Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ένα ποίημα από τον Θεόδωρο Σαντά

ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΙΛΩ


Μιλώ να μ’ ακούσουν οι ποιητές
γιατί έχουν κι εκείνοι καρδιά
τα δικά τους άλγη
και περιμένουν έναν ήχο δικό μας
σαν να ’ναι η καλημέρα τους
κι ας λεν ότι τα  Καλοκαίρια
τα ανανεώνει ο έρωτας
κι ας λεν ότι ανέξοδα
μας χαρίζονται τα φεγγάρια
όταν αποφασίζουν
να χαμηλώσουν το βλέμμα τους.
Σε σένα μιλώ
Αμαρυλλίδα της γης
που αλλάζεις τα χρώματα
και μ’ αποφεύγεις κάθε αυγή
γιατί δε φρόντισα
για την αίγλη του σώματος
και θέλησα να σε προσεγγίσω
με την αθωότητα της ψυχής
κι εσύ επέμενες
στη θωπεία του Άδωνη!

Θεόδωρος Σαντάς, Θεσσαλονίκη, 26-07-2012

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Δύο ποιήματα της Νεφέλης Ανδριανού από την ποιητική συλλογή της «Κάθε της ζωής μου Άνοιξη» (Εκδόσεις Ιδεόγραμμα)




Κάθε της ζωής μου Άνοιξη

Κάθε της ζωής μου Άνοιξη πάντα θα νοσταλγώ,
κάθε χάδι μακρινό, ξημερώματα θ’ αναζητώ.
Κάθε καλοκαίρι ματωμένη θα πονώ
και κάθε της ζωής μου δάκρυ θυμίζει ένα, σ’ αγαπώ.

Κάθε γιασεμί στο βίο μου θα μυρίζει και στο χειμώνα ακόμα,
γιατί όλη στη ζωή μου η Άνοιξη, θα έχει το δικό σου χρώμα.
Κάθε μου ανάσα, θα ’ναι λουλούδι ανθισμένο
κάθε ήλιος θα  μοιάζει, δείλι αγαπημένο.

Η πρώτη αγάπη μου θ’ αναζητά μια δική σου λέξη,
η πρώτη αγάπη θ’ ακουμπά μια δική σου σκέψη.
Θα παλεύω με τους δαίμονες της απαισιοδοξίας,
σε παλιά σκοτάδια μιας παλιάς μου φαντασίας.

Και κάθε άνοιξη που στο φως, θα θυμίζει εσένα ακόμα,
όλα τα βράδια μου, θα λάμπουν από το δικό σου εκείνο χρώμα.
Μπορεί ο καιρός να μ’ έχει πια γεράσει,
οι στίχοι μου να σ’ έχουν, κάπως κάπου  ξεπεράσει.

Μα όσο και αν περνούν τα χρόνια,
κάθε της ζωής μου άνοιξη θα έχει το δικό σου χρώμα-αιώνια.



Νύχτα μαγεμένη 

Κάθε μου σκέψη από σε,
σήμερα έχει κάτι,
με συντροφεύει σ’ έναν κόσμο,
δικό σου, υπνοβάτη.

Κάθε μου λέξη,
έχει μια ματιά σου στη ψυχή,
κάθε μας μικρή θύμηση,
μοιάζει τόσο ονειρική.

Κάθε σου άγγιγμα μου λείπει,
όλο και πιο πολύ,
κάθε σου κοίταγμα,
θυμάμαι,
διαπερνούσε το κορμί.

Κάθε μας φιλί,
ήταν τόσο ξεχωριστό,
τόσο όμορφα τέλειο,
τόσο όμορφα απλό!

Κάθε σου συναίσθημα,
συ με χάριζες, λουλούδι,
κάθε μας στιγμή,
γινότανε τραγούδι.

Μου λείπει εκείνο το δείλι,
πριν το πρώτο μας φιλί,
εκείνα τ’ ανείπωτα τα λόγια μας,
στη  δική σου τη  φωνή.

Ήταν μια νυχτιά γεμάτη αστέρια,
υποσχέσεις,
κι εμείς σε μια γωνιά,
κρατούσαμε όλα τα καλοκαίρια,
στα χέρια μας σφιχτά.

Ω! Τι ομορφιά,
τι δέος ήταν η μέρα εκείνη,
τι μαγεία που είχε απλωθεί, θυμάμαι,
στου προσώπου μου τα χείλη.

Νεφέλη Ανδριανού
Αθήνα

Τέσσερα ποιήματα από την Άννα Ιωαννίδου

 
  

ΕΚΠΤΩΤΗ ΕΥΑ


Υπέκυψες στον πειρασμό.
Πλήρωσες για αντίτιμο ένα χαμένο Παράδεισο.
Έγινες γήινη, τρωτή
αλλά και κιβωτός σωτηρίας.

Σε αποκαλούν
Γυναίκα, Μάνα, Αδελφή.



ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


Ο άνθρωπος.
Το τελειότερο ποίημα στον κόσμο,
γραμμένο με σκέψεις κι εμπειρίες,
πλασμένο από εύθραυστα υλικά.
Άτιτλο.



ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΦΑΝΑΡΙΩΝ


Μια ζωή που αρχίζει και τελειώνει στα φανάρια.
Οι δρόμοι αφουγκράζονται τα παράπονά σας.
Άγγελοι με απλωμένα χέρια,
μικροί επαίτες,
μισθοφόροι της ανθρώπινης αναλγησίας.



ΕΙΔΩΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΠΤΗ ΤΟΥ ΧΘΕΣ

Η κλεψύδρα γύρισε ανάποδα.
Ο χρόνος τώρα κυλά αντίστροφα
κι εγώ βουλιάζω σε μία ελεύθερη πτώση,
δίχως προστατευτικό δίχτυ.
Οι Ερινύες φωνάζουν τ’ όνομά μου,
ενώ ψελλίζω ασυνάρτητα ξόρκια.
Έτσι ακατανόητα,
σαν σε παραλήρημα.

