Τετάρτη 4 Ιουλίου, καφέ Αριάδνη στο Μεταξουργείο του Βόλου, 7.30μ.μ.(τμήμα ενηλίκων)

Υπεύθυνη Διοτίμα και Μούσες, κα Μαρία Αρφέ:2421301781 και 6974168584

Υπεύθυνος δράσης Διονύσης Λεϊμονής: 2421065644- 6973694826

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Ένα ποίημα από τη Vicky Kostenas Lagdos


ΗΡΟΑΝΘΕΙΑ




Πνιγμένη στο δάκρυ των Πιθοιγίων η μέρα.
Χωρίς τα μέλη της να μπορεί ν’ απλώσει
στην ξεγνοιασιά κι αστοχιά του ονείρου.
Στης πότνιας Αργίτισσας κι Ανθεσφόριας Ήρας το βωμό.
Αφού αυτή ολονυχτίς πάλευε με το υγρό στοιχειό,
χοές απ’ αμίλητο νερό, ρίχνοντας
στον ανεμόδαρτο της θάλασσας αφρό.
Κατά πού τη ματιά να ρίξεις σαν οι κουρσάροι πειρατές
Του Ήλιου το χαμόγελο της έκλεψαν κι έφυγαν;

Ποιος να σκουπίσει τα δάκρυα, που δέθηκαν σε άμμα;
Όταν η Ροδοδάχτυλη δεν έστερξε πορεία να χαράξει;
Πώς ν’ ατενίσει τα ευανθή χαμόκλαδα,
που βεβαρημένα απ’ της οδύνης το φορτίο
έπαψαν πια με λιτανείες και ικεσίες να προσφεύγουν
στου παντεπόπτη Δία τ’ ανέπαυο παράπονο.
Μα ποιος Θεός σφετερίζεται τη χώρα αυτή
και την κατέχει ως δεινού Χρησμού υποχείριο;
Κυμάτων θα ’ναι η νόσφηση, που αχολογά
απ’ του νερού το πάθος να κατακτήσει νέα Γη.

Ποιος υπαινίχθηκε πως όλα θα τ’ αντέξει
και στους ανέμους υποταγμένος έσπειρε
στ’ ανεμόπληχτα ακρωτήρια θαλασσοταραχή;
Μονάχα αυτοί που ανέμεναν, πως θα ενσκήψει  η μπόρα,
αφού οιωνούς κακούς προμήνυε ο Δίας μες τη χώρα.
Κι όσοι αγύρτες στη ζωή δεν έμαθαν σωστά τη Γη,
όπου απάνω της πατούν ποιο βήμα
να διαλέξουν για να την περπατούν.
Μέρα που βρήκε η Ανθεσφοριά
με ευωδιαστά λουλούδια να πασχίσει
του χρόνου τη διαστολή για τη διαδρομή
προς το μεσούρανο της Άνοιξης φεγγάρι!

Μα κι ο Χριστός πλανήθηκε απερίφραστα
στη σύναξη ομήγυρη με λέξεις,
που φέρνουν αγερμό κι ουχί διέσεις και υφέσεις.
Να υπομένει δέχτηκε ένα σωρό σταυρώσεις
μ’ αντίβαρο τ’ αβάσταχτο της απονιάς του κόσμου.
Να εξουσιάζει ζήτησε ένα λαό πανάρχαιο κι ευλογημένο.
γι’ αυτό αρνείται ανάσταση  επίμονα
από έναν εσταυρωμένο.

Il percorso della vita sa
la sua via d`uscita a memoria.

Άσκοπη ζωή σαν αναλώνεσαι στο μέτρημα,
μη αξιολογώντας τη χαρά ενός ψιλόβροχου
ως ιδανικό κι απόλυτο του ονείρου.
Στη σύλληψη αισθήσεων παρεμβαίνει η παλέτα
για να ντύσει στο γαλάζιο τη θάλασσα.
Πόσο λαίμαργα ο τζίτζικας ρουφά τη ζέστη
του καλοκαιριού για να ξεχειμωνιάσει!

Ξάπλωσε πάνω στα ξεβρασμένα φύκια
κι αφουγκράσου το παράπονο
της καμπύλης του κύματος.
Τα στάχυα μες το Γιούλη, αν δεν θεριστούν,
ξεσπορίζονται οι ελπίδες από το δεμάτι της ζωής.
Κοιμήσου εσύ στη θώπευση του αγέρα
μ’ ενός μυροβόλου ονείρου το σενάριο.
Μα πριν καλά ξυπνήσεις στάξε τις σκέψεις
του ονείρου στης ιστορίας τις πλάτες
να δεις γιατί ο Σκύριος Πάμμων
στους Πέρσες το σκόπελο Μύρμηκα υπέδειξε
για να στηθεί η πέτρινη στήλη.

Στου δειλινού το γέρμα συλλέγει ο ποιητής
χρώματα να ρετουσάρει την εύλαλη μαρτυρία της χαραυγής.
Το ρόλο της κυριαρχίας του ουρανού παίρνουν
τα σύννεφα να παίξουν  με μια κρυφή  γκρίζα προσποίηση.
Κοιμάται η πολιτεία επαναπαυμένη
στις αδιάλειπτες λιακάδες τον ύπνο της
ποθώντας να επενδύσει στο πράσινο της φύσης.
Απ’ τα δεινά μιας αφέλειας συγκλονίζεται η χαρά
και με ερωτηματικά απορεί γιατί το ρυάκι ξεστρατίζει.

Στις Κελαινές αναβλύζουν τα νερά του Καταρράκτη
με του Μαρσύα το ασκί κρεμασμένο στην πιο ψηλή σημύδα.
Αβοήθητα καράβια στ’ αγριοκαίρι,
που δυναμώνει το μαράζι και τη συμφορά.
Τρομάζει η σκέψη διαμελισμένη στα επί μέρους
εύθραυστα κι αντώνυμα κομμάτια.
Θα ’ναι απ’ το ναυάγιο των εχθρών,
που του Κρατίνου ο γιος Αμεινοκλής
τη Σηπιάδα ξεδίψασε με τα χρυσά κύπελλα,
που ξέβρασε το κύμα στο γιαλό.

Ο αμφίβολος θρύλος ενός πάθους
στην αναζήτηση του ωραίου σκοντάφτει
στην αιχμή μιας καταιγίδας να τη δαμάσει.
Ανάλαφρες σκέψεις ενός δυναμικού ρεπερτόριου
συνεργούν συμμετέχοντας στην έξαρση του στίχου.
Όταν η ρίμα απειλεί να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη,
ενώ μέσα από παθιασμένους πόδας
αναστέλλει την επανάσταση.

Ξεδιψά απ’ το ξεπήδημα μιας ελπίδας.
Μια ευγενούς σκέψης η διάσταση εκποιείται το μύθο,
σκαλίζοντας μέσα από μονοδιάστατο
και ακατέργαστο συναίσθημα.
Να χαρίζεις τη ζωή σου στον έρωτα ακόμα
κι αν είναι δεδομένος για μια αναίμαχτη σφαγή.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zuerich, 21. Juni 2012

(από την ΟΜΩΝΥΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, η οποία εντός του έτους θα δει τα φώτα της δημοσιότητας από τον Εκδοτικό Οίκο «ΗΡΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ», ΒΟΛΟΣ)