Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα: «Ελαττωματικό χώμα», εκδόσεις «Το Κεντρί», Θεσσαλονίκη, 2015.




   Με τον άκρως συμβολικό τίτλο: «Ελαττωματικό χώμα», η φιλόλογος Μαρία Τζίκα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, με μια ιδιαίτερη προσωπική ποίηση, με ποίηση που ανθίσταται στην πεπατημένη οδό και βρίσκει συνεχή διέξοδο, αν και ταλανίζεται από έντονο υπαρξιακό βάρος.
   Το βιβλίο το αφιερώνει στα δύο παιδιά της, που βρίσκονται στο επίκεντρο των εμπνεύσεων της στα ποιήματα: «Ατελεύτητη μητρότητα», «Ο γιος μου δεν είναι πολεμιστής» και «Παιδικός ύπνος»:

«Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη  μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου».


«Ο γιος μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές».


«Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων».
  
   Η συλλογή περιλαμβάνει τριάντα τρία ποιήματα, που αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη υπόσταση, προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες της μητρότητας, από τη μοναξιά και άλλα σημαντικά κοινωνικά θέματα, από μια αξιοπρόσεχτη προσέγγιση του έρωτα και της αγάπης, όχι διαμέσω μιας επίπλαστης επιφάνειας ρομαντισμού και καταιγισμού φωτεινών συναισθημάτων, αλλά διαμέσω μιας διηνεκούς προσπάθειας να αξιοποιηθεί κάθε λέξη ως στοχαστικός πυρήνας νοημάτων. Η λέξη γενικά γίνεται η πύλη την οποία πρέπει ν’ ανοίξει ο αναγνώστης προκειμένου να φανερωθούν οι αθέατες όψεις της αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται η ποιήτρια, μέσω του λογικού νου, που ακροβατεί σε καταστάσεις μη αποδοχής των κοινωνικών φαινομένων, αλλά και δημιουργικής μετάπλασής τους με μία γραφή αποκαλυπτική, αιχμηρή και ευρηματική ταυτόχρονα, σε βάθος υπαρξιακή.
   Χαρακτηριστικό απόσπασμα που αποδεικνύει την τάση της ποιήτριας να αποφεύγει τις ωραιοποιήσεις και να ξεγυμνώνει τις καταστάσεις και τις νοοτροπίες, είναι το εξής απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο: «Άσχημες γυναίκες»:

«Μια άσχημη γυναίκα,
μια ενοχλητική σκίαση
της ορθής επιλογής,
του αγαθού έρωτα,
το πνεύμα της δέσμιο
μυθωδών πραγμάτων
μιαν άδηλη προσποίηση
διαβρώνει το αμιγές μυαλό,
εν τέλει
δεν αποτραβήχτηκε ποτέ
από την επίκτητη συνθήκη
της δύσμορφης ανο-η-σίας της».

   Η αντιδιαστολή της σημασίας: όμορφης-άσχημης στο πεδίο των αισθήσεων εμφανίζεται δυναμικά με την οπτική εντύπωση, όταν όμως μεσολαβήσει ο νους που έχει καταγράψει μαθημένες συμπεριφορές κι έχει συντελέσει στη δημιουργία του προτύπου «γυναίκα» με παράλληλη διάθεση να το αμφισβητήσει κιόλας, καταρρίπτεται κάθε ψεύδος που συντηρεί κάποιες ωφέλιμες για τη γυναικεία ψυχική ευστάθεια, απάτες. Η ποιήτρια λοιπόν, αντικρίζει την αλήθεια που η κοινωνία κρατάει καλυμμένη πίσω από ένα πλήθος προκαταλήψεων και  «ζωτικών» ψευδών. Εδώ όμως η ειδοποιός διαφορά, που καθορίζει την ομορφιά και την ασχήμια είναι η εκπομπή της ενέργειας της ψυχής και κατά πόσο το περιεχόμενό της καταλύει τον χρόνο και συμβαδίζει με την ποθητή αιωνιότητα.
   Ο έρωτας στο ποίημα: «Εξίτηλος έρωτας» παρουσιάζεται γήινος, ενοχοποιημένος, γυμνός, χωρίς εξιδανικεύσεις αλλά με πραγματιστική αντίληψη και ως συνηθισμένη διαδικασία που στερείται ονειρικών εξάρσεων και απελευθερωμένης ηδονής:

«Μακρολογείς μιαν ένσαρκη επίθεση,
χτυπάς τον οργασμό,
κακουργείς τα ανυπάκουα αισθήματα
μιας ταγμένης ηδονής,
ενόσω εκείνος
με κατάκλειστο βλέμμα
απωθεί τις απροσποίητες εμμονές
σε πενιχρά αγκαλιάσματα
σαγήνης».