Η ζωή μία ταινία μικρού μήκους.
Το παρελθόν ανάγλυφο
περνά αστραπιαία στην οθόνη.
Ναι, καταδίκασα τις προσδοκίες μου σ’ αναγκαστική προσγείωση.
Κι έπειτα έριξα την Αγάπη στον κάδο ανακύκλωσης,
ακροβατώντας πάνω σε έρωτες επιδερμικούς.
Άγρυπνες νύχτες στη δίνη της μοναξιάς,
στην παγίδα της ασφάλειας.

Κι όσο ο χρόνος λιγοστεύει,
οι λεπτοδείκτες μετρούν στωικά τους χτύπους της καρδιάς.
Θέλω πια ν’ απαγκιστρωθώ από τα νήματα του χθες,
και να περάσω στην αντίπερα όχθη,
λυτρωμένος απ’ τον αδύναμο εαυτό μου.

Άννα Ιωαννίδου

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Ποίημα της καρδιάς



Ένα ποίημα ξεχάστηκε στο δρόμο του...

Γραφόταν μόνο του χωρίς τον ποιητή

που μαγεμένος άκουγε τη σιγανή βροχή,
που πληγωμένος πάσχιζε να βρει διαφυγή,
κοιτάζοντας στα μάτια σου μια πόρτα αληθινή.
Κι αν άκουγε ψιθύρους της καρδιάς σου
κι αν άστρα μάζευε τα λόγια σου στη σκέψη του,
δεν θα μπορούσε να ποθήσει άλλο ουρανό
για όνειρα, που γέμιζαν με βλέμματα του πόθου.
Το ποίημα αυτό κανείς δε γίνεται να σβήσει
ούτε με πόνους, ούτε μ’ εγωισμούς
γιατί το χαρτί όπου γράφτηκε, έχει το βάρος της ψυχής!
Τα χέρια γίνονται φτερά μέσα στα ποθητά αγκαλιάσματα
όταν οι δυο ψυχές ενώνονται στον κύκλο της χαράς
κι οι ελπίδες χαράζουν ευτυχία, στο γαλήνιο πρόσωπό σου!
Ένα φεγγάρι χάνει το δρόμο του συχνά
και πότε-πότε αχνοφέγγει στα μαλλιά σου,
πότε σκιρτά σαν πληγωμένο κύμα στον καημό της θάλασσας,
πότε μ’ ανέμους σιγοπαίζει ένα αρμονικό τραγούδι:
«Σαν κύμα θα σε πιω,
διψασμένος βράχος εγώ,
που στα πόδια μου ξεσπάς
και φιλιά αναζητάς!».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Τριμηνιαία Εφημερίδα «ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ», Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2012, Αριθμός Φύλλου 75

 

  Κυκλοφόρησε το 75 φύλλο της τριμηνιαίας εφημερίδας «ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ» με πλούσια θέματα στην ύλη των περιεχομένων της. Κύρια θέση στις σελίδες της κατέχουν τα δημοτικά και εκπαιδευτικά νέα, οι αξιόλογες δράσεις και παρεμβάσεις του Φιλοπρόοδου Συλλόγου, όπως και διάφορα ενημερωτικά άρθρα που επικεντρώνονται στην επέτειο του Ολοκαυτώματος της Αγχιάλου της Ανατολικής Ρωμυλίας, που γι’ αυτό στις 30 Ιουλίου 2012 πραγματοποιούνται στη Νέα Αγχίαλο διάφορες εκδηλώσεις διάσωσης και διάδοσης της ιστορικής μνήμης.
   Επίσης, πρέπει να τονιστεί πως ο εκδότης και διευθυντής του εντύπου αυτού στέκεται πάντα κοντά στους δημιουργούς του λόγου και τους υποστηρίζει θερμά, δίνοντάς τους αρκετές φορές βήμα για να προβάλλουν το έργο τους. Ποιήματα, διηγήματα, βιβλιοπαρουσιάσεις και άρθρα λαογραφικού περιεχομένου, αναδεικνύουν το υψηλό επίπεδο ενός ξεριζωμένου λαού που αναζητεί μέσα από την πνευματική και πολιτιστική του δραστηριότητά σ’ ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, τη δική της, ξεχωριστή και ιδιαίτερη ανθρώπινη αυτοτέλεια. Μνήμες βαθιές που δεν ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου και εντάσσουν τους «Αγχιαλίτες» σε μια κοινή κληρονομιά.
   Σε κύριες γραμμές, η περιποιημένη και γυαλιστερή έκδοση της εφημερίδας περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

1)    «Το Γράμμα Σύνταξης» του Κώστα Τσιάμη, ο οποίος αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με «Το απαραίτητο συστατικό της τουριστικής ανάπτυξης».
2)  Άρθρο του Λέανδρου Σλάβη με τίτλο: «Η δουλεία των μύθων».
3)  Στα πλαίσια της παρουσίασης των Επιφανών Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας στην εφημερίδα, σκιαγραφείται το πορτρέτο του Απόστολου Δοξιάδη (1874 – 1942) από τον απόγονο της οικογένειάς του, κ. Απόστολο Δοξιάδη του Θωμά.
4)  Άρθρο του Γιώργου Διονυσίου, ιστοριοδίφη, λαογράφου, εικαστικού, με τίτλο: «Ένα φως στην παιδεία της Ανατολικής Ρωμυλίας, Με αφορμή την καταστροφή της Αγχιάλου στις 30 Ιουλίου 1906».
5)   Άρθρο του Στέλιου Περικλή Λασκαράκη: «Περί… τους έχοντας και κατέχοντας».
6)  Ένα ποίημα του Λάσκαρη Π. Ζαράρη με τίτλο «Φυλλορρόημα ψυχής» και ένα διήγημα με τίτλο «Η ιστορία της πέτρας».
7)   Ο Κώστας Μπιλίρης γράφει στη στήλη του άρθρο σχετικά με το Έξιτ πολ.
8)  Παρουσίαση του βιβλίου «Ουαλιά μι ουμούτ’ (φωνή μ’ ελπίδα), ποίηση στο ιδίωμα της Ανατολικής Ρωμυλίας» του Κυριάκου Κυτούδη.
9)  Παρουσίαση του έργου του Θεσσαλονικιού Δημήτρη Δημητρίου, ενός συγγραφέα με αγχιαλίτικες ρίζες.


**  Όσοι ενδιαφέρονται να γίνουν συνδρομητές της εφημερίδας «ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ», μπορούν να επικοινωνήσουν με τον Εκδότη και Διευθυντή κ. Απόστολο Ζαφειρόπουλο στον τηλεφωνικό αριθμό:  2108818442.


Διεύθυνση:

Απόστολος Ζαφειρόπουλος
Εφημερίδα «ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟΣ»
Φωκίωνος Νέγρη 84
Τ.Κ.  113 61

Αθήνα

Ένα διήγημα από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη


Μαχρώ Λιογέ ο κλόουν


...λίγες εβδομάδες προτού κουραστεί, ο Μαχρώ Λιογέ ανάλωνε την ώρα του φτιάχνοντας ένα τεράστιο κολάζ από χρωματιστές αναμνήσεις για να ντύσει τους τοίχους του σπιτιού του.
...λίγες μέρες πριν αποφασίσει να αποσυρθεί από την ενεργό δράση ο Μαχρώ Λιογέ χρωμάτιζε με κάθε είδους χρώμα τα αντικείμενα του σπιτιού του.
...λίγες ώρες ακόμα και θα ήταν έτοιμος να δώσει την κύκνεια παράστασή του μπροστά σε ένα πλήθος πολύχρωμων μούτρων. Ο Μαχρώ Λιογέ, ντυμένος και βαμμένος με τα πιο περίεργα και άγνωστα για τους υπόλοιπους χρώματα ήταν έτοιμος. Η αυλαία άνοιξε και το ουράνιο τόξο παραμερίστηκε σε δύο τσαλακωμένα κομμάτια αραχνοΰφαντης κουρτίνας...

«Πολύ καλησπέρα σας... φίλοι, εχθροί, κυρίες και κύριοι, εργάτες, παιδιά, τεμπέληδες, ονειροπόλοι! Και σταματάω εδώ. Και εσκεμμένα ξεχνάω όσους και όσες δεν ανέφερα και δεν ζητάω ούτε τη συμπάθειά τους ούτε τη συγγνώμη σας... Οι λόγοι που έχω είναι προσωποποιημένοι και πραγματοποιημένοι στην άνυδρη καθημερινότητά τους γύρω σας...!». Κάποιοι χειροκρότησαν καλησπερίζοντάς τον με τη σειρά τους. Το δεξιό διάζωμα αποσύρθηκε εν μέσω αλαλαγμών, βρισιών και άσχημων χειρονομιών.

«Πολύ καιρό τώρα ήμουν πεπεισμένος, όσα χρόνια χρωμάτιζα τις φάτσες σας με εκφράσεις, πως εσείς ερχόσασταν από αγγαρεία και υποχρεωτική αίσθηση για αλλαγή αναφορικά σε αυτό το πενθήμερο μόνο... Σας αποχαιρετώ, χωρίς χρωματιστούς χαρακτηρισμούς στο μνημονικό μου...».

Ο Μαχρώ Λιογέ ήταν κλόουν, όχι επαγγελματίας (τι σημαίνει επαγγελματίας χρωματιστός κλόουν άραγε;!) διασκεδαστής. Ο Μαχρώ Λιογέ στις παραστάσεις του φορούσε τα καθημερινά του ρούχα. Δεν είχε περούκα ούτε κόκκινη πλαστική ή λαστιχένια μύτη. Γεννήθηκε από τον Τασερώ και την Κινέζα Ψυχώ Γιαχά. Το μοναδικό βρέφος που γελούσε, όταν βγήκε με καισαρική από την Ψυχώ Γιαχά. Αυτή και ο Τασερώ ήταν οι μοναδικοί δημιουργοί ζωής, που μόλις αφού γεννήθηκε ο Μαχρώ Λιογέ, επισκέφθηκαν κάθε σπίτι στη μικρή αυτή πόλη γνωστοποιώντας και γνωρίζοντάς τον σε κάθε οικογένεια.

Τον πρώτο χρόνο της ζωής του τον πέρασε συμβιώνοντας για λίγο με κάθε έναν γονέα της πόλης. «Σε κάθε παράστασή μου, καθείς και η καθεμιά σας αναγνωρίζει πάνω μου και ένα δικό σας χαρακτηριστικό... τα χρώματά μου αποτελούν τόσα χρόνια και μία διαφορετική τέμπερα και λαδομπογιά του χαρακτήρα σας! Σας ευχαριστώ γι’ αυτό το παράδοξα αληθινό συναίσθημα...!».

Μουρμουρητά ανησυχίας άρχισαν να ξεφεύγουν από τα χείλη και τα μάτια των λίγων πλέον παρευρισκομένων, μετά και την αποχώρηση των υπολοίπων μισανθρώπων. Τα παράπονα και οι υποψίες ανησυχίας πετάριζαν προς το πάλκο όπου βρίσκονταν ο Μαχρώ Λιογέ.

«Τι συμβαίνει;!».
«Γιατί μου φαίνεται πως μιλάει παράξενα σήμερα;».
«Τα χρώματά του λίγο ωχρά δεν σου φαίνονται καλέ μου;!».
«Α ρε Μαχρώ, τι έχεις...!».

Η απορία είχε καθηλωθεί στα πρόσωπα όλων.
Ο Μαχρώ Λιογέ με αργές κινήσεις γονατίζει στο ξύλινο πάτωμα του πάλκου και σκυφτός όπως είναι αρχίζει έναν καταιγιστικό μονόλογο έχοντας ντύσει το πρόσωπό του με ένα σαρκαστικό χαμόγελο.