   Ενώ στο ποίημα: «Ερωτευμένοι απόντες», η ποιήτρια περιγράφει δύο πρώην ερωτευμένους που αναπληρώνουν την ολοκληρωτική απουσία του πάθους, με τη φαντασίωση ενός άλλου ερωτικού συντρόφου:

«Ίσως να φταίει που λίγο πριν
το αμέτοχο δέρμα
επινόησε έναν ερωτευμένο
την μεταμόρφωσε σε θελκτική
μπροστά στον όλβιο πόθο
της φυγής της».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Μητέρα των νεφών» περιγράφει ορισμένες σκηνές, που θυμίζουν εικόνες από κινηματογραφική ταινία με ιδιαίτερο σασπένς. Ο πραγματικός της κόσμος παίρνει το φανταστικό σχήμα για να μεταδώσει στον αναγνώστη, με το ανοίκειο (με τα γλυπτά εντόσθια του νου της τσακισμένα / θαλασσινά πουλιά που ξέβρασαν περίσσεμα οι τρύπες του ουρανού), την ανατριχίλα της ματαίωσης των ονείρων των φιλόδοξων ή αιθεροβαμόνων της ζωής, που παρ’ όλες τις φιλότιμες και άοκνες προσπάθειες τους, κατέληξαν στο «ατράνταχτο κενό της ελευθερίας»:

«Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού».

   Η ποιήτρια Μαρία Τζίκα αποδεικνύει γενικά την ικανότητά της στην επιλογή των κατάλληλων λέξεων και την άνεση με την οποία δημιουργεί πετυχημένα σχήματα λόγου και ιδιαίτερα τη μεταφορά:

«Με γεφυρώνει το τρεμάμενο τζάμι
με την  ομφάλια καταγωγή της φαντασίας,
πετάω αθάνατη πάνω από τα βουνίσια πέλματά μου,
νιώθω τα μαυρισμένα γόνατα των εξορμήσεων,
ξεμελανιάζω τις όμορφες πυγολαμπίδες
από την ασφυξία του γυάλινου κλουβιού,
της άγνωρης κυριαρχίας,
της δοκιμασίας του θανάτου».

(Από το ποίημα: «Ο απογευματινός ουρανός μου»).

   Μας ενδιαφέρει πολύ η άποψη της για το φως στο υπέροχο ποίημα: «Στον ήλιο», όπου ο ποιητικός της λόγος δουλεύτηκε με τη σμίλη της ψυχής. Το φως που δίνει την ακέραια σημασία στον κόσμο, το φως που έχει την ικανότητα να διεισδύει κι από το πιο μικρό άνοιγμα του παραθύρου, από μια χαραμάδα, αυτό το φως μπορεί να γίνει βασανιστικό για την ποιήτρια, όταν αντιλαμβάνεται ότι εμείς οι άνθρωποι, σπαταλούμε καθημερινώς αμέτρητες ηλιαχτίδες σε ανούσιες δραστηριότητες και φθείρουμε τον νου μας, την ψυχή μας και το σώμα μας, ενώ θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε την ελπίδα που φέρνει το φως και να το θεωρήσουμε ως ευκαιρία να εγερθούμε από τον ατέλειωτο ύπνο της ύπαρξής μας.

«Μια φορά
τολμήσανε τα βλέφαρα
να έλξουν ένα διάφωτο ξημέρωμα,
να ομοιωθούν με τον ουράνιο καταρράκτη,
κι είναι από τότε
που μου φαίνονται όλοι σκοτεινοί,
στο αποτράβηγμα
πήραν το αληθινό τους χρώμα».

   Συμπερασματικά, η ποίηση της Μαρίας Τζίκα αγγίζει βαθιά, με την έννοια ότι προϋποθέτει τη δραστήρια λειτουργία της σκέψης του αναγνώστη. Τα ποιήματά της παίρνουν τη θέση δοχείων, όπου μέσα τους αποστάζεται το καθαρό υγρό του νου, ενός νου που γεννά αλήθειες και αποφεύγει να στέκεται μονάχα στις εντυπώσεις, ενώ οδηγεί σε συγκροτημένη άποψη για τη ζωή και στη διάλυση των νεφών που θολώνουν συχνά την όραση και μας εμποδίζουν να βλέπουμε μακριά… Η ίδια δημιουργεί μεγάλης νοηματικής ευρύτητας εικόνες, για να δώσει στα συναισθήματά της την απαραίτητη αιχμή και δραστικότητα, ώστε να διαπεράσει την ποιητική ουσία:

«Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά σημασίες».