«Τι συμβαίνει όταν σημαίνει η ώρα του θανάτου της χαράς; Τι προϋποθέτει η άφιξη της χαρμολύπης; Τι έκφραση θα θέλατε να αποκτήσω, όταν παρατηρώ κάποιους να τριγυρνάνε σκυφτοί μπροστά από τις επιθυμίες των και κλείνουν το μάτι μονάχα  στις ανάγκες που προεπιλέγουν η μαζική τους διασκέδαση και ο πολύτιμος κατά τ’ άλλα ελεύθερός τους χρόνος...;
(αρχίζει σιγά-σιγά να χαλαρώνει τη ζώνη και το παπιγιόν του).
Όμορφες δροσοσταλίδες-μπιχλιμπίδια στα φύλλα των ηλιανθέμων-τρελό χορό ξεκινάνε...
Βροχοσταλίδες περιποιούνται τα απέριττα πρόσωπα όσων κείτονται ενεοί στα ηλιοβασιλέματα και τα ολόγιομα φεγγάρια...
Ένα αγοράκι και μία πεταλουδίτσα συζητούσανε με τις νεραϊδούλες που ψαρεύουν από το φεγγάρινο νύχι τα ονειροπόλα ταξίδια του κάθε αιθεροβάμονα...» και άρχισε να έρπεται στην ξύλινη επιφάνεια του πάλκου αφήνοντας τα χρώματά του να αποτυπώνουν την πορεία του κορμιού του. Φτάνοντας στην άκρη της σκηνής και ψιθυρίζοντας ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα αναμεμειγμένο με κατάρες και απραγματοποίητες ευχές, γυρνάει το βλέμμα του προς τους «θεατές».

«Θεατές ήσασταν τόσο καιρό, απλοί ανάξιοι θεατές των εαυτών σας! Δεν σας συγκίνησα ούτε και σας ευχαρίστησα ποτέ και αυτό γιατί ποτέ δεν πήρατε έστω μία παράσταση στα χέρια σας. Το πενθήμερο το αντιμετωπίζατε πάντοτε σαν μία ευκαιρία να ξεσκάσετε από τις συνήθειές σας...! Ποτέ σαν ανάσα για να την κάνετε χνώτο σας... Πάντοτε σαν ανούσιες, στην ουσία της ύπαρξή σας, ανταμοιβές για τον πεθαμένο χρόνο που σας επιβάλλουν να σκοτώνετε για χάρη τους τα αφεντικά σας και κάθε εχθρός της ευτυχίας που αναζητάτε λες και ψάχνετε τη χαμένη Ατλαντίδα! Μα... το έχουν καταφέρει οι κατακτητές σας και με τις δράσεις σας συμφωνείτε μέρα τη μέρα μαζί τους. Σας δίνω τα χρωματιστά μου ρούχα και σας τα χαρίζω για να τα κάνετε βιογραφία και θύμισες στο πρόσωπό μου. Σας τα πετάω, μολυσμένα όπως είναι από την προσωπική μου εγρήγορση, να τα κάνετε νεκροφορεσιές στο χορό των πεθαμένων συνειδήσεών σας. Κρατήστε λοιπόν το αγελαίο χειροκρότημά σας και συρθείτε στα καλόγουστα κελιά που χτίσατε μόνοι σας, βάζοντας όρια στο βλέμμα και ταξιδέψτε στα στημένα τοπία των πολύχρωμων κουτιών που έχετε βάλει απέναντί σας αντικαθιστώντας τους συνανθρώπους σας. Η αγχόνη της αιδούς της ελευθερίας σας, σάς περιμένει... Στέλνω λοιπόν το έσχατο, δηλητηριασμένο από την κενότητά σας δάκρυ μου συνοδεία στη νεκρική πομπή του γυρισμού σας και το παγωμένο μου μειδίαμα-στολίδι για τον τοίχο της γαλήνης σας...!» και έτσι γυμνός καθώς στέκονταν απέναντί τους γύρισε το βλέμμα του και τους έκλεισε το μάτι αφήνοντάς το για πάντα κλειστό...

Αποσύρθηκε στο καμαρίνι του χαρούμενος που τους είχε επιδείξει τον αυθόρμητο ρεαλισμό του εαυτού του. Κάθισε στην ξερακιανή καρέκλα-δώρο από μία γαμημένη θαυμάστριά του και λυγίζοντας τον κορμό του κεφαλιού του άφησε την προτελευταία βοή ανακούφισης... Σηκώθηκε.
Αντιμετώπισε για τελευταία φορά τον μισητό του φίλο, τον καθρέφτη και χαιρετώντας τον άρχισε να ξεβάφεται.
Κανείς δεν το είδε να βγαίνει από το καμαρίνι.
Τον έψαχναν σε όλο το θέατρο. Το μόνο που βρήκαν ήταν το μαντήλι του. Ήταν γεμάτο χρώμα και αναμεμειγμένο με ιδρώτα και τόσα άλλα...

Γιώργος Η. Παγωνάκης

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Έξι μικρά αποσπάσματα από το παιδικό μυθιστόρημα του Λάσκαρη Π. Ζαράρη "Το νησί και το αθάνατο νερό"


1) Ο αρχηγός χαμογέλασε: «Ο τελευταίος Έλληνας που πέρασε από τα μέρη μας ήταν ο στρατηλάτης Αλέξανδρος».
   Ο Πέτρος αντέδρασε, γιατί γνώριζε από την ιστορία πως ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε κυριεύσει ποτέ αυτό το απομονωμένο νησί.
   «Αδύνατον…!!!», ούρλιαξε
   Ο Μπούα-Μπούα απάντησε: «Δεν εννοώ πως επιτέθηκε στο νησί μας και το κατέκτησε. Μόνο λίγες μέρες έμεινε με τους συμβούλους του, γιατί ήρθε να ενισχύσει τον στρατό του με το «αθάνατο νερό» μας».

2) Ο Μπούα-Μπούα δεν επέτρεπε να εκφράσουν τα παιδιά τη χαρά τους, γιατί γνώριζε καλά πως πάνω στα ανθισμένα λουλούδια του νησιού τρυγάνε τη γύρη τους κάτι τεράστιες μέλισσες. Αυτές μπορούσαν να δηλητηριάσουν και να σκοτώσουν ολόκληρο ελέφαντα. Τα ζαρκάδια ξεγλιστρούσαν με ελιγμούς απ’ τις θανατηφόρες μέλισσες και τα πολύχρωμα φίδια ήταν έτοιμα να επιτεθούν κάθε στιγμή. Τύλιγαν τα θύματά τους με το χοντρό τους σώμα και τα έπνιγαν μέχρι να πεις κύμινο.

3) Ο Μοκαντούσου ήξερε όμως να τα μοιράζεται όλα με όλους, κι έτσι γρήγορα διέδωσε σε όλους πως το πειρατικό καράβι είναι γεμάτο θησαυρούς. Βούτηξε κι ο Πετράκης τότε δίχως  να χάσει καιρό με μια ομάδα ιθαγενών. Και τι δεν έβγαλαν από εκεί! Πανάκριβα κοσμήματα, γαλλικά αρώματα και μεταξένια υφάσματα της Ανατολής. Ο Πετράκης μπόρεσε και διάβασε με δυσκολία το όνομα του καραβιού: «Αννίβας».

4) Ο κροκόδειλος, το κατοικίδιο στην αυλή μας, χράτσα-χρούτσα έφαγε όλα τα λουλούδια και τα λαχανικά μας. Τώρα και να φυτέψουμε καινούργια απ’ την αρχή, δώρον άδωρον, θ’ αργήσουν πολύ να αναπτυχθούν. Πιο πολύ στενοχωρήθηκα για ένα λουλούδι πολύχρωμο σαν το ουράνιο τόξο. Ο Πέτρος μάλωσε τον κροκόδειλο, μα εκείνος δεν έδωσε σημασία μιας κι είχε χορτάσει την πείνα του. Αναγκαστήκαμε να του βάλουμε ένα λουράκι στον λαιμό για να έχει πια συγκεκριμένα όρια στην αυλή μας.

5) Χθες τη νύχτα είδα τον κύριο Οικονομόπουλο ντυμένο πειρατή. Είχε τα μακριά μαλλιά του πιασμένα σε πλεξούδες και φώναζε στους ναύτες του:
   «Λύστε τους κάβους! Σαλπάρουμε…».
   Στεκόταν όρθιος  μπροστά απ’ το υψηλότερο κατάρτι της πλώρης και φώναζε:
   «Εμπρός! Πάμε να κουρσέψουμε και πάλι».
   Η γαλέρα βαριά και δυσκίνητη απ’ τα φορτία ξεκίνησε αργά το ταξίδι της. Στην αρχή πολύ δισταχτικά απόφευγε τους κοραλλιογενείς υφάλους και μετά ξανοίχτηκε στο πέλαγος. Οι ναύτες κωπηλατούσαν με όλες τους τις δυνάμεις μέχρι την ώρα που φύσηξε ελαφρό αεράκι και σήκωσαν τα πανιά. Τότε η γαλέρα έτρεχε πάνω στα γαλάζια νερά αφήνοντας πίσω της μια λευκή γραμμή αφρού.

6) «Πώς δημιουργήθηκε αυτή η πηγή, παππούλη;» ρώτησε ο Μοκαντούσου.
   «Η γη είναι πλούσια και γενναιόδωρη στον άνθρωπο. Η σκληρή γη, σαν τον σκληρό άνθρωπο ζητάει τη δροσιά του νερού· του συναισθήματος. Έτσι έπλασε ο Θεός αυτή τη γη με αγάπη για τους ανθρώπους και τα μικρά παιδιά. Όταν το νερό τρέχει άφθονο, σημαίνει πως ο Θεός χαίρεται και μ’ αυτόν τον τρόπο ευχαριστεί τα παιδιά. Εκείνο θα αυξάνεται όσο εκείνα θα συμπεριφέρονται με τρυφερότητα στη φύση και τους γονείς τους».

**  Η εικόνα είναι της ζωγράφου Πηνελόπης Σαρρή

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Σύντομη παρουσίαση του περιεχομένου του παιδικού μυθιστορήματος: «Το νησί και το αθάνατο νερό» του Λάσκαρη Π. Ζαράρη που κυκλοφορεί από την Ήρα Εκδοτική