   Ο ποιητικός της λόγος είναι δύσκολος, μπορεί εξωτερικά οι στίχοι της να κυλούν γρήγορα, όμως η πρόσληψη και η αφομοίωση δεν κατακτιούνται εύκολα από τον αναγνώστη. Αυτό το στοιχείο της γραφής της άλλωστε, πρέπει να εκτιμηθεί ως το κυριότερο κέρδος που αποκομίζουμε από την ανάγνωση των ποιημάτων της. Γιατί βασικά έχουμε να κάνουμε με έναν εσωτερικό λόγο που εξωτερικεύεται με ασυνήθιστες εικόνες, πλούσια χρήση των επιθέτων, όπως γράφει στα ποιήματα: «Η φυσική εντελέχεια της ματαιότητας», «Βιβλική ημέρα» και «Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων»:

«Φυλλαράκι τυχάρπαστο
σε αγέρωχο δέντρο,
με εκβάλλει γλοιώδες
το στομάχι της κάμπιας.

Τώρα
υπόλειμμα αδιάφορο
κινούμαι
κάτω από περαστικά παπούτσια,
στα πατάκια εξόδων
με το στίγμα του λεκέ
ως μόνη υπόσταση».


«Όλες οι φαγωμένες σάρκες ενωθήκανε.
Γίναν αμνοερίφια κι άνθρωποι
φτύσανε το ελαττωματικό χώμα
με τους κυνόδοντες της ιστορίας μέσα του
που τους χρησίμευαν για ψεύτικα μάτια,
τρίψανε τα αποτυπώματά τους,
έφυγαν για νέα περιβολή».


«Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώμικο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσά τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης».

   Η ποιήτρια, εμπνευσμένη  και πρωτότυπη, δεν είναι δυνατόν να μη φανερώσει την αγάπη της για έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, τον Κώστα Καρυωτάκη, στον οποίον και αφιερώνει το ποίημά της: «Αυτόχειρες ποιητές».

«Κύριε Κ
φοβάμαι τους θανατερούς λαιμούς,
μιλούν περίτεχνα την ομορφιά
στοιχειώνουν με οξυγονούχες πνιγμονές
τον ανοιχτό μας θώρακα
που χαίρεται ακόμη
με αφέλεια
την τόλμη των ανεμώνων».

   Η Μαρία Τζίκα εκπροσωπεί -πιστεύω- αναμφισβήτητα μια δυναμική φωνή, που θα διεκδικήσει με αξιώσεις τη θέση της στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό «γίγνεσθαι», με δημιουργίες έμπλεες σε νοήματα και πολλαπλές προοπτικές.
   Κατά την άποψή μου οφείλει να προχωρήσει σύντομα στο δεύτερο ποιητικό της εγχείρημα, αφού διαθέτει το ταλέντο και τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις λέξεις με αποτέλεσμα τα σαφή οφέλη του ποιήματος:

«Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό,
με τις βελούδινες τους κόχες
θα αμβλύνουνε τις άκριες της γης
να παχνιστεί με αβρά ξυπνήματα
το πρωινό αντάμωμα των οδυρμών μας».

(Γράφει στο ποίημα: «Σαρκοβόρες λέξεις»).


08/08/2015

Λάσκαρης Π. Ζαράρης 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Δελτίο τύπου για το καινούργιο βιβλίο του Αγχιαλίτη συγγραφέα και ποιητή Λάσκαρη Π. Ζαράρη που μόλις κυκλοφόρησε, μία διπλή ποιητική συλλογή με τίτλο: «Τριάντα σταγόνες τ’ ουρανού και Η φλεγόμενη πόλη».