   Το παιδικό μυθιστόρημα αυτό εξιστορεί τις γοητευτικές εμπειρίες και περιπέτειες δύο παιδιών· του εντεκάχρονου Πέτρου που έχει κλίση στις κατασκευές, στις εφευρέσεις και γενικά στην τεχνολογία και της γλυκιάς Ελενίτσας, της ευαίσθητης γειτονοπούλας του. Και οι δύο μαζί «κλέβουν» το μυστικό της μηχανούπολης, ένα παλιό μαχητικό αεροπλάνο που ονομάζεται γέρο Τομ. Ο Πέτρος καταφέρνει να πιλοτάρει το αεροπλάνο μέχρι να φτάσουν σ’ ένα άγνωστο νησί, στο «Νησί της Ελπίδας» που βρίσκεται στο Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό. Το νησί κατοικείται από τους ιθαγενείς της φυλής «Καμόα», οι οποίοι αν και επιφυλακτικοί στην αρχή, καλωσορίζουν τα δύο παιδιά και τα εμπιστεύονται, γιατί πιστεύουν σε μια άγραφη παράδοση πως τα παιδιά είναι εκείνοι οι ξένοι που περιμένουν, οι πρώτοι που πάτησαν το πόδι τους εκεί μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, και θα οδηγήσουν το νησί τους πάλι πίσω στη χερσόνησο από την οποία είχε αποκοπεί, ύστερα από έναν προϊστορικό κατακλυσμό.
   Οι πρωτόγονοι αλλά συμπαθητικοί ιθαγενείς, κάτοικοι του πανέμορφου αυτού νησιού, για κάποιον άγνωστο λόγο είναι σχεδόν αθάνατοι και ο μικρός Μοκαντούσου, τον οποίο ερωτεύεται η Ελένη, είναι μόλις πεντακοσίων ετών! Τα δύο παιδιά δένονται με ισχυρή φιλία με τους κατοίκους του νησιού, μικρούς και μεγάλους, και προσπαθούν να τους εκπολιτίσουν προσφέροντας τις ιδέες και τις γνώσεις τους, για να βοηθήσουν στο κτίσιμο της πόλης. Αν εξαιρέσει κανείς τους κινδύνους από τα επικίνδυνα ερπετά του νησιού και τις τεράστιες μέλισσες, τα παιδιά περνούν μια ήρεμη και αρμονική ζωή μαζί με ανθρώπους ανέγγιχτους και αμόλυντους από τον τεχνολογικό πολιτισμό.
   Η ηρεμία τους διαταράσσεται με την απρόσμενη άφιξη του τρομερού και φοβερού πειρατή Μπρατσέρα που επιστρέφει μετά από τέσσερις αιώνες περίπου στο νησί. Δεν διστάζει να ξεγελάσει τους κατοίκους και να τους πείσει να του παραδώσουν τους δύο θησαυρούς τους: «Το αθάνατο νερό» που τρέχει άφθονο από τις πηγές και το πετρέλαιο που ξεχειλίζει στη «μαύρη λίμνη». Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί πως ο πειρατής, δαιμόνιος επιχειρηματίας τώρα, ήρθε κυρίως με ανθρωπιστικά κίνητρα, και όχι με διάθεση να πλουτίσει από τους φυσικούς πόρους του νησιού. Ο Πέτρος και η Ελενίτσα συμμαχούν μαζί του, περιμένοντας την πολυπόθητη στιγμή, όπου θα γεμίσουν με καύσιμο τη δεξαμενή του γέρο Τομ για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Όλα τα παιδιά όμως, έχουν να εκπληρώσουν πρώτα μια μεγάλη αποστολή. Αισθάνονται τους κινδύνους της καταστροφής της ανθρωπότητας από την εκμετάλλευση και την εξαγωγή του «αθάνατου νερού». Τους καταπιέζει η άμεση απειλή του υπερπληθυσμού της γης, εφόσον κανείς άνθρωπος σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα πεθαίνει. Τα δάση θα καίγονται και οι πηγές του νερού θα μολύνονται καθημερινά. Βάζουν λοιπόν σ’ εφαρμογή ένα πολυμήχανο σχέδιο…
   Τα σημάδια του ουρανού, παρόλο που δείχνουν πως πλησιάζει ο καιρός να «ξυπνήσει» το ηφαίστειο, τίποτα τέτοιο δεν γίνεται. Οι ιθαγενείς εντελώς αναπάντεχα αρνιούνται τις παραδόσεις τους και δέχονται τον εκσυγχρονισμό, τον οποίο τους προτείνει ο Μπρατσέρας. Σε λίγο χρονικό διάστημα θα μετατρέψουν το νησί τους από μια «μικρή, απομονωμένη κουκκίδα του Ειρηνικού Ωκεανού» σ’ έναν μοναδικό τουριστικό προορισμό για κάθε επισκέπτη, που θέλει να περάσει λίγες ήσυχες μέρες με την αγνή φιλοξενία των κατοίκων και μέσα σ’ ένα αναζωογονητικό φυσικό περιβάλλον.
   Ποια ακριβώς σημασία έχει το «αθάνατο νερό» για τους ντόπιους κατοίκους και τους ξένους επισκέπτες του νησιού; Γιατί να μην υποδηλώνει τελικά μια διαρκώς ανανεωμένη αγάπη που πηγάζει από τις πλούσιες και ζεστές καρδιές, μιας αγάπης που δεν γνωρίζει σύνορα, ούτε από λαούς, εθνότητες, θρησκείες και φυλές; Μιας αγάπης για ένα πρόσωπο που μπορεί να καταλήξει, μέσα από την παιδική ευαισθησία και το ονειροπόλημα, να μετατραπεί σε γόνιμο προβληματισμό για έναν πλανήτη που χάνεται· τη γη μας, για τη χλωρίδα και την πανίδα της που εξαφανίζεται… Η φιλία ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά παιδιά, ο ενθουσιασμός και η τόλμη στην ολοκλήρωση της αποστολής τους μπορεί να δώσει παράδειγμα ακόμη και στους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους πως δεν είναι δύσκολο και ακατόρθωτο ν’ αλλάξει η μοίρα του «πληγωμένου» πλανήτη μας προς το καλύτερο.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η ισορροπίστρια της νύχτας


Στήριξε το ένα της πόδι στη μνήμη.
Κλειστά τα μάτια στο σκοτάδι,
χαϊδεύουν οι παλάμες τις πληγές,
πάνω στις κορυφογραμμές ο ήλιος ξεψυχάει,
λειψές οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν.

Μόλις φάνηκες στο περίγραμμα του ήλιου
με τα καψαλισμένα δάχτυλα της μέρας.
Πώς έμαθες να ισορροπείς στις άγονες
γραμμές του ονείρου, στις αιχμηρές γωνιές
του παραδείσου, με τις αυταπάτες γκρεμισμένες
απ’ τα χέρια του εχθρού σου-της σιωπής;

Είπες: «Μαζεύω ευωδιές απ’ άλλες εποχές
καθώς τρυγάω τον πόνο των ανθρώπων
κι ακροβατώ στις επιφάνειες των αστεριών.
Μέσα μου εκρήγνυνται μάταιες πλάκες
-οι μέθες της σιωπής μετά τον οργασμό-
πιο ουσιαστικές αλήθειες κι από το στιγμιαίο
ίλιγγο του θανάτου».

Υγρές αναπνοές στον πόθο της ζωής,
εσύ έσμιξες το δέντρο με τη θάλασσα
κι οι ρίζες σου ποτίστηκαν από την αντοχή
στη μάχη του καημού του ένοχου.
Πώς μπόρεσε η έρημη γη
ν’ αναπλαστεί κοντά σου;

Πιο σίγουρη στη μοναξιά σου
μακριά από την αιώνια απειλή της ακαμψίας,
τρύπωσε μες στα ανούσια λόγια,
τα προβατόσχημα των ανθρώπων
που φιλιούνται μες στο τέλμα.
Δώσε τους ζωές καινούργιες, κορυφογραμμές
και με σιγουριά πάτησε και το άλλο σου πόδι
απ’ την πλευρά του φεγγαριού,
ψηλαφώντας με τα δάχτυλα· τ’ αστέρια
πάνω στων ανθρώπων τις ψυχές
τα χνάρια της αιώνιας νύχτας
της ακροβάτισσας.

09/02/2008

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

2ος Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού, Κύπρου 2012



Η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού, Κύπρου προκηρύσσει τον 2o Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό με τους ακόλουθους όρους:
1. Στο διαγωνισμό μπορούν να συμμετάσχουν Ελληνίδες και Έλληνες ανεξαρτήτως ηλικίας, γραμματικών γνώσεων, επαγγελματικών ασχολιών κ.λπ. είτε κατοικούν στην Ελλάδα και Κύπρο είτε διαμένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, εφόσον έχουν την Ελληνική ή Κυπριακή υπηκοότητα και μπορούν να γράφουν στη νεοελληνική μας γλώσσα.
2. Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό θα πρέπει να στείλουν:
Α) Ένα (1) αδημοσίευτο ποίημά τους μέχρι 30 στίχους, με ψευδώνυμο (κι όχι περισσότερα του ενός ποιήματα με διαφορετικά ψευδώνυμα).
Β) Ένα (1) αδημοσίευτό διήγημα μέχρι 10 σελίδες , με ψευδώνυμο (κι όχι περισσότερα από ένα με διαφορετικά ψευδώνυμα).
Αποκλειστικά για Κύπριους λογοτέχνες, προκηρύσσετε διαγωνισμός έμμετρου στίχου στην Κυπριακή διάλεκτο. Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν θα πρέπει να στείλουν ένα στιχούργημα μέχρι 16 στίχους, που να περιλαμβάνει 2 ή 3 κουπλέ και ένα ρεφρέν με ψευδώνυμο (κι όχι περισσότερα του ενός στιχουργήματα με διαφορετικά ψευδώνυμα).
Σ’ αυτή την κατηγορία θα απονεμηθούν ένα Α’ βραβείο με χρηματικό έπαθλο 3οο ευρώ. Τρεις έπαινοι και τέσσερις τιμητικές διακρίσεις.
Το θέμα και στις τρεις κατηγορίες είναι ελεύθερο.
3. Ο αποστολέας θα χρησιμοποιήσει το ίδιο ψευδώνυμο τόσο για την αποστολή όσο και για την υπογραφή της συμμετοχής του . Στο εξωτερικό του φακέλου που θα εμπεριέχει το έργο του θα αναγράφεται το ψευδώνυμο του συμμετέχοντος στη θέση του αποστολέα. Στον ίδιο όμως φάκελο θα τοποθετηθεί ένας μικρότερος, στο εσωτερικό του οποίου θα αναγράφονται τα πραγματικά στοιχεία του λογοτέχνη (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας και αριθμοί τηλεφώνου: σταθερό και κινητό, μαζί με το ψευδώνυμο και τον τίτλο του έργου) και απ’ έξω επίσης το ψευδώνυμο και ο τίτλος του έργου. Οι μικροί φάκελοι εκείνων που ΔΕΝ θα διακριθούν ΔΕΝ θ’ ανοιχτούν. Έτσι, θα παραμείνει μυστική η συμμετοχή τους.
4. Τα έργα, που θα σταλούν, για συμμετοχή στο Διαγωνισμό, θα πρέπει να είναι πληκτρολογημένο με Com/ter ή δακτυλογραφημένο κι απαραιτήτως σε τρία (3) πανομοιότυπα αντίτυπα (καλής ευανάγνωστης εκτύπωσης) και υπογεγραμμένα όλα με το ίδιο ψευδώνυμο.
Ο φάκελος θα σταλεί με απλή και όχι συστημένη επιστολή, έξω από τον φάκελο θα ορίζετε η κατηγορία « Ποίηση» ή « Διήγημα» ή «Κυπριακός στίχος».
Κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να λάβει μέρος και στις δύο κατηγορίες.
Διεύθυνση αποστολής:
Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού
Ευμενίου Παναγιώτου 14 Α
3077- Λεμεσός
ΚΥΠΡΟΣ

(Σε γνώση Άθου Χατζηματθαίου)