   
   Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης, μέλος  της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού βιβλίου, κυκλοφόρησε την καινούργια διπλή ποιητική συλλογή του που αποτελεί και το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του, μετά από ένα ποιητικό βιβλίο που εξέδωσε το 2010 και ακολούθησαν το 2012 και 2013 δύο ακόμη βιβλία για παιδιά και μία συλλογή σύντομων ιστορικών πεζογραφημάτων για ενήλικες. Υπό έκδοση βρίσκεται ένα ταξίδι γνώσεων για παιδιά με θέμα την προϊστορική εποχή, που θα παρουσιαστεί μέσα στο 2015 από τη Δυάς Εκδοτική. Ο συγγραφέας έχει συμμετάσχει μέχρι στιγμής σε εννέα συλλογικά έργα και ανθολογίες, που περιλαμβάνουν αποσπάσματα έργων του σε διαφορετικά είδη του λόγου, στα οποία επιδίδεται με υπευθυνότητα.
   Στην παρούσα διπλή ποιητική συλλογή, τα θέματα που παρουσιάζονται είναι μεταφυσικά, θρησκευτικά και διαπνέονται από τη νοσταλγία μιας αλησμόνητης αγαπημένης πόλης.
   «Οι τριάντα σταγόνες τ’ ουρανού» αποτελούνται από τριάντα ποιήματα με έντονη ρομαντική διάθεση, που συνθέτουν αποσπασματικά την εξής ιστορία: «Ένα αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή, ο Πέτρος και η Ελένη, κάνουν το «μεγάλο ταξίδι» και δοκιμάζουν την αγάπη τους και τη συμβίωσή τους έξω από τους περιορισμούς που τους επιβάλλει η αίσθηση του σώματος. Βλέπουν και νιώθουν με την ψυχή προσπαθώντας να αποτυπώσουν τη μεταθανάτια εμπειρία τους, στην ουράνια και ασφαλή κατοικία τους, που οικοδεσπότης είναι ο Θεός και φροντίζει για όλα Εκείνος».
   «Η φλεγόμενη πόλη» είναι στην ουσία ο ύμνος μιας αλησμόνητης πόλης του Εύξεινου Πόντου, που αναγεννιέται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ενώ πρόσωπα του παρελθόντος μάς «αγγίζουν» με την αύρα τους αφήνοντας τα αποτυπώματά τους στην ιστορία. Δικαιούνται έστω την ελάχιστη ιστορική καταγραφή, αφού λείπουν τα βιβλία που καλύπτουν ικανοποιητικά το θέμα από άποψης μαρτυριών των προσφύγων της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Ρωμυλίας. Με την ελπίδα πως ίσως η ποίηση καταφέρει να συμπληρώσει μια ψηφίδα στη συνολική προσπάθεια
ανάδειξης των τοπικών πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων.
   Ο ποιητής Θεόδωρος Σαντάς αναφέρει αποσπασματικά  τα εξής, προλογίζοντας το ποιητικό έργο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: «Ο Λάσκαρης είναι και θα παραμείνει πάντα παιδί, γιατί όπως θα έλεγε ο Ελύτης, μέσα του κουβαλάει «την ομορφιά και την αθωότητα», ήλιο ελλήνιο, Ελλάδα της προσφυγιάς και άφατο πόνο προγονικό. Γράφει για τον έρωτα και γίνεται έρωτας, γράφει για την αγάπη και γίνεται αγάπη, άσπρο και άλικο τριαντάφυλλο να μας ευωδιάσει το μύρο του. Πράγματι, ο ποιητής μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα ότι είναι μια ψυχή της ανιδιοτέλειας…   Ο Λάσκαρης δούλεψε με καημό, με μεράκι, νύχτες και μέρες, με άφατο πόνο ψυχής και προχωρούσε τα ποιήματά του με το όμορφο και γαλάζιο της ψυχής του, με το χρώμα της Ελλάδας και μας άφησε ποιήματα που όλα έχουν μια ευγένεια και μια πληθώρα εικόνων και χρωμάτων. Γράφει,... γράφει ο ποιητής να καταλαγιάσει ο πόνος του και συνάμα κι ο οίστρος του, μέχρι ο θεός να λυπηθεί τον αιώνιο δεσμώτη που είναι ο ξεσπιτωμένος πρόσφυγας, μέχρι να λυπηθεί κι ο θεός τον ποιητή να τον απαλλάξει απ' το συνεχές του μαρτύριο».

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Δύο ποιήματα της Παναγιώτας Μενούνου.



ΚΑΤΙ ΝΙΩΘΩ 



Και νιώθω το κενό να με βυθίζει
Στην αόρατη ματιά μου
Στη βουβή φωνή μου
Σαν την πιο μεγάλη μαύρη τρύπα

Και νιώθω το ρολόι να σταματάει
Δίχως χθες
Δίχως αύριο
Τι ώρα είναι…

Και νιώθω ένα δράκο να με πνίγει στο σκοτάδι
Ρίχνοντας στα σωθικά μου
Κρασί απ’ τον αιώνα του

Και νιώθω
Κάτι νιώθω!
Κάτι δεν είναι κι αυτό…


ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ




Ακούγονταν από μακριά
Πλησίαζαν
Τα κύματα ζωντάνευαν
Και χάιδευαν τη σιωπή

Φαινόντουσαν από μακριά
Φωτεινά και ρυθμικά
Χόρευαν στον ουρανό τα αστέρια
Το ένα μετά από το άλλο

Μέσα στο βαλς της νύχτας

Κι ακούγονταν τα φτερά
Να πετάνε αγκαλιά με τον αέρα
Όπως οι νότες στα πλήκτρα
Η μία μετά την άλλη

Μέσα στο βαλς της νύχτας
Που ξυπνούν απ’ τις στάχτες τα ηφαίστεια
Που ξεθωριάζει ο ήχος της οθόνης
Και φέγγει κάπου μια αλήθεια

Μέσα στο βαλς της νύχτας

Παναγιώτα Μενούνου


Το ποίημα που πήρε το πρώτο Βραβείο στον φετινό διαγωνισμό Έμμετρης Σάτιρας.