5. Οι Επιτροπές κρίσης του Διαγωνισμού θα αποτελούνται από ανθρώπους των γραμμάτων. Τα ονόματα των κριτών θα δημοσιοποιηθούν μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.
6. Θα απονεμηθούν τρία (3) Α, Β και Γ, χρηματικά βραβεία, 300, 200, και 100 ευρώ και τρεις (3) έπαινοι (Α, Β και Γ) και 4 τιμητικές διακρίσεις για την κάθε κατηγορία. Διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις ισοψηφιών τα βραβεία και τα χρηματικά έπαθλα θα μοιράζονται ισομερώς. Στον καθένα που θα διακριθεί είτε με βραβείο είτε με έπαινο είτε με τιμητική διάκριση θα του απονεμηθεί τιμητικό - ονομαστικό δίπλωμα καλλιτεχνικά εκτυπωμένο.
7. Ως τελευταία προθεσμία αποστολής, από τους ενδιαφερομένους, των συμμετοχών τους ορίζεται η 30 η Νοεμβρίου 2012. Οι ημερομηνίες της αποστολής θα εξακριβώνονται από τις σφραγίδα του ταχυδρομείου.
8. Τα βραβεία, οι έπαινοι και οι τιμητικές διακρίσεις θα απονεμηθούν σε ειδική τελετή η οποία θα οργανωθεί και θα πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο του 2013. Η συγκεκριμένη ημερομηνία θα ανακοινωθεί και θα δημοσιευθεί εγκαίρως.
Οι διακριθέντες υποχρεούνται να είναι παρόν στην εκδήλωση απονομής των βραβείων ή πρέπει απαραιτήτως να ορίσουν αντιπροσώπους. Σε αντίθετη περίπτωση τα βραβεία θα ακυρώνονται.
Τα αποστείλαντα έργα δεν επιστρέφονται, ενώ τα μη διακριθέντα έργα θα καταστραφούν μαζί με τα προσωπικά στοιχεία των διαγωνισθέντων. Επειδή στα μη βραβευθέντα έργα δεν αποκαλύπτονται τα στοιχεία των διαγωνιζομένων, δεν υπάρχει η δυνατότητα πληροφοριών για την επίδοσή τους.
Χορηγός Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού

Περισσότερες πληροφορίες, δίνονται στους ενδιαφερομένους, στο τηλέφωνο:
99604005- Άθως Χατζηματθαίου ,
99411833– Πανίκος Παναγή

Περιοδικό "Διαβάζω", τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2012 (Νο 531)


Διαβάζω, μηνιαία επιθεώρηση βιβλίου
τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2012, Νο 531, σελίδες: 130, τιμή: 6,00 €

 


Και τι χρειάζονται τα σύμβολα την εποχή των λογοτύπων;
Ό, τι χρειάζεται κι η ποίηση σ’ έναν μικρόψυχο καιρό.
Ο ιστότοπος του Διαβάζω www.diavazo.gr που σχεδίασε ο Αντώνης Λύρας, και το εξώφυλλο που χάρισε στο τρέχον τεύχος ο Δημήτρης Ξυδερός, είναι μόνο δύο παραδείγματα τέτοιων συμβολικών πράξεων.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Με αφορμή το λογοτεχνικό της έργο, η Φωτεινή Τσαλίκογλου μιλάει στο Διαβάζω για τη λογοτεχνία, την ψυχοθεραπεία, τους πανεπιστημιακούς θεσμούς και την έννοια του ‘ακατοχύρωτου’ που ανοίγει το δρόμο για μια αφυπνισμένη ζωή. 
Τη ραδιοφωνική διάσταση της συνάντησής του με τον Γιώργο Μητά ‘εκπέμπει’ ο Νίκος Θρασυβούλου. 
Ο Γιάννης Σκαρπέλος συνδιαλέγεται με την Ελεάνα Πανδιά για το ρόλο της εικόνας στον σύγχρονο πολιτισμό.
Δημοσιεύεται, επίσης, απόσπασμα συζήτησης με θέμα την ανεργία και τη γενιά των 580 ευρώ, μια γενιά που συσπειρώνεται, και δε δέχεται να μείνει άεργη. Συμμετέχουν ο Άθως Δημουλάς, η Σοφιάννα Θεοφάνους, η Ειρήνη Μαργαρίτη, και η Χριστιάνα Μυγδάλη,  συγγραφείς των κειμένων και συντελεστές της παράστασης Unemployed, και η Yπεύθυνη Eπικοινωνίας του Διαβάζω, Ελεάννα Γεωργίου.

ΘΕΜΑΤΑ
Στο τεύχος φιλοξενείται μελέτη με τίτλο ‘Λογοτεχνική Αφήγηση και Εκλαΐκευση της Επιστήμης’ του Τάσου Πατρώνη.
Ο Θωμάς Τσαλαπάτης επιχειρεί μια επίκαιρη επιστροφή στα Σταφύλια της Οργής και o  Νίκος Καλόγηρος επιχειρεί μια πρωτοποριακή θεωρητική προσέγγιση στη μετάφραση των ρεμπέτικων τραγουδιών, προσφέροντάς μας μία δική του μεταφραστική δοκιμή.

ΟΔΗΓΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ
Το τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου συνιστά παραδοσιακά οδηγό βιβλίων για το καλοκαίρι, με πολλές αναγνωστικές προτάσεις για να πάρουμε στις αποσκευές μας, ή να διαβάσουμε τα ζεστά μεσημέρια στην πόλη. Ο οδηγός ανοίγει με το ‘Τι Θα Διάβαζα Σήμερα, 14 Ιουνίου 2012 Αν Είχε 600  Ώρες Η Μέρα Και Γιατί’ του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, και συνεχίζει με ένα πλήθος βιβλιοκριτικών και βιβλιοπαρουσιάσεων, προτάσεις καλοκαιρινής ανάγνωσης από τους συνεργάτες του Διαβάζω.

ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ
Στο τεύχος θα βρείτε τις μόνιμες στήλες: από μήνα σε μήνα, θερμιδωριανά οξύτονα, ζενερίκ, κριτικογραφία, ευπώλητα, περιοδεύων, ραδιοφωνικές συζητήσεις, comics, στο μυαλό του συγγραφέα, a chat room of her own, Book in a frame, Διαβολιάδα και cinematic literature. Φιλοξενείται, τέλος, το τρίτο από τη σειρά των εμπνευσμένων από το έργο του Κάρολου Ντίκενς, κόμικς, μια συνεργασία του Διαβάζω με το Βρετανικό Συμβούλιο και τη Comidom Press.